Ο Σπύρος Αραβανής έχει δώσει πολύ καλά δείγματα γραφής έως σήμερα με τον ποιητικό και στιχουργικό του λόγο και με τα δοκίμια του πάνω στα θέματα του ελληνικού τραγουδιού. Με το βιβλίο του όμως «Ο άνθρωπος που μεγάλωνε σαν δέντρο» (Εκδόσεις Κέδρος), εισέρχεται στην ομάδα των λογοτεχνών που θα μας απασχολήσουν σοβαρά γιατί έχουν κάτι σημαντικό να καταθέσουν τόσο ως προς τη φόρμα όσο και ως προς το περιεχόμενο.
Ποιος είναι εκείνος που μεγάλωνε σαν δέντρο;
Ποιος είναι ο ήρωας που διανύει αυτή την διαδρομή αυτογνωσίας, πορεύεται μόνος του και πλάι στον αφηγητή, αλλά ελευθερώνεται απ’ αυτόν και στο βάθος χάνονται τελικά και τα σύνορα που τους χωρίζουν; Πως καταφέρνει ενώ αισθάνεται δέντρο που μεγαλώνει με λίπασμα τους ίδιους τους ανθρώπους του, να κατακτήσει τελικά, όχι μια «θεϊκή» ακινησία έχοντας βγάλει ρίζες, αλλά μια ρευστότητα που μοιάζει με τη σοφία περισσότερο από εκείνα τα λόγια των φιλοσόφων που έχει αποστηθίσει κι αποτελούν πυξίδα του;
Ο ήρωας του Αραβανή και ο αφηγητής, σαν ένα σώμα, βρίσκονται στον δρόμο προς την αυτογνωσία προς την ελευθερία, είναι συνεχώς σε μια υπαρξιακή αναρώτηση άλλοτε με αφορμή τα μικρά άλλοτε με αφορμή τα μεγάλα. Τα μικρά τον οδηγούν στα μεγάλα. Κι επειδή θέλει να φτάσει στην προσωπική του πηγή, το καθετί και ο οποιοσδήποτε γίνεται κομμάτι του δικού του μίτου της Αριάδνης. Οι άνθρωποι, η δράση τους, η φύση, τα γεγονότα, είναι ευκαιρίες που δεν πάνε χαμένες.
Ο ήρωας του Αραβανή κυρίως στοχάζεται, τον διακόπτουν οι προειδοποιήσεις της ζωής «…που είναι πάντα πιο ισχυρές από οποιονδήποτε στοχασμό». Ανασύρει τραγούδια, μύθους, αποσπάσματα σοφών που έχουν γίνει πλέον βίωμα και μοιάζουν με ανθρώπους που περιφέρονται στο μικροσύμπαν του το οποίο διαστέλλεται συχνά όταν πατάει σε συνειδητοποιήσεις που έχουν κάτι οικουμενικό. Δεν είναι τελικά μόνο δικό του αυτό το σύμπαν, κι ας έχει την οσμή των δικών του προγόνων. Αν βρει νερό σημαίνει ότι βρήκε μια πηγή που ξεδιψάει αιώνια, μόνο τους διψασμένους για καθαρό νερό.
Ο ήρωας του Αραβανή όμως, δεν προσπαθεί να κατακτήσει την αυτογνωσία και την ελευθερία. Η διαδρομή αυτή είναι μονόδρομος γι’αυτόν. Είναι αυτονόητη, σαν τις αυτοματοποιημένες κινήσεις μας, σαν το κουκούλι της κάμπιας που με απόλυτα φυσικό τρόπο αφήνεται στο χώμα για να επιτρέψει την μεταμόρφωση της σε πεταλούδα.
Αυτή η μεταμόρφωση του ήρωα θέλει το έδαφος της για να επιτευχθεί κι αυτό είναι ένα περιβάλλον όπου είναι κυρίαρχες οι έννοιες Μνήμη – Χώρος – Λόγος (οι λέξεις) και η μεταξύ τους σχέση. Ο χώρος της μνήμης, η μνήμη του χώρου, Οι λέξεις της μνήμης η μνήμη των λέξεων.
Ο Χώρος
Σε αυτή την υπαρξιακή διαδρομή ο Αραβανής δεν περιστρέφεται γύρω από την έννοια του χρόνου όπως θα περίμενε κανείς με βάση την καθαρά υπαρξιακή χροιά του κειμένου, προκειμένου να διεισδύσει στα μυστήρια ή τις αγωνίες της ζωής και του θανάτου.
Ο χώρος είναι που απασχολεί πολύ τον συγγραφέα. Ο ήρωας του δεν κοιτάζει αλλά «τακτοποιεί το βλέμμα του στον χώρο».
Περιφέρεται σε πολύβουους δρόμους, δίπλα στο ποτάμι της πόλης του της οποίας το όνομα δεν μαθαίνουμε ποτέ, σε πλατείες όπου απευθύνεται σε αγάλματα ηρώων τους οποίους οι απόγονοι τους ανάγκασαν να στέκουν ακινητοποιημένοι στην πόλη βλέποντας «…πως το αίμα κι οι αγώνες τους πήγαν στο βρόντο».
Σχολιάζει όσα συμβαίνουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης γιατί δημόσιος χώρος είναι κι αυτός. Μετά είναι ο χώρος που μοιράζεται στο τραπέζι, στο τρένο, στον έρωτα, στην αγάπη. Κι αν δεν είναι δημόσιος ο χώρος, θα είναι κοινόχρηστος όπως το ασανσέρ και τα γραφεία της δουλειάς του, εκεί όπου διασταυρώνονται ετερόκλητοι άνθρωποι που θα τους κοιτάξει στα μάτια, γιατί ο καθένας μπορεί να του καθρεφτίσει ένα μονοπάτι που θα πάρει ή που θα αγνοήσει. Ένα τραγούδι που συγκράτησε, για να επιβεβαιώσει το αίσθημα του μια τυχαία στιγμή, σε μια τυχαία συνάντηση.
Στον δημόσιο χώρο αφήνει να κάθονται δίπλα του άνθρωποι που έζησαν αιώνες πριν κι άλλοι που θα ζήσουν αιώνες μετά.
Ο ήρωας περιφέρεται σε τρένα, συναντά επαίτες, στο νεκροταφείο ανακαλύπτει μια μετα θάνατο ταξική διαστρωμάτωση, διαβαθμίσεις του χώρου των πλουσίων και των φτωχών.
Όμως κάθε τόσο, ο δημόσιος χώρος ανοίγει την πόρτα στον εσωτερικό του χώρο που διευρύνεται για να χωρέσει τους εαυτούς που ανακαλύπτει, Και μετά διευρύνεται ακόμα περισσότερο για να τους κατανοήσει και να τους αγαπήσει.
Τεντώνεται στον εσωτερικό του χώρο, εκεί μπορεί να απλωθεί, στο γραφείο τον εμποδίζουν οι συμβάσεις και τα ανοίκεια κοινωνικά σχήματα. Εκεί που ευδοκιμεί η φαντασία η μόνη πραγματικότητα του καθενός, διαμείβονται όλα, διακυβεύονται όλα. Εκεί είναι ο παράδεισος και η κόλαση που μας υποσχέθηκαν . Σε αυτόν τον εσωτερικό χώρο που ποτέ δεν αναφέρεται αλλά είναι πανταχού παρών.
«Ένας σωστός ημιυπαίθριος χώρος, μπορεί να αποτελέσει την ομαλή μετάβαση του κατοίκου από το απόλυτο υπαίθριο φως, στη σκιά ενός εσωτερικού χώρου» γράφει. Εξάλλου το χαμόγελο στα χείλη του ήρωα του εμφανίζεται όταν από το «πουθενά» ξαφνικά ξαναβρίσκεται στο «παντού».

Οι Λέξεις
Οι λέξεις είναι ιερές, για τον Αραβανή, είναι η πρώτη ύλη του.
«Είναι δυνατόν δίπλα σας να υπάρχουν αυτές οι λέξεις κι εσείς να είστε τόσο ψύχραιμοι;» αναρωτιέται ο ήρωας του που δεν καταλαβαίνει πως προσπερνά κανείς τις λέξεις, τα λόγια που εκείνον τον συνταράζουν, τον μετακινούν, τον ταξιδεύουν, τον θρέφουν σαν το στήθος της μάνας. Εξάλλου ανάμεσα στους ανθρώπους που έγιναν λίπασμα για να μεγαλώσει εκείνος σαν δέντρο ήταν κι οι αγαπημένοι του λογοτεχνικοί ήρωες.
«Γεράσαμε μέσα σε λίγα χρόνια λέξεις προαιώνιες όπως δημοκρατία, φασισμός, σεξισμός, διακρίσεις, συγγνώμη, πένθος….Έτσι λοιπόν θα το πάμε; Θα χρησιμοποιούμε τις λέξεις ή θα κρυβόμαστε πίσω από αυτές για να κατηγορήσουμε ή να δικαιολογηθούμε; Θα καταναλώνουμε άσκοπα μέχρι και την τελευταία ρανίδα νοήματος που έχουν οι μεγάλες ιδέες που μετουσιώνονται σε λέξεις, για να επιχειρηματολογήσουμε σε αυτόν τον αδίστακτο αγώνα μονολόγων;»
Οι λέξεις για τον Αραβανή δεν είναι αέρας να τις καταναλώνεις χάσκωντας, δεν είναι βρύση που την ξεχνάς ανοιχτή. Είναι οντότητες. Είναι κλειδιά και πύλες για την άλλη μεγάλη του πόρτα, εκείνη της Μνήμης.
«Στο κυνήγι του χαμένου θησαυρού, ένας τρελός κρατάει μιαν απόχη και συνεχώς να προσπαθεί να πιάσει λέξεις στον αέρα της μνήμης» γράφει.
Στην άλλη πλευρά του φεγγαριού των λέξεων, οι ενεργητικές σιωπές. Εκείνες που επιβάλλονται όταν πρέπει να διαφυλάξει κανείς τα ιερά του. Γιατί σ’ αυτή η διαδρομή προς την αυτογνωσία δεν πηγαίνει καταστρέφοντας αλλά διαφυλάττοντας, προστατεύοντας τα ιερά του. Έστω κι αν στην πορεία χρειαστεί να φονεύσει ορισμένους εαυτούς αλλά οπωσδήποτε και προγόνους, προκειμένου να πιει νερό.
Μνήμη
Μετά είναι η μνήμη που λύνει τα μυστήρια, που νικιέται όταν είμαστε παρόντες «ήμουν παρών κι αυτό αποτελούσε ήδη μια νίκη απέναντι στη μνήμη» γράφει ο Αραβανής. Αυτή η μνήμη πίσω από την οποία τρέχει εκείνος που μεγάλωνε σαν δέντρο, καλώντας την να αποκαλύψει την πρωταρχική του ύλη, τα πρώτα σημάδια συνείδησης, τα πρώτα αποσπάσματα της προσωπικής του ύπαρξης, τις πρώτες ασπρόμαυρες φωτογραφίες των οποίων το χρώμα προσπαθεί να ανακαλέσει για να βρει το σχήμα του.
Η μνήμη, αυτή η μεγάλη μήτρα, η όχι πάντα τόσο αθώα αφού εξαιτίας της είμαστε προσδεμένοι με την πληγή του τραύματος. «Δεν θα ήταν δα ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που επέζησε της φρίκης της μνήμης, αλλιώς ούτε η ζωή προχωρά ούτε ο θάνατος» γράφει ο συγγραφέας αναγνωρίζοντας την ευεργετική επίδραση της οδύνης για εκείνον που θέλει να περάσει το ποτάμι.
«Γιατί η ζωή δεν είναι η τέχνη της αναδρομικής αφήγησης . είναι η μνήμη που κυλάει και γι’αυτό δεν χορταριάζει.» Γι ‘ αυτό αποδομεί κλισέ και τσιτάτα, ορμητικές τάσεις της εποχής και διαπιστώνει διαρκώς έναν κόσμο ανάποδα και συνομιλεί μαζί του όχι με τον τρόπο που το κάνει ο Γκαλεάνο, αλλά με την τρυφερότητα -και την ιδιορρυθμία όμως- ενός ασκητή.
Στο μικροκλίμα του ο ήρωας ζει μια μοναχική ζωή, πηγαινοέρχεται στη δουλειά κάνει βόλτες συνδιαλέγεται τόσο όσο με τον περίγυρο, δεν έχει έντονη δράση.
Αλλά δεν έχει καμία σημασία τι κάνει ο ήρωας του Αραβανή. Η εξωτερική του δράση του δεν αφορά ούτε τον ίδιο ούτε τον αναγνώστη. Αυτό που έχει σημασία είναι η εσωτερική του δράση, οι στοχαστικές του διαδρομές κάθε που αφήνει το βλέμμα του να πέσει σε ένα βιβλίο, σε έναν επαίτη, σε μια φωτογραφία αφημένη, σε οτιδήποτε κι οποιονδήποτε θα κάνει το φως του καθρέφτη του να αστράψει και θα τον οδηγήσει στην έξοδο του λαβυρίνθου του. Ή καλύτερα στην είσοδο της ουσιαστικής του ύπαρξης.

Τα ανοιχτά ερωτήματα
Το εύρημα του Αραβανή, αυτή η συνδιαλλαγή και η αλληλεπίδραση από ένα σημείο και μετά του αφηγητή με τον ήρωα του αναστατώνει τον αναγνώστη γιατί τον θέτει σε ένα καθεστώς αυτοαμφισβήτησης. Είναι σίγουρος πλέον πως έπεσε στις παγίδες του ήρωα του βιβλίου που διαβάζει, παγίδες οικείες για τον καθένα και την καθεμία, αφού εμπεριέχουν γνωστά εργαλεία αυτοπαρατήρησης και αυτοανάλυσης αλλά και ανάλυσης του κοινωνικού περιβάλλοντος. Κι αν τελικά ήταν όλοι οι καθρέφτες παραμορφωτικοί;
Ο Αραβανής συνδιαλέγεται με τον ήρωα του για να τον ελευθερώσει ή γιατί πονά που τον αποχωρίζεται και ψάχνει λύση να πορευτούν λίγο ακόμα παρέα; Πρέπει άραγε να απελευθερώσει τον ήρωα για να λυτρωθεί ο ίδιος;
Η γοητεία του κειμένου βρίσκεται στο ότι οι εκδοχές όλες, όχι απλά δεν ανταγωνίζονται η μία την άλλη αλλά συνυπάρχουν. Όπως η οδύνη του αποχωρισμού που βρίσκεται σε εναγκαλισμό με την ανάγκη για αποχωρισμό.
Παραφράζοντας το ποίημα του στο βιβλίο «Δεν με νοιάζουν οι κορυφές/ είναι ανίκητες σαν αυτούς που εξουσιάζουν», δεν τον νοιάζουν οι βεβαιότητες και οι στέρεες απαντήσεις, τα ανίκητα και άκαμπτα σχήματα. Τουλάχιστον αν είναι στέρεες με τον τρόπο που είναι αυτή η βαριά πραγματικότητα η οποία μας κρατά εγκλωβισμένους σε μια και μόνο διάσταση.
Που δεν μας αφήνει να απλωθούμε μυστηριακά στον χώρο που είναι κυρίαρχος στην αφήγηση. Μια πραγματικότητα που περιόριζε τη μνήμη στριμώχνοντας την σε ανούσιες πληροφορίες και σε έναν χρόνο χρηστικό.
Μεγαλώνει αλλάζει ταπεινώνεται απαλλάσσεται από τα περιττά όχι για να ελευθερωθεί, γιατί τώρα πια γνωρίζει ότι τίποτα το απόλυτο δεν υπάρχει στην ελευθερία. Ελευθερία είναι τα όρια της ελευθερίας του καθένα «αυτό είναι το όριο της ελευθερίας που μπορώ προς το παρόν να φτάσω» γράφει.
Τίποτα πιο μεγάλο δεν υπάρχει από την αθώα ανάγκη, την ταπεινότητα, την αφαίρεση κάθε παραμορφωτικού φακού που κάνει τη ζωή απάνθρωπα βαριά, αγώνα ψυχαναγκασμών και μια ανούσια παρέλαση.
Δεν έφτασε εκεί όμως χωρίς απώλειες, χωρίς τους ακρωτηριασμούς από τον έρωτα, χωρίς τις συμβάσεις και την εξαντλητική αναμέτρηση με το «εγώ» του και τα «εγώ» των άλλων. Όμως η σκόνη κατακάθισε.
Οι άνθρωποι έγιναν το λίπασμα στις ρίζες του και η πορεία προς την αυτογνωσία τελικά μπορεί να είναι κάτι παρηγορητικό, όχι ένας εξανλτητικός αγώνας δρόμου μόνο που απαιτεί τεράστια ψυχικά αποθέματα.
Εκείνος που μεγάλωνε σαν δέντρο τελικά απόλαυσε την ρευστότητα, το οξυγόνο, που εισπνέουν εκείνοι που στοχάζονται για να κατανοήσουν και κατανοούν για να στοχαστούν. Εκείνοι που αισθάνονται όχι για να έχουν την ψευδαίσθηση πως υπάρχουν, αλλά για να μοιράσουν και να μοιραστούν τον χώρο τους. Όλα όσα θίγει ο Αραβανής στο βιβλίο, η πολιτική η εξουσία οι στοίχιση πίσω από τους προγόνους μας, ακόμα και το ύφος του το ίδιο, οδηγούν εκεί. Στις δυνατότητες που έχουμε να δραπετεύσουμε από τα κακοφορμισμένα ερμηνευτικά σχήματα που μας έχουν δέσμιους. Γι’αυτό αυτή η διαδρομή είναι μια κυρίως πολιτική πράξη.
Το ερώτημα «τι είναι ευτυχία» έμεινε αναπάντητο όπως τόσα άλλα -ευτυχώς- κι έτσι οι δυνατότητες για επιπλέον κατανόηση, βίωμα πνευματικό και συναισθηματικό, είναι δρόμοι ακόμα ανοιχτοί.
Ο Σπ. Αραβανής σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είναι διδάκτορας και μεταδιδάκτορας Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης (Πανεπιστήμιο ΑΘηνών). Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. (Συν)εργάζεται ως μουσικός αρθρογράφος και ερευνητής. Είναι συνεκδότης στο διαδικτυακό περιοδικό Poiein.gr
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


