Τι συμβαίνει όταν ένας συγγραφέας επιστρέφει, ύστερα από χρόνια, στα παλιά του κείμενα; Τα αναγνωρίζει ως δικά του ή τα κοιτάζει πια με το βλέμμα ενός άλλου ανθρώπου;

Ads

Ο Κώστας Αρκουδέας επιστρέφει σε τρεις ιστορίες που τον συνόδευσαν σε διαφορετικές περιόδους της συγγραφικής του διαδρομής και τις συναντά ξανά στις «Νουβέλες από τα παλιά», που κυκλοφορούν τον Οκτώβριο από τις εκδόσεις Εύμαρος.

Ads

Δεν πρόκειται, όμως, για μια απλή επανέκδοση. Τα κείμενα ξαναδουλεύτηκαν, άλλαξαν μορφή και, όπως λέει ο ίδιος, πέρασαν από την «υψικάμινο της αναδημιουργίας».

Ads

Το παρελθόν και το παρόν συνυπάρχουν έτσι σε ένα βιβλίο που κοιτάζει προς τα πίσω χωρίς να μένει εκεί. Ακόμη και το επαναλαμβανόμενο «Και» στους τίτλους των τριών κειμένων λειτουργεί για τον Αρκουδέα ως σύνδεσμος ανάμεσα στο τότε και στο τώρα.

Ads

Στους «Ανθρώπους των Βιβλίων» μιλά για αυτή την επιστροφή, για τη Γιουρσενάρ και τα Αδριανού Απομνημονεύματα, για τη δικαιοσύνη – τη λέξη που επιλέγει για να χαρακτηρίσει τον εαυτό του – αλλά και για την κακοπροαίρετη κριτική, ένα θέμα για το οποίο μιλά χωρίς περιστροφές.

Και όταν η συζήτηση φτάνει στον αναγνώστη, ζητά κάτι απαιτητικό και ταυτόχρονα ενδιαφέρον. Να κλείνει το βιβλίο με μια αίσθηση πληρότητας, έχοντας υπάρξει όχι απλώς αποδέκτης της ιστορίας, αλλά ενεργός συνομιλητής της.

Αν έπρεπε να περιγράψετε το τελευταίο σας βιβλίο χωρίς να αναφέρετε την υπόθεσή του, τι θα λέγατε;

Το τελευταίο μου βιβλίο έχει τίτλο «Νουβέλες από τα παλιά» και κυκλοφορεί τον ερχόμενο Οκτώβρη από τις εκδόσεις Εύμαρος. Πρόκειται για τρεις νουβέλες αφιερωμένες σε μια γενιά που κλήθηκε να ζήσει με τις αντιφάσεις της, να ξεπεράσει τις προκαταλήψεις της περασμένης γενιάς και να χαράξει τη δική της πορεία.

Ο μονόλογος της Δέσποινας στο Και πρόσεχε να μην πετρώσεις κυκλοφόρησε ως μυθιστόρημα στα τέλη του εικοστού αιώνα και περίμενε υπομονετικά να καταλάβει τη θέση που του αναλογεί. Η επιστολική νουβέλα Και τώρα δεν είναι αργά ήταν ενσωματωμένη στο μυθιστόρημα Ο πειρατής, που κυκλοφόρησε στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα.

Όσο για τον αρχικό τίτλο της τρίτης νουβέλας Το θέατρο – Και πάλι ο γκιόνης, ήταν Το θέατρο. Ακολουθώντας πολυδαίδαλα μονοπάτια κυκλοφόρησε ως μυθιστόρημα στη δεύτερη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα με τίτλο Παράφορο πάθος και αποκτά τώρα την οριστική της μορφή. Οι τρεις νουβέλες πέρασαν μέσα από την υψικάμινο της αναδημιουργίας και εξασφάλισαν ιδιότητες που δεν είχαν προηγουμένως ή που δεν είχαν αρκετά τονιστεί.

Ο συμπλεκτικός σύνδεσμος «Και» στους τίτλους είναι η κολλώδης ουσία που συνδέει το τότε με το τώρα, η γέφυρα που ενώνει το παρελθόν με το παρόν. Στις προμετωπίδες υπάρχουν στίχοι από τραγούδια των Pink Floyd, που συμβολίζουν το άνοιγμα και το κλείσιμο τριών σημαντικών κύκλων.

Ποια ερώτηση δεν σας έχουν κάνει ποτέ σε συνέντευξη και θα θέλατε κάποιος να σας κάνει;

Η ερώτηση θα ήταν: «Όλοι έχουμε έναν Σαλιέρι στη ζωή μας. Ο δικός σας ποιος είναι;» Και θα απαντούσα: «Ο δικός μου Σαλιέρι είναι ένας κύριος με μικρά, σχιστά, κακά μάτια, που θεωρείται αυθεντία στην Ελλάδα του φθόνου και της διχόνοιας. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις αποκάτω. Μου έκανε στο παρελθόν μια κάκιστη κριτική για ένα βιβλίο μου χωρίς προφανέστατα να το έχει διαβάσει, από αγνή μοχθηρία. Δεν άνοιξα δημόσιο διάλογο μαζί του. Έστειλα ένα μήνυμα στον προσωπικό του υπολογιστή, όπου με στοιχεία αποδείκνυα πόσο λάθος ήταν η κριτική του. Από τότε με μίσησε.

Ξέρετε, δεν με ενοχλεί η κακή κριτική. Με ενοχλεί όμως η κακοπροαίρετη. Δεν είναι κάτι νέο αυτό. Το έζησαν στο πετσί τους κάμποσοι λογοτέχνες στο παρελθόν. Ο Βιζυηνός, για παράδειγμα, χρειάστηκε να πεθάνει για να αναγνωριστεί. Όσο ζούσε, τον κορόιδευαν και τον λιθοβολούσαν. «Αυτή η εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς αναγνώριση είναι χαρακτηριστική μιας παράδοσης που διατηρείται έως σήμερα», σημείωσε ο νεοελληνιστής Βαγγέλης Αθανασόπουλος στο βιβλίο του Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού. «Είναι η παράδοση που τη συντηρούν εκείνοι που συνασπίζονται σε ομάδες για να υπηρετήσουν τη μικρόψυχη και τυφλή ικανοποίηση των τρεχουσών μικρο-ματαιοδοξιών τους, οι οποίοι κάνουν πολύ κακό χωρίς οι ίδιοι να κερδίζουν ουσιαστικά τίποτα». (Μυστική Ιθάκη, σελ. 300)

Ποιο βιβλίο άλλου συγγραφέα εύχεστε να είχατε γράψει εσείς και γιατί;

Το Αδριανού Απομνημονεύματα της Βελγίδας Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, γιατί έθεσε το ιστορικό μυθιστόρημα σε νέες βάσεις. «Το βιβλίο της Γιουρσενάρ έχει τη μορφή αποχαιρετιστήριας επιστολής του Αδριανού προς τον διάδοχό του Μάρκο Αυρήλιο και αποτελεί μια εκ βαθέων εξομολόγηση για τη διακυβέρνηση και τον έρωτα, με τέτοια πειστικότητα που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν η συγγραφέας υπήρξε μετενσάρκωση του Ρωμαίου αυτοκράτορα». (Το χαμένο Νόμπελ, σελ. 29). Ξέρετε, η Γιουρσενάρ έγραψε την πρώτη μορφή του μυθιστορήματος σε νεαρή ηλικία, στη συνέχεια το έσκισε και το πέταξε γιατί έκρινε ότι δεν ανταποκρινόταν σε αυτό που ήθελε να κάνει και κατόπιν το ξανάγραψε ακολουθώντας για 30 ολόκληρα χρόνια τα βήματα του Αδριανού.

Ποια λέξη ή ποια φράση πιστεύετε ότι σας χαρακτηρίζει περισσότερο ως άνθρωπο;

Η δικαιοσύνη. Έχω έντονη την αίσθηση της δικαιοσύνης. Είναι ο κυριότερος λόγος που μου προκαλεί αηδία όλο αυτό που συμβαίνει στη χώρα μας με τη δικαστική εξουσία. Πολιτικοί που θα έπρεπε να είναι στη φυλακή, είναι έξω και μας χλευάζουν.

Όταν κάποιος κλείσει ένα βιβλίο δικό σας, ποιο είναι το συναίσθημα που θα θέλατε να του μείνει τελευταίο;

Της πληρότητας, ακόμη κι αν το φινάλε παραμείνει ανοιχτό. Η αίσθηση της συμπυκνωμένης γνώσης που μεταφέρθηκε σε εκείνον από τον μετασχηματιστή που ονομάζεται συγγραφέας. Και κάτι ακόμα: η αίσθηση ότι στάθηκε επαρκής ως αναγνώστης και απορρόφησε τα συστατικά που ενσταλάχτηκαν μέσα του.