Περίπου μισή ώρα προτού αρχίσει ο αγώνας της εθνικής μας ομάδας μπάσκετ με την αντίστοιχη της FYROM, όπως είναι η επίσημη διεθνής ονομασία αυτής της χώρας. Ή των Σκοπίων, όπως είθισται πολλοί Έλληνες να τη φωνάζουν. Ή της Μακεδονίας, όπως οι ίδιοι οι πολίτες της επιθυμούν να την αποκαλούν. Όσοι από εκείνους ενδιαφέρονται.

Ads

Του Βασίλη Κωστούλα

Ο δημοσιογράφος της ελληνικής κρατικής τηλεόρασης (δεν έχει σημασία ποιος) απευθύνει ερωτήματα στο βοηθό προπονητή της εθνικής μας ομάδας (δεν έχει σημασία ποιος), στο πλαίσιο των καθιερωμένων συνεντεύξεων από μέλη της ελληνικής αποστολής πριν από την έναρξη της εκάστοτε -ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ- αναμέτρησης. Αυτή τη φορά δεν στέκεται ιδιαίτερα στο αγωνιστικό μέρος της περίστασης.

Με περίσσια αυτοπεποίθηση, και με την επισήμανση ότι η εφετινή ομάδα αποτελείται από αρκετούς Ελληνοαμερικανούς, προφανώς εννοώντας ότι πάσχουν από έλλειψη υψηλού εθνικού φρονήματος ή πως εν πάση περιπτώσει ενδέχεται να μην είναι καλά ενημερωμένοι, ρωτά τον κόουτς αν οι παίκτες αντιλαμβάνονται την ιδιαίτερη σημασία αυτού του αγώνα. Εκείνος από την πλευρά του αναγνωρίζει ότι η συμμετοχή στην εθνική ομάδα διακατέχεται και από μία αίσθηση πατριωτισμού, ωστόσο, τονίζει πως τα μέλη της ελληνικής αποστολής αφήνουν ανάλογα ζητήματα στο πίσω μέρος του μυαλού τους και επικεντρώνονται στο αθλητικό γεγονός αυτό καθ’ αυτό. Υπογραμμίζει δε πως ο αθλητισμός προάγει αρχές όπως η ειρήνη και η συμφιλίωση.

Ads

Οι δηλώσεις του κόουτς δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα στοιχειώδες, εντελώς υποτυπώδες, μάθημα κοινής λογικής και θετικής προσέγγισης των πραγμάτων. Ωστόσο, ο συνάδελφος της ελληνικής κρατικής τηλεόρασης δεν έδειξε να διδάσκεται. Πόσο μάλλον να ικανοποιείται. Συνεπώς, με ένα έντονο ύφος εθνικής «κουτοπονηριάς», επιμένει, και ρωτά: «θα τους απαντήσουμε μέσα στο γήπεδο;». Προς στιγμή, ο κόουτς κόπιασε. Υποθέτω, αναρωτώμενος σε τι ακριβώς καλείται ο ίδιος και τα υπόλοιπα μέλη της αποστολής να «απαντήσουν». Σε τι ακριβώς και από ποιον καλούνται να «απαντήσουν» άνθρωποι οι οποίοι έχουν αφοσιωθεί και διακριθεί σε ένα ομαδικό σπορ το οποίο επί δεκαετίες προσφέρει χαρές σε τόσους φίλους του αθλητισμού ανά την υφήλιο. Είχα ήδη συγχυστεί. Δεν ήμουν σε θέση να ακούσω την αντίδραση του κόουτς, από τον οποίο τυχαίνει πιτσιρικάς να έχω διδαχθεί -αν και ανεπίδεκτος μαθήσεως- απλώς και μόνο το ντράιβ, το λέι απ, το σουτ και την τοποθέτηση στην άμυνα. Όχι την εθνική άμυνα. Τη μπασκετική.

Άρχισα να συνέρχομαι στον επίλογο αυτής της συνέντευξης, με το συνάδελφο της ελληνικής κρατικής τηλεόρασης να ερωτάται από τον παρουσιαστή του pre – game show αν ο ίδιος έχει αντιληφθεί την οποιαδήποτε «πρόκληση» από τους φιλάθλους των αντιπάλων στην κερκίδα. Βεβαίως, στη συνέχεια έσπευσε να υπενθυμίσει το αποτέλεσμα παλαιότερης αντίστοιχης αναμέτρησης ανάμεσα στις δύο ομάδες, κατά την οποία η ελληνική είχε κερδίσει με μεγάλο σκορ την αντίπαλη, αν κατάλαβα καλά τονώνοντας την εθνική αυτοπεποίθηση των δύο συναδέλφων.

Δεν παρακολούθησα τον αγώνα. Προτίμησα να γράψω. Το σκορ όμως το έμαθα. Η ελληνική ομάδα ηττήθηκε με 14 πόντους διαφορά. Δεν είχα κάποιο λόγο να χαρώ. Αλλά ούτε και να στεναχωρηθώ. Ποιος με διαβεβαιώνει άλλωστε ότι δεν έβαλε το «χεράκι» της στο αποτέλεσμα η περιρρέουσα ατμόσφαιρα η οποία διαμορφώνεται σε ένα βαθμό και από τηλεοπτικές μεταδόσεις όπως η σημερινή, με την έννοια της ψυχολογικής «εθνικής» πίεσης που ενδέχεται να ασκείται σε παίκτες και προπονητές. Ίσως με διαφώτιζε ο κόουτς, αλλά έχω χρόνια να του μιλήσω. Του εύχομαι, εύχομαι σε όλους μας, να μην ξαναβρεθεί στη σημερινή θέση από αντίστοιχες προσεγγίσεις συναδέλφων μου.