Έχει περάσει ένας μήνας από τότε που είδα την ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Σπασμένη φλέβα» και δεν βιάστηκα να γράψω γιατί όσο  με «ακολουθεί», τόσο παράγει σκέψεις και συναισθήματα, όπως συμβαίνει με όλα τα έργα που αφήνουν ισχυρό αποτύπωμα.

Ads

Ο Οικονομίδης έχει καταφέρει να κρατήσει σταθερά τον καθρέφτη απέναντι μας από το «Σπιρτόκουτο» έως σήμερα με αποτέλεσμα να παρακολουθούμε μέσα το έργο του την ελληνική κοινωνία να σπάει σιγά σιγά τα φρένα της και να φτάνει όπως μαρτυρά η «Σπασμένη φλέβα», στην απόλυτη σήψη.

Ads

Σε ένα κινηματογραφικό τοπίο που πάσχει σοβαρά στο θέμα του σεναρίου, ο Οικονομίδης με τον Μουρίκη δίνουν μαθήματα γραφής, παρουσιάζοντας μια ιστορία που δεν μπάζει από πουθενά και δεν περισσεύει ούτε κόμμα, έχοντας ένα εξαιρετικό καστ, που εξυπηρετεί άψογα την ιδέα.

Ads

Ο σκηνοθέτης έχει περάσει την ένταση από τον λόγο στα σώματα των ηρώων, που στέκονται αντικρυστά και ακινητοποιημένα σαν σε αρχαία τραγωδία, στις ανάσες και τις ενεργητικές σιωπές. Και καταφέρνει τέλος να δει πιο διεισδυτικά από ποτέ την αρχιτεκτονική της ελληνικής κοινωνίας.

Ads

Η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από την έννοια του χρέους με όλες τις προεκτάσεις που μπορεί ο θεατής να αντιληφθεί. Από το χρέος των 327.000 ευρώ που χρωστάει ο Θωμάς Αλεξόπουλος (Βασίλης Μπισμπίκης) στον τοκογλύφο, έως το χρέος που γονάτισε μια ολόκληρη χώρα αφήνοντας την με πληγές που ακόμα αιμορραγούν και τη νοοτροπία του «δεν χρωστάμε σε κανέναν και όλοι μας χρωστάνε» που μας έχει καθηλώσει στη νηπιακή κατάσταση με όλες τις τραγικές συνέπειες.

«Είμαι ο χειρότερος άνθρωπος της γης αυτής / Μα εσύ αν μπορείς αγάπησέ με λίγο» τραγουδάει ο Λεξ όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους υπογραμμίζοντας πως διεκδικούμε να ζουμε σαν νήπια που τους αξίζει όλη η αγάπη του κόσμου παρ’όλες τις ζημιές.

Ποιος στα αλήθεια μπορεί να δει το έγκλημα που συντελείται πίσω από φαινομενικά αθώες συμπεριφορές όπως η επιπολαιότητα, η γοητεία του ντεκαντάνς, οι ζαριές που ρίχνει καθημερινά ένας έλληνας μεσοαστός για να αυγατίσει ή να διασώσει την περιουσία, οι αρπαχτές για το πάθος, τα δάνεια και οι υποθήκες για να ρεφάρει ο χρεωμένος;

Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος του οποίου η φλέβα πάλλεται από την αρχή έως το τέλος της ταινίας, που ακούμε την αγωνιώδη ανάσα του στα αυτιά μας κάθε που προσπαθεί να χειριστεί εχθρούς και φίλους, σύζυγο, ερωμένες…  μέχρι και τα ίδια του τα παιδιά, για να βρει τα χρήματα που θα τον επανατοποθετήσουν στον μικρό ή μεγάλο θρόνο του, στον ρόλο αυτού που «το’ χει», θα την βγάλει, θα επιστρέψει στην καβάντζα μέσα από την οποία εκείνος έδινε εντολές, δεν σερνόταν σαν σκουλήκι να ζητιανεύει φράγκα.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης στον μέχρι τώρα καλύτερο κινηματογραφικό του εαυτό, μας πείθει πως, ναι τα έχει κάνει εντελώς σκατά αλλά υποφέρει και τι ζητάει τελικά; Μια ευκαιρία για να μην τινάξει τα μυαλά του στον αέρα.

Την ίδια ώρα κάθε ανθρώπινη παρουσία την οποία ικετεύει είναι αναλώσιμη μπροστά στον σκοπό του. Αλλάζει πρόσωπα, εφευρίσκει νέα επιχειρήματα λέει ψέματα, μισές αλήθειες, εκβιάζει συναισθηματικά… Από την αρχή έως το τέλος του παιχνιδιού, τρέχει έχοντας απωλέσει κάθε δυνατότητα να δει πέρα από τον εαυτό του και το πρόβλημα του. Οι άλλοι δεν είναι ορατοί, παρά μόνο στο βαθμό που μπορούν να τον εξυπηρετήσουν.

Η σπασμένη φλέβα του Θωμά Αλεξόπουλου που μας κρατά σε απίστευτη ένταση και αγωνία, είναι η σπασμένη φλέβα της ελληνικής κοινωνίας.

Είναι η βία στο σπίτι, στη δουλειά, στα σχολεία, στον δρόμο, στα social media. Είναι η φλέβα που πάλλεται κάθε που φωνασκούν όλοι αναδεικνύοντας το δικό τους αδιέξοδο, τη δική τους αλήθεια και πραγματικότητα, το δικό τους χρέος, τη δική τους πληγή,  χωρίς να αφιερώνουν λεπτό στον πόνο του διπλανού. Χωρίς να παίρνουν την παραμικρή απόσταση για να αποκτήσουν στιγμιαία μια πανοραμική θέα του ατομικού και συλλογικού βίου.

Είναι η σπασμένη φλέβα μιας κοινωνίας που βλέπει στα μάτια του άλλου το κτήνος μέσα της. Που την καθοδηγεί ένα κουρελιασμένο νευρικό σύστημα και μια διαρκής ματαίωση, κι αυτό το περνά ο Οικονομίδης μέσα από όλους τους ρόλους των ηρώων του. Καμία και κανένας δεν έχει ανοχή για τίποτα. Το ποτήρι έχει γεμίσει, η φλέβα έχει σπάσει.

Ο Θωμάς Αλεξόπουλος όμως, ενσαρκώνει το σημείο μηδέν μιας κοινωνίας που δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα πόσο αδίστακτη είναι στο έγκλημα, γιατί εκπαιδεύτηκε ταχύτατα από όλο και πιο αδίστακτο πολιτικό προσωπικό που κλέβει με την πολυτέλεια της ασυλίας και διδάσκει  ότι δεν υπάρχουν όρια πουθενά, αρκεί να μη σε τσακώσουν. Κι έτσι το δείγμα του πολιτισμού μας είναι ένας Αναγνωστόπουλος που ποντάρει αδιάκοπα στο ότι δεν θα γίνει το μοιραίο, δεν θα τρακάρει ποτέ, δεν θα τον αφήσουν οι άλλοι να πέσει, θα είναι πάντα ασφαλής στη ζεστή μήτρα της ψευδοζωής και των ψευδοσχέσεων.

Όπως οι πρωταγωνιστές των σκανδάλων όπως αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ, που πρόβαλαν την χλιδή τους ελπίζοντας πάντα στις φαρδιές πλάτες της κυβέρνησης.

Ο Οικονομίδης μας δείχνει μια  κοινωνία στην οποία τα όρια ανάμεσα στον τοκογλύφο και τον νεόπλουτο μεσοαστό, ανάμεσα στις δυστυχισμένες ηλικιωμένες των βόρειων προαστίων και τα «τακτοποιημένα» παιδιά των μεσοαστών, είναι δυσδιάκριτα.


Μια κοινωνία ζωώδης, που μαχαιρώνει ο ένας τον άλλο για μια θέση στην κιβωτό του Νώε την ώρα του κατακλυσμού, γιατί δεν αργεί ο άνθρωπος να μετατραπεί σε κτήνος, «κι όποιος δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον Αναγνωστόπουλου λέει ψέματα στον εαυτό του» όπως μου είπε ο Οικονομίδης σε πρόσφατη συνέντευξη στο tvxs μαζί με τον Μπάμπη Παπαδόπουλο, ο οποίος έβαλε το μαγικό του χέρι γράφοντας υπέροχη μουσική για την ταινία που σε καθηλώνει από την πρώτη σεκάνς.

Ο Θωμάς, περνά σαν οδοστρωτήρας πάνω από τους ανθρώπους κι αφήνει πίσω τραύματα ακόμα και στα ελάχιστα πρόσωπα που τον νιώθουν.

Κάποια από αυτά τα τραύματα επουλώνονται εύκολα με την επιστροφή στην ευμάρεια, όπως δείχνει μια από τις τελευταίες σεκάνς της ταινίας στην οποία ο Μπισμπίκης με την εξαιρετική επίσης Μαρία Κεχαγιόγλου (σύζυγο του Θωμά), δείχνουν έχουν ξεχάσει τον μεταξύ τους πόλεμο και να απολαμβάνουν τη χλιδή ενός ξενοδοχείου χωρίς να βλέπουν ακόμα το αίμα που έχει χυθεί για να επιστρέψουν στην «κανονικότητα».

Κι εδώ είναι ίσως το πιο επιτακτικό ερώτημα – σχόλιο του Οικονομίδη που έχει περάσει απαρατήρητο: Τι θα θυσιάζαμε άραγε ως κοινωνία και ως άτομα για να επιστρέψουμε στην ευμάρεια που μας στέρησαν οι διαδοχικές κρίσεις; Τι έχουμε ξεπουλήσει ήδη στο παζάρι από τον αξιακό μας πλούτο για να «τη βγάλουμε» ή για να παραμείνουμε στην άρνηση; Πότε ξεχάσαμε τι σημαίνει Ήθος,  Ύβρις,  Πεπρωμένο, Αισχύνη, Αμετροέπειαq Πόσο έχουμε εξοικειωθεί με τη λαμογιά, τον κυνισμό, την αδίστακτη φύση; Πόσο έχουμε αθωώσει ως κοινωνία τους εγκληματίες έξω και μέσα μας; Πόσο έχουμε μοιάσει τελικά  στο τέρας που μας κυβερνά;

«Με τρελαίνει όταν σαν ίσο με κοιτάνε / Όπως το βλέπω όλοι κάτι μου χρωστάνε»

ΛΕΞ, από το τραγούδι των τίτλων τέλους.