Βία. Εξουσία. Χρήμα. Αυτά είναι τα τρία από τα τέσσερα κυριότερα θέματα που… χρυσοπουλάνε εδώ και αιώνες στο παγκόσμιο χρηματιστήριο της σόουμπιζ και των ΜΜΕ. Το τέταρτο που τα συμπληρώνει είναι –τι άλλο;- το sex. Στις αγανακτισμένες μέρες μας, δε, μάλλον το… socialsex.Ίσως αυτός είναι και ο κεντρικός άξονας που περιστρέφονται οι παρακάτω απαντήσεις του ηθοποιού Σίλα Σεραφείμ στις ερωτήσεις της δημοσιογράφου Κρυσταλίας Πατούλη, εξ αφορμής ενός άρθρου του, με τον προκλητικό τίτλο: «Να τους δείρουμε όλους!».

«Για να μη μακρηγορώ, νομίζω ότι για να τελειώνουμε και να καταλήξουμε σε μια απλή λύση. Να δέρνουμε… όλοι όλους»Σ.Σ: Σίλα, το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο;

Το ξύλο βγήκε απ τη ζωή. Και είναι το φυσικό, πρωτογενές μέσο απόδοσης δικαιοσύνης, εξ’ ού και ο όρος «φυσικό δίκαιο».

Προσωπικά, όμως, είμαι εναντίον της βίας. Τώρα που ξεμπερδέψαμε με τη δήλωση κλισέ, να σου πω ότι χωρίς τη βία, ενδέχεται και να είχαμε εξαφανιστεί ως είδος. Στη βία στηρίχτηκε η επικράτηση του ανθρώπου και στη δαρβίνεια φυσική επιλογή, η οποία τί άλλο είναι παρά η επιβίωση του ισχυρότερου. Και φυσικά, η δυνατότερη και πιο πεινασμένη φυλή που πλησίαζε την άλλη, την χορτασμένη και δίπλα στη θάλασσα ή στα εύφορα χωράφια, δεν έλεγε «παρακαλώ, τί θα λεγάτε για μια συνεργασία, ώστε να περιέλθει και σε μας λίγη τροφή;». Φωτιά και τσεκούρι και τέλειωνε η υπόθεση. Μετά ήρθε το λουδοβίκειο savoir vivre, που συζητούσαν ποιος θα κηρύξει τον πόλεμο σε ποιον [«α, μα σας παρακαλώ, η τιμή είναι δική μου, κηρύξτε μου τον πόλεμο εσείς πρώτος!»] με το ίδιο φονικό αποτέλεσμα των καθημαγμένων λαών. Στις μέρες μας, ο πόλεμος ξεκάνει με κανονιοβολισμούς υποβαθμίσεων οίκων αξιολόγησης, μέχρι την εισβολή του κατακτητή, επενδυτή, αγοραστή ασημικών και φιλέτων.

Είμαι κατά της βίας λοιπόν γενικώς, αλλά δεν πιστεύω κι ότι οι ναζί θα έφευγαν το 40 απ την Ελλάδα με ευχέλαιο. Θέλω να πω ότι η βία είναι σύμφυτη κι εγγενής με τον άνθρωπο, γι’ αυτό και βλέπουμε ότι παρ’ όλα τα τεχνολογικά επιτεύγματα, και την πρόοδο του ανθρώπου σε πολλούς τομείς, οι πόλεμοι κι οι σκοτωμοί δεν σταματούν.
Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία της βίας. Η γραμμή που συνδέει τη Βίβλο με το Abu Ghraib και τους διδύμους πύργους δεν είναι παρά το αίμα βασανισμένων και σκοτωμένων ανθρώπων.

Ο Freud έχει πει ότι «πολιτισμός είναι η καταπίεση των ενστίκτων μας». Όσο λοιπόν έχουμε ένστικτα, η βία θα παραφυλάει να ξεπηδήσει από μέσα μας. Και βέβαια, βία δεν είναι μόνο η φυσική βία, έτσι; Ξεκινάς απ’τη σωματική και φτάνεις μέχρι τη λεκτική, τη συναισθηματική, την οικονομική, έως και την ηθική παρενόχληση.

Η βία είναι άρα η χειρότερη εξάρτηση;

Οι εξαρτήσεις και τα πάθη, δεν είναι κάτι θετικό. Δηλώνουν εξαρχής μια υποδούλωση και μια σκλαβιά που καθοδηγούν τη συμπεριφορά του ατόμου. Το άτομο όμως έχει την ευθύνη για τη ζωή του. Η βία δεν είναι εξάρτηση. Είναι μάλλον ιός του όποιου είσαι φορέας, αλλά δεν ξέρεις αν, πότε και με ποια μορφή θα εκδηλωθεί.

Για τον Παναγούλη ή τον Τσε τί θα έλεγες;

Ό,τι και για τον Κολοκοτρώνη αλλά και τον Βελουχιώτη που ανέφερα προηγουμένως για την κατοχή. Είναι προφανές ότι υπάρχουν συνθήκες όπου η βία καθίσταται νόμιμη, αλλά πότε είναι πραγματικά νόμιμη ή απλώς νομιμοποιημένη; Για τους Γερμανούς, οι αντάρτες της κατοχής ήταν τρομοκράτες, το ίδιο κι οι ιρακινοί για τους αμερικανούς και πάει λέγοντας. Κι εδώ, ερχόμαστε σε χωράφια στα οποία έχουν χυθεί τόνοι μελάνης για την κριτική της βίας, από τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους μέχρι τη Hana Arent, τον Walter Benjamin ή τελευταια τον Slavoj Zizek. Για τον Παναγούλη και τον Τσε, με τα στοιχειώδη βήματα της φιλοσοφίας του Δικαίου, εξετάζουμε κατά πόσον οι σκοποί της βίας, στις δεδομένες περιπτώσεις, είναι δίκαιοι ή άδικοι. Η δικαιοσύνη είναι το κριτήριο των σκοπών, κι ως εκ τούτου, αν θεωρήσουμε ότι ο σκοπός είναι δίκαιος, τότε νομιμοποιείται το μέσο. Μαντέψτε. Το μέσο είναι η βία! Απλό; Οι δίκαιοι σκοποί μπορούν να επιτευχθούν μέσω νόμιμων μέσων, τα νόμιμα μέσα χρησιμοποιούνται για δίκαιους σκοπούς.

Με το άρθρο σου «Να τους δείρουμε όλους» στις 10/7/11 στο protagon.gr προσπάθησες να καθρεφτίσεις την πλειοψηφία της κοινωνίας;

Καθόλου. Την πλειοψηφία των άστοχων συνθημάτων, ναι. Το μόνο που προσπάθησα να κάνω εντέλει, είναι να καταδείξω το αδιέξοδο της γενίκευσης, της υπεραπλούστευσης και του ολοκληρωτισμού. Ουσιαστικά, το σκεπτικό είναι να πάρεις το σύνθημα της «αγανάκτησης» και αναπτύσσοντας και μεγεθύνοντάς το, να το ακυρώσεις. Σαν τεχνική aikido ή judo, στην οποία χρησιμοποιείς την ενέργεια του αντιπάλου για να την γυρίσεις εναντίον του. Σε τελική ανάλυση, διέγνωσα τη διακήρυξη ενός νηπιακού αναρχισμού, που αναγνωρίζει το οτιδήποτε σαν εξαπάτηση και εξαναγκασμό έναντι των ατόμων και φωνάζοντας «κρεμάλα στους πολιτικούς» δηλώνει ότι, αν δεν ασκήσω βία, δεν θα εγκαθιδρύσω ποτέ το παγκόσμιο βασίλειο της δικαιοσύνης. Μα πάνω από την ευτυχία και τη δικαιοσύνη μιας ύπαρξης... βρίσκεται η ύπαρξη καθεαυτή. Με αλλά λόγια, έχουμε δίκιο που διαμαρτυρόμαστε, αλλά το χάνουμε.

Πέραν αυτού, όμως, διαβάζοντας σχόλια αναγνωστών για το άρθρο, επαναδιαπίστωσα ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται –δεν ξέρω κι αν μπορεί καμιά φορά να καταλάβει τί ακούει και τί διαβάζει. Δεν αναφέρομαι σ’ αυτούς που δε συμφωνούν μαζί μου, αλλά το αντίθετο. Διαφωνούν με το άρθρο λέγοντας ότι δεν πρέπει να γενικεύουμε και να τσουβαλιάζουμε, τη στιγμή που αυτή είναι και η άποψη μου. Αυτό λέω κι εγώ. Το «διαφωνώ συμφωνώντας» δηλαδή, σε όλο του το μεγαλείο. Είχα γράψει σ’ ένα post στο facebook: «επιτέλους, ο καθένας κάνει σωστά τη δουλειά του.. ο κόσμος καίγεται κι οι playmate χτενίζονται» και κάποιος μου απάντησε πρώτος και μέσα σε δευτερόλεπτα: «μα δεν είναι αυτό το πρόβλημα ρε παιδιά, αυτές τη δουλειά τους κάνουν» ! Αν δεν μπορείς να καταλάβεις μια δήλωση λίγων λέξεων που δε λέει και καμιά φιλοσοφία, φαντάσου τί γίνεται μ’ ένα άρθρο.

Όταν βγαίνει ο Πάγκαλος και λέει «μαζί τα φάγαμε», δεν δίνει σύνθημα τσουβαλιάσματος;

Αν ο Πάγκαλος μπορούσε να εκφράζεται καλύτερα, δεν θα ήταν ο Πάγκαλος. Το κεφάλαιο επικοινωνία το έχει χάσει προ πολλού σε τέτοιο βαθμό, που δεν αποκλείεται οσονούπω να δούμε πρωτοσέλιδα με τίτλο: Για μια ακόμη φορά, θρασύς ο Πάγκαλος, προσερχόμενος στην κυβερνητική σύσκεψη, δήλωσε προκλητικά «καλημέρα»! Πέραν του αστείου, όμως, ο πυρήνας της δηλώσεώς του «μαζί τα φάγαμε» κρύβει την «απεχθή» αλήθεια της συνευθύνης! Και για να προλάβω τα εγκεφαλικά, να δηλώσω ότι η απάντησή μου ήταν : αφού τα φάγαμε μαζί, γιατί πληρώνουμε μόνο εμείς; (και μάλιστα ανισοβαρώς;)

Για μένα, η κατάσταση έχει ως εξής : είναι μια ψαροταβέρνα, όπου την ώρα του λογαριασμού, ο μαγαζάτορας έχει μπερδέψει τα δίχτυα στην προπέλα. Στην παρέα που πήρε μια καυτερή με λαδόξυδο και λίγο ψωμάκι να βουτάει, δίνει το λογαριασμό της παρέας με τις τσιπούρες και τα κρασιά. Στην παρέα με τις τσιπούρες και τα κρασιά, το λογαριασμό της παρέας με τους αστακούς και τις σαμπάνιες. Και στην παρέα με τους αστακούς και τις σαμπάνιες δεν δίνει τίποτα, γιατί αυτή έχει φύγει με την παρέα του τραπεζιού που έφαγε ροφούς και συναγρίδες. Αυτές οι παρέες δεν είναι καν εκεί, όποτε ο μαγαζάτορας σκέφτεται «ευφυώς» ότι κι αυτούς τους λογαριασμούς θα τους πληρώσουν οι υπόλοιποι που βρίσκονται εκείνη την ώρα στο μαγαζί! Το θέμα είναι να πληρωθούν οι λογαριασμοί, αλλά όχι απαραίτητα απ’ αυτούς που τους έκαναν.

Το πρόβλημα δεν είναι της «συνευθύνης», αλλά της μη αντιστοίχου αναλογικής απόδοσης τιμωρίας. Θέλω να πιστεύω, ότι αυτοί που έφαγαν μια καυτερή πιπεριά, δεν θα είχαν αντίρρηση να πληρώσουν το λογαριασμό. ..της καυτερής πιπεριάς και μόνο!

«Στις παράλογες καταστάσεις, οι παράλογες αντιδράσεις είναι φυσιολογικές». Το βλέπεις να συμβαίνει;

Δεν ξέρω αν είναι φυσιολογικό ν’ αντιδράς παράλογα στο παράλογο, ξέρω όμως ότι δεν είναι αποτελεσματικό. Στις παράλογες καταστάσεις, μόνο οι φυσιολογικές αντιδράσεις μπορεί να φέρουν κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Αν στο παράλογο αντιδράς με παράλογο, κάνεις τα πράγματα χειρότερα. Είναι σαν τον διαιτητή, που, για να διορθώσει ένα λάθος σφύριγμα εις βάρος μιας ομάδας, κάνει ένα φαλτσοσφύριγμα επίτηδες εις βάρος της άλλης. Αυτός ο Αϊνστάιν, ενώ νομίζει ότι έχει ακυρώσει το προηγούμενο λάθος, το μόνο που καταφέρνει είναι να έχει 2 λάθος σφυρίγματα στο παιχνίδι.

Όσο για το αν το βλέπω, φυσικά και το βλέπω. Τί πιο «φυσιολογικό» από έναν λαό που αποδέχεται ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές στη χωρά γενικά, αλλά καμία αλλαγή συγκεκριμένα!

14 χιλιάδες φορολογούμενοι στην Ελλάδα χρωστούν 37 δισεκατομμύρια ευρώ. Δεν είναι παράλογη κατάσταση να πληρώνουν όλοι οι έλληνες για ένα ελάχιστο ποσοστό… παράνομων - προνομιούχων; Ε, δεν θέλουν… τιμωρία; (σ.σ. μαζί με τους πολιτικούς που τους δίνουν το… ελεύθερο;).

Να τα βάλουμε σε μια σειρά? 900.000 χρωστούν 41δις. 14.700 χρωστούν 37δις, αλλά χρωστούν επίσης κι άλλοι 716.000, ποσά μέχρι 3.000€. Στη σούμα, λοιπόν, έχουμε 900.000 Έλληνες που χρωστούν στο Δημόσιο. Ο Λένιν έλεγε ότι «τα γεγονότα είναι ξεροκέφαλα» και το γεγονός εδώ –όσο κι αν κάποιοι χώνουν το κεφάλι τους στην άμμο- είναι ότι οι οφειλέτες είναι 900.000. Όλοι εντυπωσιάζονται με το ότι το 1,6% των οφειλετών χρωστά το 90% των ληξιπροθέσμων. Οι 716.000 που επίσης χρωστούν, δεν κάνει καμία εντύπωση.

Εδώ όμως τί μετράμε; Την ποιοτική διάσταση του προβλήματος ή την ποσοτική; Για μένα είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όποιος μπορούσε, προλάβαινε, τολμούσε να χρωστάει, χρώσταγε. Σαφώς και άλλο είναι το μεγαλολαμόγιο κι άλλο το μπατιροκουτσαβάκι. Το θέμα είναι, όμως, ότι η κόκκινη γραμμή στην παρασπονδία δεν μπαίνει ποσοτικά, αλλά είναι μια ειδοποιός διαφορά. Ή είσαι πολίτης «εντάξει» απέναντι στο κράτος, ή όχι. Βέβαια, και το κράτος δεν είναι εντάξει απέναντι στον πολίτη αλλά ας τα πάμε ένα - ένα. (Είναι φορές που αναρωτιέμαι αν οι φοροφυγάδες θέλαν απλώς να κλέψουν ή ν’ αποφύγουν τις γραφειοκρατικές δοσοληψίες με τις φορολογικές υπηρεσίες). Οι πολίτες που δεν είναι συνεπείς απέναντι στο κράτος λοιπόν, είναι 900.000 ∙ και οι μικροοφειλέτες ως εκ τούτου, είναι μικροοφειλέτες γιατί δεν μπορούσαν να είναι μεγαλοοφειλέτες. Απ’ τη στιγμή που δεν είσαι συνεπής στα 2.000 και 3.000€, γιατί να μην υποθέσω ότι αν είχες 3.000.000€ δεν θα ήσουν επίσης ασυνεπής και σ’ αυτά? Είναι σαν κάτι μικροαστούς υπαλληλάκους που μισούν τη γυναίκα τους, αλλά δεν την χωρίζουν γιατί δήθεν την αγαπούν, κι είναι κι ο θεσμός της οικογένειας και τρίχες κατσαρές. Κι όλοι καταλαβαίνουν ότι είναι μαζί της γιατί απλώς δεν μπορούν να είναι χώρια. Γιατί ο μπατιράκος δεν έχει τη δυνατότητα να έχει 2 μις κόσμος, μια στ’ αριστερά και μια στα δεξιά του, και να πίνει σαμπάνιες στη Μπαρμπέγια, όπως ο μακαρίτης George Best. Στη «θεία απ το Σικάγο», ο Παντελής Ζερβός έλεγε στον Ορέστη Μακρή, για το θέμα της αυστηρής εποπτείας του δεύτερου πάνω στις θυγατέρες του : «Αλίμονο από τους ηθικούς, που είναι ηθικοί επειδή δεν μπορούν να είναι ανήθικοι, και από τους τίμιους, που είναι τίμιοι επειδή δεν μπορούν να είναι άτιμοι.»

Σε ό,τι αφόρα στο κράτος τώρα, σαφώς και είναι αφερέγγυο και ασυνεπές προς τους πολίτες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Κερατέα. Όλα τα χαρτιά του κόσμου και τις διαβεβαιώσεις της οικούμενης και να έφερναν, δεν θα έπειθαν τους πολίτες ότι το έργο ήταν για καλό, ότι θα τηρούνταν οι συνθήκες ασφάλειας και καθαριότητας, ότι το έργο θα φτιάχνονταν σύμφωνα με τις προδιαγραφές κι ότι θα έκλεινε σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα. Όλοι θα στοιχημάτιζαν ότι φτιάχνουν μια νέα φυλή, γι’ αυτό και η αντίσταση στο έργο ήταν τόσο σθεναρή. Κανείς δεν πιστεύει το ίδιο το κράτος, και δικαίως! Όμως κάποια στιγμή δεν πρέπει να βγούμε από τον φαύλο αυτό κύκλο της αλληλοακύρωσης;

Τελικά να τους «δείρουμε» όλους; Δηλαδή, να τους τιμωρήσουμε όλους; Να απαιτήσουμε δικαιοσύνη και ας αποφασίσει αυτή;

Αν εννοείς δικαιοσύνη για όλους, ναι. Φυσικά. Μα αυτό είναι ένα απ’ τα κυρίως προβλήματα. Ότι, εκτός απ’ τις προβλεπόμενες συστημικές αδικίες του καπιταλισμού, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε εύρυθμα ούτε και μεταξύ μας σαν κοινωνία. Κάποιοι θα συνδέσουν ευθέως το σύστημα με τη νοοτροπία αλλά δεν είναι έτσι, μιας κι έχουμε καπιταλιστικές κοινωνίες που, ωστόσο, οι πολίτες έχουν μεγαλύτερη κοινωνική συνείδηση. Ζούμε σε μια κουλτούρα παρανομίας, όπου μολύνονται όλοι απ’ όλους και ξαφνικά διαμαρτυρόμαστε γιατί είναι διεφθαρμένοι οι πολιτικοί. Μα, γιατί βγαίνουν από μια διεφθαρμένη κοινωνία. Κι εδώ, αναφέρομαι σε μια «κουλτούρα παρανομίας», στην οποία συμπεριλαμβάνω και τα παπιά που παιρνούν με κόκκινο κι όχι μονό τα σπουδαία και μεγάλα «αμαρτήματα», όπως μια μίζα για υποβρύχια. Βλέπω δηλαδή την παραβατικότητα σαν μια κατάσταση, στην οποία συμμετέχει κάποιος ή όχι, ανεξαρτήτως βαρύτητας του αδικήματος, με το σκεπτικό της παροιμίας «κατά το ζώο, και το φόρτωμα». Το πόσο βαρύ είναι ή όχι το παράπτωμα, έχει τη σημασία του, γι αυτό κι η δικαιοσύνη έχει προβλέψει τους τρεις βαθμούς αξιολόγησης ενός αδικήματος, του πταίσματος, του πλημμελήματος και του κακουργήματος. Για κάποιο περίεργο, «μεταφυσικό» λόγο, εδώ δεν θεωρούμε αδίκημα το πταίσμα και καμιά φορά δεν θεωρούμε αδίκημα ούτε το πλημμέλημα. Το κακούργημα μάλλον θεωρούμε ότι είναι κάτι κακό, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θα τιμωρηθεί κάποιος. Φτάσαμε σε τέτοια σημεία διαστρέβλωσης του δίκαιου, ώστε να μην τιμωρείται κανείς με το σκεπτικό ότι κάποιος άλλος θα μείνει ατιμώρητος! Δηλαδή, αφού είναι δίκαιο να τιμωρηθούν όλοι αλλά αυτό δεν γίνεται, τότε να μην τιμωρηθώ κι εγώ, κι ας φταίω!

Σε μια τέτοια κοινωνία, λοιπόν, με στρεβλώσεις, ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι έχουμε σακάτικο ποδόσφαιρο! Δηλαδή, πόσο πιθανό ήταν σε μια τόσο δυσλειτουργική κοινωνία, με μίζες και ρεμούλα, να έχεις ένα καθαρό, κρυστάλλινο και διαυγές ποδόσφαιρο;

Σ’ αυτό λοιπόν το κοινωνικό πλαίσιο, τί πιθανότητα έχει να είναι εύρυθμη κι η λειτουργία της δικαιοσύνης; Όταν όλα καταρρέουν, πόσο αφελής πρέπει να είσαι για να ελπίζεις σε μια «δίκαιη» δικαιοσύνη; Κι η παροιμία λέει «αν σ’ αδικήσει ο κατής, σε ποιον θα πα να δικαστείς; ». Μ’ αυτή τη νοοτροπία λοιπόν, νομίζω ότι περικυκλωθήκαμε από αδιέξοδα.

Προφανώς είσαι υπέρ του ελέγχου του χρέους;

Μιλάς για το λογιστικό έλεγχο και το περίφημο «απεχθές χρέος». Σαφώς. Ό,τι γίνεται προς το συμφέρον του λαού κι έχει να κάνει με έλεγχο κι έρευνα με βρίσκει σύμφωνο, αρκεί να γίνει με τη σωστή μέθοδο, τεκμηριωμένα και σύμφωνα με το επιστημονικό πρωτόκολλο. Αν είναι να καταλήξουμε σ’ ένα «δεν πληρώνουμε», χωρίς επαρκείς αποδείξεις και χωρίς να πληρούνται οι 3 όροι του χαρακτηρισμού ενός χρέους ως απεχθούς, θα κάνουμε ξανά μια τρύπα στο νερό. Αλλά, πάλι, νομίζω ότι είμαστε ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στ’ αλεύρι. Κάλος είναι ο λογιστικός έλεγχος, όμως παράλληλα, καλό θα είναι να βρουνε κανένα μεγαλοφοροφυγά και καμιά κατάθεση στην Ελβετία. Και το μείζων, ψάχνοντας ένα αμφίβολο «απεχθές χρέος», να διεκδικήσουμε απ’ τους Γερμανούς τις αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο που δικαιούμαστε αναμφίβολα, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Οι συστημικοί λένε, πως αν ψάξεις να βρεις ποιος φταίει θα φτάσεις μέχρι τον Αδάμ και την Εύα... Όμως χωρίς απόδοση ευθυνών, η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει;

Η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν της λείπουν οι πολίτες. Κι όταν λέω πολίτες, εννοώ τους συνειδητοποιημένους, τους πολιτικοποιημένους και τους ενεργούς. Η Λίλα Σταμπούλογλου έγραψε στο twitter πριν λίγες μέρες ότι «όταν οι άνθρωποι γίνουν πολίτες, τότε κι οι πολιτικοί θα γίνουν άνθρωποι». Με λίγα λόγια, οι νέοι που με ύφος περισπούδαστο δήλωναν στις κάμερες, στις τελευταίες εκλογές, ότι δεν πάνε να ψηφίσουν, ίσως τώρα να κατάλαβαν –όσοι απ’ αυτούς δεν ήταν στην πλατεία- ότι ήταν κακοί κι ανεύθυνοι πολίτες. Αν λάβουμε υπ οψιν, αυτό που έλεγε ο Καστοριάδης, ότι «δημοκρατία είναι ο στοχασμός της κοινωνίας πάνω στο νόμο της», τότε οι πολίτες, οφείλουν να είναι ενημερωμένοι γιατί αλλιώς, άλλοι θ’ αποφασίζουν για τη ζωή τους, ερήμην τους. Οπωσδήποτε, η δημοκρατία είναι «ξεβολευτική», αλλά η ζωή η ίδια είναι «ξεβολευτική». Οι μόνοι που βολεύονται στη ζωή, είναι οι πεθαμένοι! Η δημοκρατία λοιπόν είναι «ξεβολευτική» γιατί ψάχνει να βρει την αλήθεια. Σε αντίθεση με μια δικτατορία που την έχει βρει. Στις πραγματικές δικτατορίες, δε κουράζονται οι πολίτες μ’ εκλογές και συγκεντρώσεις και καλό θα ήταν οι αγανακτισμένοι να ξέρουν ότι αν είχαμε δικτατορία, απλώς δε θα βρίσκονταν εκεί για να το φωνάξουν.

Σαφώς και ήταν από αψυχολόγητη έως εγκληματική η στάση της αστυνομίας εκείνη την Τέταρτη απέναντι στον κόσμο, ασυζητητί. Σε μια χωρά όπου οι γάζες στα νοσοκομεία τελειώνουν, τ’ ανταλλακτικά των F16 τελειώνουν, τα χημικά της αστυνομίας να μην τελειώνουν ποτέ είναι τουλάχιστον κωμικό, αν όχι δολοφονικό. Από την άλλη πάλι, όμως, και λίγη φειδώ στις λέξεις «κρεμάλα, χούντα, προδότες» καλό θα ήταν να υπάρχει, γιατί αν εμφανιστούν τα αληθινά σημαινόμενα, θα έχουμε ξεμείνει από λέξεις. Έχουμε ακόμα δημοκρατία κι εκλογές. Κουτσή, στραβή, στρεβλή και χρηματοδοτούμενη, αλλά έστω κι έτσι δημοκρατία. Αφού δεν έχουμε ακόμα βρει κάτι καλύτερο για να την αντικαταστήσουμε, τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε να την βελτιώσουμε. Όσο για το σύστημα, πιστεύω ότι το πραγματικό θύμα της κρίσης είναι η αριστερά, που σ’ έναν τέτοιο κλυδωνιζόμενο καπιταλισμό, δεν μπόρεσε να ενσαρκώσει και να εκφράσει τις ελπίδες των λαών. Αν δεν μπορεί τώρα, πότε θα μπορέσει;

Όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια δεν λέει ο λαός; Γίνεται να ζητάνε τα… χτένια από αυτούς που δεν έχουν… γένια;

Κατά τα γένια και τα χτένια, θα έλεγα εγώ. Το ψάρι βρωμάει απ’ το κεφάλι. Αλλά γιατί το κεφάλι να είναι οι πολιτικοί; Στη δική μου αντίληψη, το κεφάλι είναι ο λαός κι είναι ο μόνος που δεν το ξέρει. Ο εντολέας είναι ο λαός κι ακριβώς γι’ αυτό επιμένω να του καταλογίζω ευθύνη. Νομίζω ότι αυτοί που αφήνουν το λαό στο απυρόβλητο, είναι αυτοί που τον απαξιώνουν τελικά και του αναγνωρίζουν το ακαταλόγιστο. Κι επειδή τις αναντίρρητες ευθύνες των πολιτικών τις ξέρουμε, τις αναγνωρίζουμε και τις έχουν παραδεχθεί και οι ίδιοι, να εστιάσουμε λίγο και στις ευθύνες του λαού; Ας πάρουμε παράδειγμα από τις εκλογές σε μια επαρχιακή πόλη, όπου ο κόσμος ξέρει τον βουλευτή, και ξέρει και το λαμόγιο, και τον έντιμο, και τον αδιάφθορο. Βγαίνει λοιπόν ο ένας υποψήφιος και λέει ότι δεν θα κάνει ρουσφέτια, δεν θα διορίσει, εκτός κι αν έχει κάποιος προσόντα ∙ κι ότι θα ζητήσει να φύγει απ’ τον τόπο το ΤΕΙ ή το στρατόπεδο, γιατί ναι μεν είναι καλό για την τοπική κοινωνία, αλλά το κράτος χάνει λεφτά και δεν του χρειάζεται να τα συντηρεί εδώ, γιατί μετά θα πρέπει να αφαιρέσει χρήματα από αλλού, ίσως απ’ τα ασφαλιστικά ταμεία. Βγαίνει κι ο δεύτερος υποψήφιος και λέει ότι θα κάνει όλα τα χατίρια, και τα ρουσφέτια, και θα κάνει και προσλήψεις, και θα δώσει μάχη για να μείνει εδώ το ΤΕΙ θηριοτρόφων και το στρατόπεδο, κι ας δίνει το κράτος λεφτά που δεν έχει, τα οποία δεν θα αφαιρεθούν απ’ τα ασφαλιστικά ταμεία και δεν θα κινδυνέψουν οι συντάξεις σας, γιατί θα δανειστούμε. Κουίζ. Ποιος θα βγει βουλευτής; Έτσι φτάσαμε στο φόνο στο Λαγανά, όπου οι αστυνομικοί δεν κάνουν τη δουλεία τους λόγω πιέσεων από τους τοπικούς βουλευτές, οι οποίοι πιέζονται απ’ τα συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας.
Έτσι φτάσαμε στο ποδόσφαιρο, όπου δεν τιμωρείται κανείς γιατί πιέζεται ο αθλητικός εισαγγελέας από το βουλευτή, που τον πιέζουν οι οπαδοί της ομάδας του τόπου.

Έτσι φτάσαμε στον Πανίκα, που αναρωτιόταν μπροστά στις κάμερες τί κακό έκανε, τη στιγμή που σχεδόν μηδένισε παρατύπως τα πρόστιμα του κατά συρροήν παραβάτη βενζινά. Με δυο καταδικαστικές αποφάσεις και με κυρίαρχο το πρόβλημα της ανομίας και της ατιμωρησίας στη χώρα, ο Πανίκας αναρωτιόταν ακόμη τί κακό έκανε! Ας αναρωτηθούν αυτοί που θα τον ξαναψηφίσουν, τί κακό κάνουν. Γιατί έχει και κοινωνίες που όταν σε πιάνουν με το αρνί στην πλάτη, στο χρεώνουν.

Έτσι φτάσαμε στο σημείο, η διαφθορά να είναι σαν τ’ αρχαία : όπου σκάβεις, να τη βρίσκεις. Έτσι φτιάξαμε μια χώρα, όπου το κάθε σκάνδαλο να είναι διπλό. Το διπλοσκάνδαλο, όπως το διπλότυπο. Το ένα σκάνδαλο να είναι αποκάλυψή του και το άλλο το κουκούλωμά του. 2 σε 1 δηλαδή. Κοιτάξτε τί βρήκαμε, κοιτάξτε πώς το χάσαμε. Έτσι φτάσαμε να μην πηγαίνει κανείς φυλακή, γιατί ακούσαμε το «όσο ψηλά κι αν βρίσκονται» τόσες φόρες, που μάλλον πάντα η ευθύνη είναι του θεού. Έτσι φτάσαμε τελικά, το πρόβλημα της χωράς να είναι ένα συγκεκριμένο δάσος, αλλά κανένα συγκεκριμένο δέντρο.

Η αλήθεια κατά Andre Gide όπως ανέφερες έχει γκρι χρώμα. Τί χρώμα όμως έχει η δικαιοσύνη στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή;

Η αλήθεια είναι μια διαλεκτική έννοια και πλησιάζεται σε στάδια. Ωστόσο, η δικαιοσύνη θα πρέπει να είναι απολύτως «δίκαιη»! Οι λέξεις μας προδίδουν, αν χάσουμε έστω και λίγο την αυτοσυγκέντρωση και την προσήλωσή μας στη σύνδεσή τους με τις αντίστοιχες έννοιες. Ακούω συχνά να ζητείται απ’ τη δικαιοσύνη, η περίφημη παραδειγματική τιμωρία. Hello... που λέει όψιμα κι ο Χατζηνικολάου. Η τιμωρία πρέπει να είναι δίκαιη. Η δίκαιη τιμωρία είναι και παραδειγματική. Πώς μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για δικαιοσύνη, όταν ένα απ’ τα κύρια προβλήματα της χωράς είναι η ατιμωρησία; Συνεπώς, επιβεβαιώνεται ότι κι η δημοκρατία νοσεί γιατί δημοκρατία χωρίς δικαιοσύνη δεν νοείται. Και δικαιοσύνη, δεν είναι να πληρώνει ο λαός, αναντίστοιχα με τα όποια του λάθη και παράλληλα κάποιοι άλλοι, όχι απλώς να μην πληρώνουν, αλλά να μην είναι καν στη φυλακή. Όσο διαρκεί αυτό, τόσο θα εξοργίζεται κι ο κόσμος. Κι οργή λαού, φωνή θεού.

Τελικά τι πρέπει να κάνουμε, πέρα από το… συμβολικό SilaSχιούμορ… «να τους δείρουμε όλους»;

Ν’ αλλάξουμε νοοτροπία. Το πρώτο και κύριο για μένα είναι αυτό. Όταν θ’ αντιληφτούμε την ατομική μας ευθύνη και θ’ ανακαλύψουμε την κοινωνική μας συνείδηση, τότε ίσως αρχίσουν να βελτιώνονται τα πράγματα σιγά - σιγά. Όταν ο κόσμος αρχίζει ν’ απαξιώνει την βανδίλα, κι αναφέρομαι συμβολικά στην αισθητική ενός ψεύτικου εντυπωσιασμού και μιας κίβδηλης φαντασμαγορίας σα modus vivendi μιας κοινωνίας, όταν θ’ αποκτήσει μια συνέπεια στις ηθικές αξίες κι ένα ειλικρινές ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο, τότε δεν θα υπάρχει και κανένα έλεος για τον πονηρό πολιτευτή, τον εθνεγέρτη λαϊκιστή. Τότε θα απαιτήσει ο κόσμος μια συνέπεια λόγων και πράξεων, γιατί το να βαράς άδειες κατσαρόλες για να γίνεις «ένα» με τον κόσμο, τη στιγμή που εκτός από λεφτά και ακίνητα, έχεις μέχρι και κότερο, είναι τουλάχιστον χυδαίο! Αν ο Λαζόπουλος θέλει να βελάζει με τα πρόβατα και να τρώει με τους λύκους, ας το κάνει, αλλά ας βάλει στο φόντο πίσω του και το κότερό του, για να βλέπουμε αν ταιριάζουν ο ήχος με την εικόνα.

Έτσι θα μπει ένα τέλος στη συνενοχή των πολιτών με τους πολιτικούς κι ίσως αυτοί αρχίσουν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, ανεπηρέαστοι από τα συμφέροντα κι έχοντας ως προτεραιότητα το συμφέρον της χώρας. Έτσι, ίσως, διαπλάσουμε καλύτερα και τη νέα γενιά. Σκεφτείτε πόσο σχιζοφρενικά μεγαλώνει σήμερα ένα ελληνόπουλο. Μαθαίνει στο σχολειό για τον Σωκράτη και το κώνειο και την υποταγή στους νόμους, ακόμη κι αν είναι άδικη μια απόφαση, και μετά πάει σπίτι, όπου ο μπαμπάς του τον ετοιμάζει για συλλαλητήριο διαμαρτυρίας, για την δίκαιη τιμωρία της ομάδας. «Και γιατί μας τιμωρούν μπαμπά;» «Δεν βρήκαν τα χαρτιά μας εντάξει παιδί μου» «Άρα σωστά μας τιμωρούν μπαμπά;» «Όχι, παιδί μου, γιατί κι οι άλλες ομάδες δεν έχουν εντάξει τα χαρτιά τους πιο πολύ από μας, κατάλαβες;». Εσύ τί νομίζεις, ότι το παιδί κατάλαβε; Βλέπεις τη νοοτροπία; Οι πολιτικοί είναι τα δικά μας παιδιά.

Είδα τυχαία σε πολιτικό φυλλάδιο βουλευτού και πρώην υπουργού τη λεζάντα: «Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ» και έμεινα έκπληκτος. Έλα ρε γίγαντα. Σοβαρά; Δηλαδή το συμφέρον του τόπου είναι πιο πάνω απ’ το συμφέρον της πατρίδας; Κι εγώ ο μαλάκας που νόμιζα, ότι το συμφέρον της πατρίδας είναι το συμφέρον του τόπου. Όμως, αυτό το έγραψε γιατί «πουλάει». Αν, ωστόσο, ο κόσμος δεν το «αγόραζε», δεν θα «πουλούσε». It takes two to tango. Αν δεν αλλάξουμε εμείς, δεν θ’ αλλάξει ο κόσμος μας. Ένα τελευταίο ενδεικτικό παράδειγμα νοοτροπίας είναι μια οικογένεια: μπαμπάς – μαμά χωρίς κράνος κι ένα μωρό στην αγκαλιά, σε παπί. Είμαι συγκλονισμένος και ρωτάω, μέσω Skype, τον κολλητό μου που βρίσκεται στον Καναδά, τί θα γινόταν εκεί αντίστοιχα. Μου απαντά ότι το παπί δεν θα πήγαινε ούτε ένα τετράγωνο παρακάτω, γιατί όποιος πολίτης το έβλεπε αυτό, θα έπαιρνε τηλέφωνο την αστυνομία κατευθείαν. Βεβαία, εδώ, δεν είναι ότι δεν θα πάρεις το100. Είναι ότι και να πάρεις, κανείς δεν θα τρέξει για ένα μωρό, σ ένα παπί, σ ένα δρόμο… γιατί του Έλληνα ο τράχηλος, ζυγό δεν υποφέρει. Στην Ελλάδα, βέβαια, γιατί όταν πάει στο εξωτερικό, είναι αυτή η «μεταφυσική» που τον μεταμορφώνει και μετά υποφέρει, κι υποφέρει κι αγόγγυστα ο ηγήτορας των άτακτων!

Το ερώτημα που πρέπει ίσως να τεθεί εδώ είναι αν το κράτος είμαστε εμείς. Ο πολίτης δεν αισθάνεται ότι το μπλόκο στη εθνική οδό για όριο ταχύτητας γίνεται για να προστατέψει τον ίδιο και την οικογένειά του, αλλά για να τον χαρατσώσει και να βάλει κάνα φράγκο στα ταμεία του -αυτό πιστεύει, όχι αδίκως πολλές φορές. Το αποτέλεσμα είναι να αναβοσβήνει τα φώτα στους απέναντι για να χαμηλώσουν ταχύτητα και να μη τους γράψει το κράτος-εχθρός. Το ότι αυτός που τρέχει, επειδή είναι ελληνάρας μάγκας κι αν έχει μπλόκο θα του κάνουν σινιάλο να κόψει, μπορεί αύριο να πέσει πάνω στο παιδί του και να το σκοτώσει, ούτε που του περνά απ το μυαλό.

Συνεπώς το ερώτημα επανέρχεται. Το κράτος είμαστε εμείς; Αν όχι, τζάμπα οι λέξεις. Αν ναι, τότε καταλαβαίνουμε γιατί έχουμε ένα αφερέγγυο κράτος, αδιάφορο, ανάλγητο, εγκληματικό. Εδώ έχουμε έναν αδυσώπητο πόλεμο με τον εαυτό μας, έναν αυτοκαταστροφικό αγώνα που σοβεί και τίποτα δεν θα τον λήξει. Χαμένοι θα βγούμε όλοι. Εγώ λοιπόν καταλήγω στο να αλλάξουμε νοοτροπία.

Σε ότι αφόρα τώρα μια συστημική αλλαγή, θα ήθελα μια επαναδιατύπωση του σοσιαλισμου. Μία «επαναπρόταση». Και δεν ξερω καν τί σημαινόμενο είναι πια το σημαίνον «σοσιαλισμός»! Ζουμε σε μια εποχή οπου η καπιταλιστική Αμερική έσωσε μ’ έναν εξόχως σοσιαλιστικό τρόπο (με 700δις δολάρια των αγρίως φορολογουμένων αμερικανών πολιτών) τις ιδιωτικές τράπεζές της, όταν ήταν να καταρεύσουν, ενώ η «κομμουνιστική» Κίνα εφαρμόζει έναν άνευ προηγουμένου κομμουνιστικό καπιταλισμό στην παγκόσμια Αγορά, τρομάζοντας και τους νεοφιλελεύθερους του Σικάγου. Μεταξύ των δυσδιάκριτων συνόρων των πολιτικών συστημάτων, συνθλίβονται οι μάζες, κάνοντας επίκαιρη όσο ποτέ τη φράση του Μάο Τσετούνγκ, που έλεγε «όλα κάτω απ’ τον ουρανό, είναι σε πλήρη αποδιοργάνωση. Η κατάσταση είναι ιδανική». Ισως, αν επανεφεύρουμε έναν σοσιαλισμό με μια εμφορούμενη σοσιαλιστική νοοτροπία, όπου θα έχει ο καθένας από μας εκ των προτέρων, ίσως τότε να υπάρχει μια ελπιδα να κατισχύσουμε της βαρβαρότητας. Να ξέρουμε μόνο, ότι στον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, ο άξων του κακού θα είναι οι Αγορές!

Ας πούμε και κάτι γι αυτούς που δεν τους ψήφισαν: Ποιον άραγε πρέπει να… δείρουν;

Αναμφισβήτητα τον εαυτό τους. Τουλάχιστον οι άλλοι, μετανιώνουν για μια λάθος επιλογή. Έπαιξαν κι έχασαν. Αυτοί που δεν ψηφίσαν, και έχασαν και δεν έπαιξαν.
Εκτός κι αν νομίζουν ότι ο μόνος ασφαλής τρόπος για να μην κάνει κανείς κάτι λάθος, είναι η αδράνεια. Ε, λοιπόν, η αδράνεια είναι ο μόνος σίγουρος τρόπος για να κάνεις λάθος, όταν είσαι ζωντανός. Βέβαια, αν δε μιλάμε γι’ αυτή τη συνθήκη, τότε αλλάζουν τα πράγματα.

Και για όσους δεν κατάλαβαν, κλείνω με μαύρο χιούμορ!

-----------------

Ο ΣΙΛΑΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ Γεννήθηκε στην Κομοτηνή.'Εχει παίξει σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις ανάμεσα στις οποίες: Πρόταση σε Γάμο, Αρκούδα,Μπρεχτ & Χίτλερ, Βίκτωρ, Αχαρνής, Γιατρός με το Στανιό, Μια Κυρία απ' την Αγκώνα, Τρεις Βαλίτσες κι Εγώ, Η τύχη της Μαρούλας κ.α. και σε 3 κινηματογραφικές ταινίες: Νυχτερινό τρένο, Προστάτης Οικογένειας, Μαρία Ηλέκτρα. Στην τηλεόραση έχει πάρει μέρος σε πολλές τηλεοπτικές παραγωγές ανάμεσα στις οποίες: Τελευτίο Αντίο, Τολμηρές Ιστορίες, Πειρασμός, Μια Νύχτα σαν κι αυτή, Τζιβαέρι, Δύο ξένοι, Λίφτινγκ, Καφέ της Χαράς, Γάμος με τα όλα του, Σκερτσάκια κ.α. όπως και σε πολλές τηλεοπτικές διαφημίσεις. Παρουσίαζε την εκπομπή ''ΖΑΠ'' και το ''Ημερολόγιο του Σίλα'' σε δικά του κείμενα στο ''SK live'' της Πόπης Τσαπανίδου. Στο ραδιόφωνο κανει την καθημερινη εκπομπη "Βρασε Ορυζα" 1.00-2.00μμ στη ΝΕΤ FM, γράφει και παίζει μέχρι σήμερα παραστάσεις Stand up comedy. Είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
Τέλος, έχει μαύρη ζώνη στο kickbox και έχει κάνει για χρόνια, brazilian jujitsu και submission fighting ή αλλιώς MMA (mixed martial arts.