Έληξε η διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του υπ. Πολιτισμού το οποίο επιχειρεί, σύμφωνα με την πολιτική ηγεσία, να ρυθμίσει θέματα τόσο του νεώτερου πολιτισμού όσο και της προστασίας των αρχαιοτήτων. Ωστόσο οι αντιδράσεις για το νομοσχέδιο που πρόκειται να ψηφιστεί εν μέσω καλοκαιριού, εποχή που δυσχεραίνει πάντα τον διάλογο, είναι πολλές. Σήμερα στις 12 ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων δίνει συνέντευξη τύπου σχετικά με το θέμα ενώ η Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος – Ακροάματος (ΠΟΘΑ) έχει ήδη εκφράσει τις αντιρρήσεις της σε μια σειρά από παρεμβάσεις.

Ads

Μία από τις σκανδαλώδεις προβλέψεις είναι πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα αξιοποιήσει το Cash Rebate για να χρηματοδοτήσει ακόμα και τηλεπαιχνίδια σε κανάλια!

Ads

Το Cash Rebate είναι το επενδυτικό κίνητρο -που είχε ψηφιστεί επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- με τη μορφή κρατικής επιδότησης που επιστρέφει στους παραγωγούς ποσοστό των εξόδων που πραγματοποιούν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων τους στην Ελλάδα. Η πρωτοβουλία του Λευτέρη Κρέτζου είχε προκαλέσει ενθουσιώδη σχόλια του κόσμου του κινηματογράφου ο οποίος αιμοδοτήθηκε από την πολιτική που έφερε στην Ελλάδα αρκετές ξένες παραγωγές δημιουργώντας κίνητρα.

Ads

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπως είχαμε αναλύσει σε παλαιότερο ρεπορτάζ, αξιοποίησε τη δομή για να χαρίσει χρήματα στους καναλάρχες. Χρήματα που προέρχονται από τον ελληνικό λαό. Μάλιστα ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν έχει διστάσει να καρπωθεί το cash rebate διαφημίζοντας τη σειρά του Παπακαλιάτη στο Netflix, χωρίς να πει ότι είναι έργο των προκατόχων του ούτε ότι ο ίδιος το αξιοποιεί για να ταϊσει με χρήμα όχι τις κινηματογραφικές παραγωγές, αλλά τα κανάλια. Ακόμα κι έτσι όμως δεν είχε φανταστεί κανένας ότι θα προχωρούσαν στην ακόμα πιο προκλητική απόφαση, να χρηματοδοτήσουν και τα τηλεοπτικά παιχνίδια του ψυχαγωγικού προγράμματος όπως προβλέπει το νέο νομοσχέδιο.

Ads

Η ΠΟΘΑ, δεν στέκεται όμως μόνο σε αυτό. Το νομοσχέδιο με τίτλο «Σύσταση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς ΑΕ» (Hellenic Heritage Organisation SA), Αναδιοργάνωση του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (Ο.Δ.Α.Π.) – Στρατηγική για την προστασία και ανάδειξη της ενάλιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας – ίδρυση Φορέα Διαχείρισης Επισκέψιμων Χώρων Ενάλιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς – Εφαρμογή του εθνικού σχεδίου δράσης με σκοπό την ανάπτυξη του Οπτικοακουστικού Δημιουργικού Τομέα (Ο.Δ.Τ.) – Ρυθμίσεις για την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς – Διαχείριση και διανομή αδιάθετων ποσών πνευματικών δικαιωμάτων – Θέματα Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας και άλλων εποπτευόμενων φορέων του Υπουργείου Πολιτισμού», έχει κι άλλες γκρίζες ζώνες.

Υπογραμμίζει πως δεν έγινε πάλι καμία ουσιαστική διαβούλευση και πως την ώρα που τα λεφτά πάνε πάλι στα κανάλια, «η τέχνη αντιμετωπίζεται μόνο ως εργαλείο ανάπτυξης».

« …υποβαθμίζεται η ελληνική κινηματογραφική τέχνη, καθώς αντιμετωπίζεται απλώς ως «κινηματογραφική παραγωγή» και όχι ως ξεχωριστή μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας. Παράλληλα, η αναφορά στη στήριξη της οπτικοακουστικής παραγωγής σημαίνει ότι ο νέος φορέας θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί, εκτός από τον κινηματογράφο, και τηλεοπτικές σειρές ή άλλες παραγωγές των ιδιωτικών καναλιών, ακολουθώντας την ίδια πολιτική που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα.

Αυτή η επιλογή δεν είναι ουδέτερη. Εξισώνει την κινηματογραφική τέχνη με την τηλεοπτική παραγωγή και περιορίζει τους διαθέσιμους πόρους για την ενίσχυση μιας ανεξάρτητης ελληνικής κινηματογραφίας» γράφει η επιστολή της ομοσπονδίας προς την υπουργό Λ. Μενδώνη.

Σημειώνει επίσης πως δεν προβλέπεται καμία υποχρέωση των διεθνών παραγωγών που λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση να συνεργάζονται με Έλληνες επαγγελματίες του κινηματογράφου ή να ενισχύουν ουσιαστικά την εγχώρια παραγωγή και τεχνογνωσία και πως «Η δημόσια χρηματοδότηση δεν μπορεί να στηρίζει επιχειρήσεις που παραβιάζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων».

Αναφέρει ένα σοβαρό ζήτημα, πως με το προτεινόμενο σύστημα, η διοίκηση και ο ελεγκτικός μηχανισμός αλληλεξαρτώνται δημιουργώντας έτσι άλλον έναν πυρήνα διάβρωσης της αξιοπιστίας της δημοσίας αποστολής του Οργανισμού σε φαινόμενα διαφθοράς. Με άλλα λόγια, ο ελεγχόμενος έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τον ελεγκτή του.

Τέλος κάνει αναφορά σε ενστάσεις που αφορούν την πνευματική ιδιοκτησία καθώς το νέο νομοσχέδιο αλλάζει το καθεστώς διαιτησίας του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας σε κάποιες περιπτώσεις και ορίζει πως θα αποζημιωθούν οι πνευματικοί δημιουργοί μετά την πτώχευση της ΑΕΠΙ.

 

Ολόκληρη η επιστολή

 

Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος- Ακροάματος

Κυρία Υπουργέ,

Η Ομοσπονδία μας εκπροσωπώντας το σύνολο των καλλιτεχνών και εργαζομένων στο Θέαμα και Ακρόαμα, παρεμβαίνουμε στη δημόσια διαβούλευση εκφράζοντας την έντονη ανησυχία μας και τους προβληματισμούς μας σχετικά με το παρόν αναρτηθέν στην δημόσια διαβούλευση σχεδίου νόμου του Υπουργείου Πολιτισμού με τίτλο: «Σύσταση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς ΑΕ» (Hellenic Heritage Organisation SA), Αναδιοργάνωση του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (Ο.Δ.Α.Π.) – Στρατηγική για την προστασία και ανάδειξη της ενάλιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας – ίδρυση Φορέα Διαχείρισης Επισκέψιμων Χώρων Ενάλιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς – Εφαρμογή του εθνικού σχεδίου δράσης με σκοπό την ανάπτυξη του Οπτικοακουστικού Δημιουργικού Τομέα (Ο.Δ.Τ.) – Ρυθμίσεις για την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς – Διαχείριση και διανομή αδιάθετων ποσών πνευματικών δικαιωμάτων – Θέματα Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας και άλλων εποπτευόμενων φορέων του Υπουργείου Πολιτισμού».

Η αναφορά μας αφορά τα άρθρα 74 έως 104 του Μέρους Δ΄ και τα άρθρα 117, 120, 122 του Μέρους Ε΄.

Συγκεκριμένα:

1) ΕΠΙ ΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ Δ΄ «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ (ΑΡΘΡΑ 74-104)»

Όπως είχαμε επισημάνει και κατά την ψήφιση του Νόμου 5105/2024, το ΕΚΚΟΜΕΔ αποτελεί μια διεθνή ιδιαιτερότητα που δεν ανταποκρίνεται στις καθιερωμένες πρακτικές. Στις περισσότερες χώρες λειτουργεί ένα ανεξάρτητο Κέντρο Κινηματογράφου, το οποίο στηρίζει την κινηματογραφική δημιουργία με καλλιτεχνικά και πολιτιστικά κριτήρια, τα οποία δεν μπορούν να αποτιμηθούν αποκλειστικά με οικονομικούς ή ποσοτικούς δείκτες. Παράλληλα, λειτουργεί ένας διακριτός οργανισμός, αρμόδιος για τα υπόλοιπα ζητήματα του οπτικοακουστικού τομέα, όπως η προσέλκυση διεθνών παραγωγών, τα κίνητρα (cash rebate), οι τηλεοπτικοί σταθμοί, οι ψηφιακές πλατφόρμες και η ευρύτερη ανάπτυξη της οπτικοακουστικής βιομηχανίας.

Το παρόν Σχέδιο Νόμου καταρτίστηκε, για ακόμη μία φορά, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τους συλλογικούς φορείς των καλλιτεχνών και των εργαζομένων στον χώρο της τέχνης και του πολιτισμού. Πρόκειται για φορείς που διαθέτουν αποδεδειγμένα πολυετή εμπειρία, καθώς και σημαντική γνώση των σύγχρονων εξελίξεων τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γεγονός που θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού και σύγχρονου θεσμικού πλαισίου.

Από την πρώτη στιγμή διαπιστώνουμε ότι το παρόν Σχέδιο Νόμου όχι μόνο διατηρεί αλλά και ενισχύει τη λογική της εμπορευματοποίησης της κινηματογραφικής τέχνης και της οπτικοακουστικής παραγωγής. Αντιμετωπίζει το κινηματογραφικό έργο πρωτίστως ως επιχειρηματική επένδυση και οικονομικό προϊόν, αντί να αναγνωρίζει τον χαρακτήρα του ως καλλιτεχνική δημιουργία με ουσιαστική κοινωνική, πολιτιστική και εκπαιδευτική αξία. Την ίδια στιγμή, παραλείπει να θεσπίσει ουσιαστικά κίνητρα για την ανάδειξη και στήριξη νέων δημιουργών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν προβλέπονται νέοι ή εναλλακτικοί μηχανισμοί χρηματοδότησης της κινηματογραφικής δημιουργίας, ούτε λαμβάνονται πρωτοβουλίες για την ενίσχυση του σεναρίου, που αποτελεί το θεμέλιο κάθε κινηματογραφικού έργου. Απουσιάζουν επίσης μέτρα για την ανάδειξη νέων δημιουργικών ταλέντων, τη στήριξη των ανεξάρτητων δημιουργών και την ενδυνάμωση της καλλιτεχνικής παραγωγής πέρα από τα στενά οικονομικά κριτήρια.

Για ακόμη μία φορά, η οπτικοακουστική παραγωγή προσεγγίζεται κυρίως ως εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης και προσέλκυσης επενδύσεων, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται η ιδιότητά της ως έργου τέχνης και να παραγνωρίζεται ο καθοριστικός κοινωνικός και πολιτιστικός της ρόλος. Έτσι, η πολιτική για τον κινηματογράφο περιορίζεται σε μια αναπτυξιακή λογική, χωρίς να αντιμετωπίζει τον πολιτισμό ως δημόσιο αγαθό που χρήζει ουσιαστικής προστασίας και ενίσχυσης.

Με το Σχέδιο Νόμου υποβαθμίζεται η ελληνική κινηματογραφική τέχνη, καθώς αντιμετωπίζεται απλώς ως «κινηματογραφική παραγωγή» και όχι ως ξεχωριστή μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας. Παράλληλα, η αναφορά στη στήριξη της οπτικοακουστικής παραγωγής σημαίνει ότι ο νέος φορέας θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί, εκτός από τον κινηματογράφο, και τηλεοπτικές σειρές ή άλλες παραγωγές των ιδιωτικών καναλιών, ακολουθώντας την ίδια πολιτική που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα.

Αυτή η επιλογή δεν είναι ουδέτερη. Εξισώνει την κινηματογραφική τέχνη με την τηλεοπτική παραγωγή και περιορίζει τους διαθέσιμους πόρους για την ενίσχυση μιας ανεξάρτητης ελληνικής κινηματογραφίας, που έχει ανάγκη από σταθερή και ουσιαστική δημόσια στήριξη ως μορφή τέχνης και πολιτιστικού αγαθού.

Την ίδια στιγμή, το Σχέδιο Νόμου δεν αντιμετωπίζει το χρόνιο πρόβλημα της μη εφαρμογής της υποχρέωσης των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών να διαθέτουν το 1,5% των ετήσιων εσόδων τους για την παραγωγή ελληνικών κινηματογραφικών ταινιών, όπως προβλέπει η νομοθεσία. Αντί να διασφαλίζεται η εφαρμογή αυτής της υποχρέωσης, οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί συνεχίζουν να λαμβάνουν σημαντική κρατική χρηματοδότηση για τηλεοπτικές παραγωγές, ακόμη και για ψυχαγωγικές εκπομπές όπως Τηλεοπτικά Ριάλιτι και τηλεπαιχνίδια. Στην πράξη, δηλαδή, οι πολίτες καλούνται να χρηματοδοτούν τα προγράμματα των ιδιωτικών καναλιών, ενώ οι υποχρεώσεις των ίδιων των καναλιών απέναντι στον ελληνικό κινηματογράφο παραμένουν ανεκπλήρωτες.

Σήμερα ο ελληνικός κινηματογράφος χρειάζεται ένα πραγματικά σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο που να είναι ευέλικτο, δημοκρατικό και αποτελεσματικό, να λειτουργεί με διαφάνεια και να εξασφαλίζει ότι οι δημόσιοι πόροι κατανέμονται δίκαια, χωρίς αποκλεισμούς, στηρίζοντας κάθε μορφή κινηματογραφικής δημιουργίας. Αντί γι’ αυτό, το Σχέδιο Νόμου συγκεντρώνει υπερβολικές αρμοδιότητες σε λίγα πρόσωπα, και ιδιαίτερα στον Διευθύνοντα Σύμβουλο. Αυτή η υπερσυγκέντρωση εξουσίας περιορίζει τη διαφάνεια, αποδυναμώνει τον έλεγχο και δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης.


Γίνεται επίσης σαφές ότι βασικός στόχος του νομοσχεδίου είναι η προσέλκυση ξένων οπτικοακουστικών παραγωγών, για τις οποίες προβλέπεται η διάθεση δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ μέσω των κρατικών κινήτρων. Την ίδια ώρα, όμως, η ελληνική κινηματογραφική δημιουργία εξακολουθεί να υποχρηματοδοτείται και να μην αποτελεί προτεραιότητα της πολιτείας, όπως συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια.

Ιδιαίτερα προβληματικές είναι και οι διατάξεις για το πρόγραμμα cash rebate. Δεν προβλέπεται καμία υποχρέωση των διεθνών παραγωγών που λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση να συνεργάζονται με Έλληνες επαγγελματίες του κινηματογράφου ή να ενισχύουν ουσιαστικά την εγχώρια παραγωγή και τεχνογνωσία.

Παράλληλα, πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι η κρατική χρηματοδότηση μπορεί να ανακαλείται όταν μια παραγωγή παραβιάζει την εργατική νομοθεσία ή τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Η δημόσια χρηματοδότηση δεν μπορεί να στηρίζει επιχειρήσεις που παραβιάζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων. Η αρχή πρέπει να είναι ξεκάθαρη: καμία δημόσια ενίσχυση χωρίς σεβασμό στην εργατική νομοθεσία και στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, σε πλήρη εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις για την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, κατ’ εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας που ορίζει ότι ο στόχος το επόμενο διάστημα είναι το 80% των εργαζομένων να αμείβονται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθώς επίσης και της εκστρατείας δημοσίων συμβάσεων του uni europa με τον ευρωπαίο επίτροπο για την εργασία, καμία δημόσια σύμβαση χωρίς συλλογική σύμβαση εργασίας. Εδώ να υπενθυμίσουμε ότι παλιότερα υπήρχε και η βεβαίωση καλών εργασιακών πρακτικών από την επιθεώρηση εργασίας μαζί με την υποβολή της πρότασης.

Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί στον χώρο των γυρισμάτων καταγράφονται συχνά εξαντλητικά ωράρια που φτάνουν ακόμη και τις 14, 15 ή 17 ώρες εργασίας, απλήρωτες υπερωρίες, εργασία στο ρεπό. Παρότι έχουν γίνει επανειλημμένες καταγγελίες, οι έλεγχοι είναι ελάχιστοι. Για τον λόγο αυτό χρειάζεται να θεσπιστεί ένας ουσιαστικός μηχανισμός ελέγχου της τήρησης της εργατικής νομοθεσίας, καθώς και των κανόνων υγείας και ασφάλειας σε όλες τις παραγωγές. Οι κανόνες πρέπει να είναι ίδιοι για όλους και να εφαρμόζονται στην πράξη.

Επιπλέον, όπως συνέβη και με τον Νόμο 5105/2024, το νομοσχέδιο αφήνει πολλά κρίσιμα ζητήματα να ρυθμιστούν αργότερα με Υπουργικές ή Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις. Αυτό σημαίνει ότι βασικές διατάξεις του νόμου θα μπορούν να αλλάζουν χωρίς ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, δημιουργώντας ανασφάλεια και έλλειψη διαφάνειας.

Τέλος, υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα, με το προτεινόμενο σύστημα, η διοίκηση και ο ελεγκτικός μηχανισμός αλληλεξαρτώνται δημιουργώντας έτσι άλλον έναν πυρήνα διάβρωσης της αξιοπιστίας της δημοσίας αποστολής του Οργανισμού σε φαινόμενα διαφθοράς. Με άλλα λόγια, ο ελεγχόμενος έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τον ελεγκτή του. Είναι αναγκαίο να υπάρξουν πραγματικές ασφαλιστικές δικλείδες ανεξαρτησίας και κοινωνικού ελέγχου, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της κινηματογραφικής κοινότητας και των επαγγελματικών φορέων στις διαδικασίες εποπτείας.

Συνολικά, το νομοσχέδιο με τα άρθρα 74-104, δίνει την εντύπωση ότι αποτελεί ένα προεκλογικό δώρο, ότι εξυπηρετεί κυρίως συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, προσφέροντας νέες χρηματοδοτήσεις στα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, αντί να διαμορφώνει μια ολοκληρωμένη πολιτική για την ανάπτυξη του ελληνικού κινηματογράφου και της οπτικοακουστικής παραγωγής.

Για όλους αυτούς τους λόγους ζητούμε την απόσυρση από το νομοσχέδιο των άρθρων 74 έως 104 του νομοσχεδίου και την έναρξη ουσιαστικού θεσμικού διαλόγου με τους φορείς του κινηματογράφου, του πολιτισμού και των εργαζομένων, ώστε να διαμορφωθεί ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που θα στηρίζει την καλλιτεχνική δημιουργία, θα προστατεύει την εργασία και θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του χώρου.

2) ΕΠΙ ΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ Ε΄ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ – ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (ΑΡΘΡΑ 105-127) ΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΕΠΙΣΗΜΑΝΟΥΜΕ ΤΑ ΚΑΤΩΤΕΡΩ:

Α) ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 117 ΠΕΡΙ ΕΥΛΟΓΗΣ ΑΜΟΙΒΗΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΠΑΡ. 9 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 18 Ν. 2121/93.

Με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο αυτό, όταν στην ίδια κατηγορία ή υποκατηγορία δικαιούχων υπάρχουν περισσότεροι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και τελικά δεν επιτυγχάνεται συμφωνία για τη μεταξύ τους κατανομή, τότε εκδίδεται σχετική απόφαση του ΟΠΙ διάρκειας τριών (3) ετών από την έκδοσή της που ρυθμίζει και διαμορφώνει τον τρόπο είσπραξης και καταβολής καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια επί του θέματος.

Οι οργανισμοί που δεν συμφωνούν με την απόφαση του ΟΠΙ μπορούν να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη για τον καθορισμό άλλης κατανομής ανατρέποντας την απόφαση του ΟΠΙ. Η πρόβλεψη της τριετούς διάρκειας της απόφασης του ΟΠΙ, εφόσον η απόφαση του ΟΠΙ δεν γίνεται αποδεκτή από τα ενδιαφερόμενα μέρη, ουσιαστικά σε βάθος τριετίας θα δημιουργεί καθεστώς μεροληψίας υπέρ των οργανισμών που πιθανώς ευνοούνται από την απόφασή του έναντι των οργανισμών που εκτιμούν ότι αδικούνται και συνεπώς θα βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση σε κάθε περίπτωση προσφυγής στη Δικαιοσύνη.

Θα πρέπει η απόφαση του ΟΠΙ να είναι διάρκειας ενός και μόνο έτους και ο ΟΠΙ, εάν δεν έχει επιλυθεί η διαφορά, να επανατοποθετείται με νέα απόφασή του το επόμενο έτος λαμβάνοντας υπόψιν κάθε νέο δεδομένο ή αλλαγή της υφιστάμενης κατάστασης.

Β) ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 120 ΠΕΡΙ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΟΥ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΣΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ ΤΗΣ ΠΡΩΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΟΝΤΟΤΗΤΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 50 ΤΟΥ Ν. 4481/2017 ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ «ΑΕΠΙ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Α.Ε.»

Με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο αυτό και ειδικότερα στην παρ. 4, ο σύνδικος της πτώχευσης θα διανείμει και θα αποδώσει στους δικαιούχους δημιουργούς τα ποσά που δικαιούνται με βάση τον κανονισμό διανομής της πρώην Α.Ο.Δ. (ΑΕΠΙ) όπως ίσχυε κατά το χρόνο ανάκλησης της αδείας της.

Ερωτούμε: Είναι δυνατόν να γίνει η διανομή με βάση τον κανονισμό μιας εταιρίας που καταγγέλθηκε και της οποίας αφαιρέθηκε η άδεια για σωρεία παρανομιών και παραβάσεων;

Θα πρέπει η διανομή να γίνει εφαρμόζοντας επακριβώς τον Νόμο ανάλογα με την προκύπτουσα χρήση λαμβάνοντας υπόψιν το φυσικό, ψηφιοποιημένο και ψηφιακό αρχείο τεκμηρίωσης και έργων των δικαιούχων ή, σε εναλλακτική περίπτωση, με τον κανονισμό διανομής της διαδόχου κατάστασης ΕΥΕΔ (Ειδική Υπηρεσία Έκτακτης Διαχείρισης).

Τίθεται εύλογα το ερώτημα, δεδομένου ότι στον παρόντα χρόνο οι δικαιούχοι έχοντας ενεργές συμβάσεις με άλλους Ο.Σ.Δ. για την είσπραξη των δικαιμάτων τους, εάν τα προς είσπραξη δικαιώματά τους θα αποδοθούν απευθείας στους ίδιους ή στους Ο.Σ.Δ τους οποίους τους εκπροσωπούν τώρα. Στην περίπτωση που αποδοθούν στους Ο.Σ.Δ. που τους εκπροσωπούν τώρα και οι οποίοι θα πρέπει να αποδώσουν τελικά τα δικαιώματα στους δικαιούχους, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ούτως ώστε να μην γίνουν κρατήσεις εκ νέου από τους ΟΣΔ που οι δικαιούχοι στον παρόντα χρόνο είναι μέλη, αφού ήδη αρχικά θα έχουν γίνει κρατήσεις προμήθειας και διαχειριστικών εξόδων από το σύνδικο της πτώχευσης υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας.

Επίσης, τίθεται το ερώτημα εάν υφίστανται διαπιστωμένες προκαταβολές του πρώην Α.Ο.Δ. (ΑΕΠΙ) προς δικαιούχους και εάν αυτές θα ληφθούν υπόψιν στα τελικά ποσά που θα αποδοθούν ως χρηματικό αποτέλεσμα προς αυτούς.

3) ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 122 ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗΤΡΩΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΑΡΘΡΩΝ 108 ΚΑΙ 109 Ν. 5039/2023.

Τόσο στον αρχικό Νόμο 5039/2023 αλλά και στα προβλεπόμενα στο παρόν Νομοσχέδιο στο άρθρο 108 παρ. 4.(ε) και 109 παρ. 3.(ε) για τη λειτουργία του Μητρώου Απασχολουμένων στον Πολιτισμό (Μ.Α.Π.), αναφέρεται και καταγραφή εισοδημάτων από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε και επανειλημμένα έχουμε αναφερθεί σε σχετικές επιστολές μας και δια ζώσης συναντήσεις μας σε όλα τα συναρμόδια Υπουργεία, οι εργαζόμενοι στο Θέαμα-Ακρόαμα που έχουν τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών είναι μισθωτοί και επί του τιμολογίου που εκδίδουν επικολλάται ΕΦΚΑ Μισθωτών Υπηρεσιών (πρώην ΙΚΑ). Σε καμία περίπτωση δεν ασκούμε επιχειρηματική δραστηριότητα. Σε καμία περίπτωση τους εργαζόμενους του κλάδου μας δεν θα πρέπει να τους αφορούν οι συγκεκριμένες προβλέψεις και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να γίνει καταγραφή εισοδημάτων από τιμολόγια παροχής υπηρεσιών των εργαζομένων στο Θέαμα-Ακρόαμα αφού ως μισθωτοί ασφαλιζόμαστε στον ΕΦΚΑ (ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ).

Οι υποτροπές αυτής της μορφής έχουν οδηγήσει σε μεγάλα προβλήματα τον κλάδο μας σε ό,τι αφορά την είσπραξη του Ειδικού Εποχικού Επιδόματος και του Επιδόματος Ανεργίας, που παρά τις όποιες υποσχέσεις έχουμε λάβει για αντιμετώπισή τους, συνεχίζουν να ταλαιπωρούν τα μέλη μας.

Επίσης διερωτώμεθα εάν αυτές οι προβλέψεις προοιωνίζουν τη λειτουργία και ένταξη στο Μητρώο Απασχολουμένων στον Πολιτισμό και εμπορικών επιχειρήσεων που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να συμπεριληφθούν σε αυτό. Στο Μ.Α.Π. πρέπει να εγγράφονται μόνο τα πρόσωπα με την ιδιότητα του εργαζομένου.

Για όλους αυτούς τους λόγους ζητούμε την απόσυρση από το νομοσχέδιο των άρθρων 107, 120 και 122 του νομοσχεδίου και την έναρξη και σε αυτές τις περιπτώσεις ουσιαστικού θεσμικού διαλόγου με τους φορείς των καλλιτεχνών και εργαζομένων στην τέχνη και τον πολιτισμό, ώστε να διαμορφωθεί ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που θα στηρίζει την καλλιτεχνική δημιουργία, θα προστατεύει την εργασία, το πνευματικό – συγγενικό δικαίωμα και θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων στον σύγχρονο πολιτισμό.