Στο νέο βιβλίο του «Το ποτάμι που επέστρεφε» (Ελληνοεκδοτική) ο Μάνθος Σκαργιώτης, μιλά για τα ανθρώπινα πάνω από το καλό και το κακό, χωρίς κρίσεις και επικρίσεις. Μοιάζουμε εξάλλου με τον Ιανό, τον διπρόσωπο θεό των Ρωμαίων: είμαστε ικανοί για το καλύτερο αλλά και για το χειρότερο. Οι ήρωές του κινούνται στην κόψη του ξυραφιού σε ταραγμένους καιρούς, με μοναδικό στόχο την επιβίωσή τους.
Ο συγγραφέας μας μεταφέρει στην εποχή που ο Άραχθος είναι σύνορο ανάμεσα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και την Οθωμανική αυτοκρατορία. Η ιστορία ξεκινά με την κατάρρευση του γεφυριού της Πλάκας.
Ο ήρωάς σας σε όλη την περιπετειώδη ζωή του αναζητά την ταυτότητά του. Πώς επικοινωνούμε με την ανάγκη του; Τί ρόλο παίζει η «ταυτότητα» στη δική μας εποχή;
Ο ήρωας με τη δράση του και με τις σκέψεις του, μάς ανοίγει τον δρόμο για να περιπλανηθούμε σε όλη την έκταση του προβλήματός του. Αγνοεί τη ρίζα του κι αυτό τον βασανίζει. Ενίοτε τον συντρίβει. Φτάνει στο σημείο να θεωρεί μάνα και πατέρα πρόσωπα για τα οποία δεν έχει την παραμικρή ένδειξη ότι υπάρχουν (έσχατη επιλογή όσων δεν έμαθαν ποτέ τους γονείς τους). Αυτό μας προκαλεί συγκίνηση και συμπάθεια. Ο αναγνώστης μάλιστα ενδέχεται να δει τον εαυτό του, για άλλο λόγο, στη θέση του ήρωα. Αυτό το ενδεχόμενο με φέρνει στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας και στον ακόλουθο συλλογισμό: Έχουμε φτάσει στην εποχή που, χάρη στην επιστημονική ανάπτυξη και την τεχνολογία, χύνεται άπλετο φως παντού. Ακόμα και στις πιο σκοτεινές γωνιές της ζωής. Το φως αυτό όμως είναι τόσο εκτυφλωτικό, που δεν μπορούμε να δούμε ότι ο κόσμος, ο έξω και ο μέσα μας, έχει παραποιηθεί (κυρίως από τη σφαλερή στάση μας απέναντι στο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης). Αυτή η παραποίηση εγκυμονεί διάφορους κινδύνους. Λύση πάντως δεν είναι να χαμηλώσουμε τα φώτα για να μη μας τυφλώνουν. Έχουμε χρέος –πατώντας γερά στο σήμερα και προσανατολισμένοι στο αύριο– να ανακαλύψουμε τον πραγματικό εαυτό μας στα μονοπάτια του χθες, δηλαδή στην ιστορία και στην παράδοση. Για να παίξει, εντέλει, σήμερα η «ταυτότητα» τον ρόλο της: να καθορίσει τον ατομικό και εθνικό βηματισμό μας.
Πώς επηρεάζει η γλώσσα τη διαμόρφωση της ταυτότητας; Μπορεί να υπάρξει Ήπειρος χωρίς το ηπειρώτικο ιδίωμα;
Στο πρώτο ερώτημα ας αφήσουμε να απαντήσει ένας μεγάλος Έλληνας. Ο Ελύτης στην ομιλία του στους Έλληνες μετανάστες στη Στοκχόλμη είχε πει: «Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας. Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια». Πάει να πει ότι η γλώσσα είναι το κύριο συστατικό της ταυτότητας. Όσο για το δεύτερο ερώτημα, δεν γνωρίζω πώς θα είναι η Ήπειρος χωρίς το ηπειρώτικο ιδίωμα. Δεν μπορώ να το φανταστώ. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι τα δέντρα στην Ήπειρο ανθίζουν μόνο όταν ακούνε την ντοπιολαλιά. Είναι η μητρική γλώσσα τους. Κι όχι μόνο των δέντρων, αλλά είναι η μητρική γλώσσα και των πουλιών και του αέρα και του νερού.
Πιστεύετε πως η λογοτεχνία είναι ένας χώρος ώστε να διατηρηθεί η ντοπιολαλιά της Ηπείρου στη συλλογική μνήμη;
Αναμφισβήτητα. Η λογοτεχνία μπορεί να διατηρήσει την ντοπιολαλιά. Χρειάζεται όμως προσοχή. Η ντοπιολαλιά είναι καλό να περιορίζεται στους διαλόγους των έργων –διαλόγους εποχής εννοώ– και ίσως σε κάποιες άλλες περιπτώσεις που ο συγγραφέας θέλει να αποδώσει εναργέστερα το ύφος μιας ξεχωριστής κοινωνίας. Στο υπόλοιπο μέρος του πεζογραφήματος ο σημερινός αφηγητής χρησιμοποιεί τη σύγχρονη μορφή γλώσσας. Όταν όμως ολόκληρο το έργο είναι μονόλογος ενός «παλιού» προσώπου, τότε φυσικά αυτό το πρόσωπο θα μιλά και θα σκέφτεται με τον τρόπο που μιλούσαν και σκέφτονταν την εποχή που ανακαλεί. Εν κατακλείδι, η λογοτεχνία όχι μόνο έχει χώρο για την ντοπιολαλιά, αλλά γίνεται το όχημα που θα την κουβαλάει για πάντα. Κι έτσι πρέπει. Γιατί η ντοπιολαλιά καθρεφτίζει την ειδοποιό διαφορά του κάθε τόπου, εκφράζει γνήσια τη λαϊκή ψυχή, «υπονομεύει» την παγκοσμιοποίηση και γειώνει τα λογοτεχνικά έργα.
Αρκετές γυναίκες, δυνατές και καρτερικές, παρελαύνουν από το βιβλίο σας. Θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τις θυσίες τους (με την έννοια του άνισου και σκληρού αγώνα) με τη συζυγική βία, τις γυναικοκτονίες και τη σεξουαλική κακοποίηση που υφίστανται σήμερα οι γυναίκες;
Η καθημερινή θυσία εκείνων των γυναικών ήταν, ασφαλώς, δυσβάστακτη και με τα σημερινά δεδομένα απάνθρωπη. Έτσι όμως έβλεπαν τον ρόλο της γυναίκας τότε. Να θυσιάζεται για τα παιδιά, να θυσιάζεται για το σπίτι, να θυσιάζεται για τον άντρα. Αυτό θεωρούσε και η ίδια ως χρέος της και γι’ αυτό δεν αντιδρούσε. Το υπόβαθρο δηλαδή της θυσίας ήταν αποδεκτό από όλους. Είχε, όσο και ν’ ακούγεται κυνικό, μια εντιμότητα. Αντίθετα, η συζυγική βία της εποχής μας, οι γυναικοκτονίες και η σεξουαλική κακοποίηση είναι ένας παραλογισμός που πηγάζει από τα πιο άγρια ένστικτα του ανθρώπου. Εδράζεται στην αντίληψη ότι το δίκιο βρίσκεται πάντα σ’ εκείνον που έχει βαρύτερο χέρι. Σήμερα, το υπόβαθρο της «θυσίας» είναι η ηθική διαστροφή. Πιστεύω λοιπόν πως δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε παραλληλισμό.
Έχετε μελετήσει συστηματικά το έργο του ποιητή Κώστα Κρυστάλλη: επινοήσατε μάλιστα στο μυθιστόρημά σας μία συνάντησή του με τον πρωταγωνιστή. Πώς επικοινωνεί ο λόγος του με τον σύγχρονο αναγνώστη;
Ο Κρυστάλλης είναι ο γνήσιος «μεταφραστής» της φύσης. Γνώριζε άριστα τη γλώσσα των χρωμάτων, των πουλιών, του αέρα, των πηγών, των αιγοπροβάτων, της πέτρας, της στράτας. Γιατί κι ο ίδιος ήταν η συνέχεια της φύσης και του βουνίσιου κόσμου. Σε ό,τι λοιπόν άκουγε ή έβλεπε έδινε ψυχή απ’ την ψυχή του, το μετέφερε στο χαρτί και του χάριζε την αθανασία. Η φύση επομένως δεν είναι απλώς σκηνικό στο έργο του. Είναι η ανάσα του, ο χτύπος της φλέβας του.
Στον σύγχρονο αναγνώστη τα ποιήματα και τα πεζά του Κρυστάλλη ανοίγουν δυο δρόμους: ο ένας δρόμος οδηγεί προς την ελευθερία των βουνών και των οριζόντων· ο άλλος βγάζει στις ρούγες του λαϊκού πολιτισμού. Το κακό είναι πως πολλοί άνθρωποι, υποταγμένοι στην αλλοτρίωσή τους, δεν συναισθάνονται ούτε της φύσης ούτε του λαϊκού πολιτισμού την ανάγκη. Αλλά, όπως και να ’χει, αναγνώστες του Κρυστάλλη πάντα θα υπάρχουν. Νομίζω πως μόνο αν στερέψουν οι πηγές, αν βουβαθούν τα πουλιά, αν σβήσουν τ’ αστέρια, αν βουλιάξουν τα χωριά μαζί με την ιστορία τους, μόνο τότε ο Κρυστάλλης θα πάρει μια θέση στο μουσείο των ξεχασμένων ποιητών.
Στο μυθιστόρημά σας αναφέρεστε στη ρουμανική προπαγάνδα: δάσκαλοι θυσίασαν τη ζωή τους για την ελληνική γλώσσα. Μία παρθεναγωγός δολοφονείται στο βιβλίο σας και γράφετε: «Η Ελλάδα, άρχοντά μου, δεν είναι σφαχτάρι να τη βάζεις στο κούτσουρο του χασάπη». Σήμερα, πώς θα ακουγόταν αυτή η φράση από το στόμα του νεοέλληνα, αφού με την ανοχή του πουλήθηκε η δημόσια περιουσία στους ξένους επενδυτές;
Ίσως θα ακουγόταν με τον ίδιο τρόπο η φράση αυτή, ίσως και όχι. Πάντως θα ακουγόταν. Γιατί πολλοί είναι εκείνοι που βλέπουν το ξεπούλημα στο οποίο αναφέρεστε. Φοβάμαι όμως πως η αντίδρασή μας είναι μάλλον λεκτική. Ξεγελάμε τον εαυτό μας με αναλύσεις και φωνές κι έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας. Είναι, βλέπετε, αχόρταγος ο καναπές, τα καταπίνει όλα: διαμαρτυρίες, θεωρίες, ενοχές. Σαν να ψεύτισε ο κόσμος. Στο τέλος, αρκούμαστε μόνο σε όσα μας έπεισαν ότι είναι απαραίτητα. Κι ότι για τα παραπέρα δεν πρέπει να μας πέφτει λόγος. Τι κι αν αυτά (τα παραπέρα) είναι για μας χαλινάρι και βουκέντρα; Αν λοιπόν η φράση της παρθεναγωγού ακουστεί σήμερα, θα θεωρηθεί –κι ας είναι τόσο επίκαιρη– από πολλούς, και σίγουρα από την άρχουσα τάξη, παρωχημένη. Κι όσοι βλέπουν το «σφαχτάρι πάνω στο κούτσουρο του χασάπη» απαξιώνονται σαν κολλημένοι στη λάσπη του μακρινού παρελθόντος. Και ξεπερασμένοι από την ιστορία. Ίσως χρειάζεται ένα γερό ταρακούνημα, για να ξυπνήσουμε και να διεκδικήσουμε ό,τι μας ανήκει.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


