Αν η ένταση, το βάθος, η συνέπεια και μια ξεχωριστή γλώσσα είναι χαρακτηριστικά του κινηματογράφου του Γιάννη Οικονομίδη, με τις ίδιες λέξεις θα περιέγραφα και τη μουσική αλλά και το παίξιμο του Μπάμπη Παπαδόπουλου.
Οι δυο σημαντικοί δημιουργοί ξανασυναντιούνται, αυτή τη φορά πάνω στην «Σπασμένη Φλέβα» που βγαίνει στους κινηματογράφους στις 27 Νοεμβρίου και μιλούν στο tvxs για το χρονικό της φιλίας τους, την ταινία, τους δαίμονες μας που επιμένουν να φέρνουν πανανθρώπινα ερωτήματα μέσω της τέχνης ξανά στο ιδρωμένο μαξιλάρι μας.
Ο Οικονομίδης μετατοπίζεται με πολλούς τρόπους στη νέα ταινία που κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι η επιτομή του έργου του έως σήμερα. Κάνει πρώτη φορά ένα αστικό δράμα, που θυμίζει σύγχρονη αρχαία τραγωδία, το πνεύμα της οποίας διαπερνά όχι μόνο το σενάριο αλλά τα ίδια τα σώματα των πρωταγωνιστών του.
Η ένταση «μετακόμισε» από τη λεκτική επικοινωνία, στην εξωλεκτική. Στις ανάσες που ακούμε διαρκώς, στα βλέμματα, στα σώματα που στέκονται όρθια, ακίνητα, τρέμοντας, από την αγωνία, τα ψέματα, την απόγνωση αλλά και από όσα δεν υπάρχει τρόπος να ειπωθούν.
Στο ντόμινο αυτό των τραυμάτων που σε κρατούν με κομμένη την ανάσα και τα οποία ανοίγουν κυρίως με την ευθύνη του Αλεξόπουλου, του βασικού καταχρεωμένου ήρωα, καθρεφτίζεται όλη η παθολογία της νεοελληνικής κοινωνίας. Και είναι ο εξαιρετικός Βασίλης Μπισμπίκης που αναλαμβάνει ως πρωταγωνιστής υπό την καθοδήγηση του Οικονομίδη, να ενσαρκώσει τον νεοέλληνα του κυνισμού, της εργαλειοποίησης φίλων και εχθρών, του «για όλα φταίνε οι άλλοι», του «ο θάνατος σου η ζωή μου».
Μαζί με την επίσης εξαιρετική Μαρία Κεχαγιόγλου στον ρόλο της συζύγου του και την όλη αξιόλογη ομάδα των ηθοποιών για τους οποίους θα μιλήσουμε αναλυτικά σε επόμενο άρθρο ενόψει της εξόδου της ταινίας στους κινηματογράφους στις 27 Νοεμβρίου.

Ο Μπάμπης Παπαδόπουλος, από την πρώτη κιόλας σεκάνς που ντύνει με τη μουσική του την κίνηση ενός ψαριού σε μια γυάλα, απλώνει πολλούς δημιουργικούς εαυτούς του στην ταινία, κάποιους από τους οποίους έχουμε δει μόνο στις ζωντανές του εμφανίσεις, ανοίγοντας την παλέτα αυτού που ονομάζουμε soundtrack σε αποχρώσεις διαφορετικές.
Οι δυο τους συναντήθηκαν για τη συνέντευξη που ακολουθεί και η οποία έγινε με βιντεοκλήσης, στο σπίτι του Μπάμπη και της Μαρίνας στη Θεσσαλονίκη, εκεί που ο Γιάννης πρότεινε στον Μπάμπη να γράψει για την ταινία. Και πήραμε τα πράγματα από την αρχή.
Πώς γνωριστήκατε;
Γ: Μαγικά πράγματα.
Μ: Συναντηθήκαμε τυχαία στο φουαγιέ ενός σινεμά. Νομίζω εγώ έβγαινα κι εσύ έμπαινες, Γιάννη.
Γ: Ναι, στο Ιντεάλ ήτανε.
Μ: Ήταν η εποχή που ο Γιάννης είχε μόλις ολοκληρώσει τον «Μαχαιροβγάλτη». Με γνώριζε μέσα από δουλειά μου κι εγώ μέσα από τη δική του. Δεν τον γνώριζα φατσικά, αλλά είχα δει το «Σπιρτόκουτο», την «Ψυχή στο στόμα». Αφού είπαμε τα τυπικά της πρώτης γνωριμίας, μου πρότεινε να χρησιμοποιήσει ένα κομμάτι από τον πρώτο προσωπικό δίσκο μου για το τρέιλερ του «Μαχαιροβγάλτη» που το ετοίμαζε εκείνη την περίοδο. Του το έδωσα.
Κρατήσαμε επαφή, βρισκόμασταν, κουβεντιάζαμε, αναπτύχθηκε η σχέση μας σε προσωπικό επίπεδο. Όταν αποφάσισε να βάλει για πρώτη φορά μουσική σε ταινία, μου πρότεινε να γράψω εγώ τη μουσική για το «Μικρό ψάρι» και με μεγάλη χαρά δέχτηκα. Γιατί και το έργο του μου αρέσει και να γράφω μουσική για τον κινηματογράφο μου αρέσει και έχουμε πλέον δημιουργήσει μια σχέση.
Πόσα χρόνια τη δουλεύεις την ταινία;
Γ: Κάθε ταινία είναι μια 5ετία για μένα.
Τι πρόσθεσε στο κινηματογραφικό σου τοπίο η μουσική του Μπάμπη;
Γ: Όλα ξεκινούν από κάποιες πεποιθήσεις που έχεις, ο καθένας έχει τα κολλήματα του. Εγώ μια πεποίθηση που έχω είναι πως ό,τι φτιάχνουμε θέλω να είναι αν είναι δυνατόν μέσα στη φάση της παρέας, να είναι με ανθρώπους δηλαδή που τους ξέρω, που έχω μαζί τους συγχρωτιστεί κι έχουμε δημιουργήσει μια σχέση.
Έτσι με τα χρόνια να μεγαλώνεις με τον άλλο, να δημιουργείς. Εγώ το βρίσκω πολύ συγκινητικό και πολύ όμορφο. Συν ότι ωριμάζεις με τον άλλο, έτσι; Κι αν οι δουλειές είναι και πετυχημένες, ακόμα καλύτερα.
Το δεύτερο κόλλημα που έχω είναι ότι θα ήθελα στις ταινίες μου, τη μουσική να την κάνουν πιο πολύ οι βιρτουόζοι ενός οργάνου, οι οποίοι κάνουν και σύνθεση, παρά συνθέτες. Νιώθω εμπιστοσύνη στον μουσικό που κατέχει καταρχήν το όργανο του και μετά ανοίγεται στη σύνθεση. Και στον Μπάμπη βρήκα έναν σημαντικό φίλο και συνεργάτη που μπόρεσα να ακουμπήσω πάνω του.
Συζητάτε το ποιες σεκάνς «ζητάνε» μουσική ή είναι κάπως προαποφασισμένο από εσένα;
Γ: Συζητάμε. Μετά τη θεωρητική κουβέντα στην αρχή, μπαίνουμε σε πιο πρακτικά πράγματα. Και ο Μπάμπης προσπαθεί να πιαστεί από κάπου. Έχει προεργασία που σημαίνει κουβέντες, να μοιράζεσαι πληροφορία, υλικό.
Μ: Το εύκολο στη συνεργασία μας είναι ότι υπάρχει ήδη ένας κοινός κώδικας. Ξέρουμε εξ αρχής ποιο είναι το σημείο εκκίνησης για τον καθένα μας. Γνωρίζουμε ο ένας την αισθητική του άλλου οπότε αυτό κάνει πιο εύκολη την επικοινωνία μας.
Για τη νέα ταινία του ο Γιάννης επέλεξε ένα συγκεκριμένο ηχόχρωμα από τις μουσικές που έχω κάνει -και κάνω- για να χρησιμοποιήσω στη σύνθεση της μουσικής της.
Τώρα στη διαδικασία της ενσωμάτωσής της στην αφήγηση, ο σκηνοθέτης σε συνεργασία με τον μοντέρ έχουν λόγο για το που θα μπει η μουσική. Δουλεύουμε ως τρίο στη διαδικασία του post production. Και ο μοντέρ, o Γιάννης Χαλκιαδάκης, είναι ένας σημαντικός κρίκος της όλης διαδικασίας. Η μουσική που θα γράψω έχει άμεση σχέση με τον ρυθμό που θα έχει η ταινία.
Είχαμε πολύ καλή συνεργασία. Έγραφα συνεχώς, έστελνα τις ιδέες μου, έπαιρνα την απάντηση: ωραίο, το κρατάμε ή το βάζουμε σε άλλη θέση ή δεν το χρησιμοποιούμε. Μου είναι εύκολο να πετάω ότι δεν ταιριάζει σε ένα project. Με αναζωογονεί, μου δίνει ώθηση για κάτι ακόμη πιο καλό, πιο ουσιαστικό δηλαδή για την ταινία.
Γ: Θυμάμαι ότι την πρόταση που έκανα στον Μπάμπη για αυτήν την ταινία την έκανα εδώ σε αυτό το δωμάτιο.
Του είπα να κάνουμε μια μουσική που να είναι σαν ηλεκτρονική, με φυσικά όργανα όμως. Να είναι μια προσέγγιση μουσικών ηχητικών τοπίων που να νομίζει ο άλλος ότι είναι σύνθια και να είναι φυσικά όργανα.
Άρα επιχειρείς κάτι για πρώτη φορά Μπάμπη;
Μ: Πάντα αισθάνομαι ότι κάνω κάτι για πρώτη φορά όταν καταπιάνομαι με κάτι καινούργιο. Ωστόσο, η αισθητική της συγκεκριμένης μουσικής είναι πολύ κοντά στην αισθητική αυτών που κάνω τα τελευταία χρόνια.
Γ: Είναι δύσκολη ταινία για μουσική. Και νιώθω μεγάλη χαρά που όσοι την έχουν δει λένε ότι έχει κερδηθεί το στοίχημα της μουσικής.
Τι σημαίνει αυτό για σένα; Ότι λειτουργεί απλά, ή δίνει κάτι παραπάνω;
Γ: Και τα δύο. Συνομιλεί με την ταινία και την ανεβάζει κιόλας, την πάει σε άλλο επίπεδο, πράγμα όχι εύκολο.
Μπάμπη, γιατί είναι μοναδική η ταινία αυτή;
Μ: Όλες οι ταινίες του Γιάννη έχουν κάτι ιδιαίτερο, κάτι διαφορετικό. Είναι ωμές, είναι σκληρές. Κινούνται στον ρυθμό της καθημερινότητας, κινούνται στον ρυθμό του καθημερινού ανθρώπου. Σ’ αυτήν έχει αναδείξει ένα άλλο επίπεδο της ανθρώπινης φύσης, που παραπέμπει στην αρχαία τραγωδία. Αυτό κάνει αυτή την ταινία διαφορετική, αλλά και μοναδική σε σχέση με το έργο που έχει παρουσιάσει μέχρι τώρα.
Είναι πρόκληση να σου ζητηθεί να γράψεις μουσική για μια τέτοια ταινία. Νομίζω ότι και αυτή και όλες οι ταινίες του Γιάννη βλέπονται και χωρίς μουσική. Βέβαια αυτή είναι και η αξία της μουσικής στον κινηματογράφο. Βάζοντας δύο νότες να αλλάζει μια σκηνή. Να αποκτά μια άλλη διάσταση.
Γ: Εδώ πάτησε μια χορδή μου ο Μπάμπης. Έχει δίκιο, δεν ξέρω αν είναι ελάττωμα ή προτέρημα. Όταν σκηνοθετώ, το μόνο που δεν έχω στο κεφάλι μου είναι τη μουσική. Δεν μπορώ να σκηνοθετήσω έχοντας τη μουσική στο μυαλό μου. Ο τρόπος που πηγαίνω πάνω στην αφήγηση είναι τόσο ανεπεξέργαστος που δεν μπορώ να οργανώσω μια σκηνή όταν σκέφτομαι παράλληλα και μουσική. Άλλοι το κάνουν.
Εδώ είναι ακόμα πιο δύσκολο να έρθει ένας προικισμένος μουσικός και όχι απλά να μπαλώσει, αλλά να το πάει όπως είπες πιο πέρα. Να του δώσει κι άλλο επίπεδο.
Και οι δύο ως δημιουργοί έχετε πολλά κοινά. Ένα από αυτά είναι η λιτότητα και η οικονομία, δεν φλυαρείτε.
Γ: Γι’αυτό αν πετύχει αυτή η συνεργασία είναι κάτι μοναδικό

Μπάμπη στη συγκεκριμένη ταινία ποια ήταν η πρόκληση;
Μ: Όπως σου είπα και προηγουμένως, θα μπορούσα να δω την ταινία και χωρίς τη μουσική. Οπότε το να γράψω τη μουσική της έχοντας κατά νου μια συγκεκριμένη αισθητική και να υποστηρίξω όλο αυτό τον κόσμο που δημιουργεί με τις εικόνες ο Γιάννης και να συμβαδίζει η μουσική με την αφήγηση…ε, ήταν πρόκληση. Λένε κάποιοι ότι η ποίηση δεν μελοποιείται. Έτσι ένιωσα. Αισθανόμουν ότι δεν χρειάζεται κάτι παραπάνω. Για μένα είναι η πιο ωραία ταινία του Γιάννη. Χωρίς να ακυρώνω τις υπόλοιπες. Είναι ιδιαίτερη και από άποψη κινηματογράφησης αλλά είναι επίσης σαν να αποκρυσταλλώνει όλη την μέχρι τώρα εμπειρία του.
Το σενάριο είναι καταπληκτικό. Εξαιρετικό καστ. Όλα σε ψηλό επίπεδο.
Όταν βλέπεις κάτι τέτοιο το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι το καλύτερο. Που ούτως ή άλλως αυτός είναι ο στόχος μου σε ό,τι κάνω.
Γ: Είναι μεγάλος φαν της ταινίας γι’αυτό τα λέει.
Ναι αλλά δεν αισθάνεσαι κι εσύ ότι είναι σε άλλο επίπεδο;
Γ: Είχα βάλει στοίχημα να ασχοληθώ με κάτι πιο βαθύ. Ένα αστικό δράμα με άλλα πιο ουσιαστικά διακυβεύματα που δεν τα είχα πιάσει σε προηγούμενες ταινίες. Και όλη η φόρμα ήθελα να είναι διαφορετική. Με πιο μεγάλη κανονικότητα όσον αφορά την ανθρώπινη τοπιογραφία, με λιγότερο εξπρεσιονισμό, με λιγότερες «ακραίες» καταστάσεις μαύρου χιούμορ που είναι στη ζωή μας σε μεγάλο βαθμό. Ήθελα μια άλλη ατμόσφαιρα σε αυτή την ταινία.
Αυτή η διάθεση μου έβαλε τις βάσεις γι’αυτό που έγινε μετά.
Μ: Μέχρι τώρα οι ήρωες του Γιάννη παρουσιάζονταν σαν να βρίσκονται σε μια συναισθηματική έκρηξη. Σε αυτή την ταινία αναδεικνύει και μια άλλη διάστασή τους. Πηγαίνει πιο βαθιά στους ήρωες, στα βαθύτερα ένστικτα της ανθρώπινης φύσης τους. Αναδεικνύει την τραγικότητα της ανθρώπινης φύσης.
Είναι πιο υπαρξιακή και λιγότερο κοινωνική η ταινία;
Γ: Κοίταξε αυτά που λέει ο Μπάμπης είναι ένα βαθύτερο επίπεδο. Αυτά που έρχονται από τις προηγούμενες ταινίες μου είναι όλα εκεί: Η Ελλάδα, η οικογένεια η κοινωνία, η ζωή μας, όλα αυτά που έχουν κάτσει στο σβέρκο μας, όλα αυτά που μας κάνουν να ταλαιπωρούμαστε, να σιχτιρίζουμε. Όλη αυτή η τοξικότητα, η τοξικότητα του αρσενικού, όλο το πολιτικοκοινωνικό είναι εκεί.
Ο Μπάμπης μιλά για ένα επιπλέον βάθος που την καθιστά γι’αυτόν σημαντική. Θα εξαρτηθεί από την αποδοχή του κόσμου.
Ακόμα κι αν ξεπεραστούν τα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα των πρώτων επιπέδων, τα θέματα που έχει να αντιμετωπίσει ο ήρωας είναι διαχρονικά.
Το βλέμμα σου και κοινωνιοκεντρικό και ανθρωποκεντρικό. Σήμερα εξαγριώνεται η κοινωνία. Απλώνεται η Ακροδεξιά παντού και με αυτοπεποίθηση. Η τέχνη τι ρόλο έχει να παίξει;
Γ: Η αξία ενός έργου δεν είναι να κουνήσει δάχτυλο αλλά να βάλει μπροστά στον κόσμο έναν καθρέφτη. Είναι ήρωες που μπορεί και να σου μοιάζουν. Να είναι η γυναίκα, τα παιδιά σου, ο γείτονας. Έτσι έρχεται σε δύσκολη θέση. Όχι αν ακούσει νουθεσίες και συνθήματα.
Βλέπω χρόνια μέσα από τις ταινίες μου πώς ο κόσμος έρχεται σε δύσκολη θέση.
Φτάνουν μέχρι τον κινηματογράφο για να δουν μια τέτοια ταινία άνθρωποι που θα καθρεφτιζόντουσαν έντονα με τους ήρωες ώστε να έρθουν σε αυτή τη θέση;
Γ: Νομίζω ότι λίγο πολύ όλοι μοιάζουμε με τους ήρωες. Κι αυτοί που θα έρθουν είναι αυτοί που θέλουν να αλλάξουν. Δεν είναι entertainment να σε διασκεδάσει. Είναι για να σε μετατοπίσει. Έχεις μια αίσθηση ότι δεν περνάς καλά. Ότι θέλεις να επικοινωνήσεις γιατί θες να πας παρά κάτω, να τα φέρεις όλα τούμπα. Γιατί διαβάζουμε βιβλία; Γιατί πάμε σε μια έκθεση; Γιατί κάτι δεν πάει καλά, δεν βρίσκεις το κέντρο σου. Περιμένεις να επαναπροσδιοριστείς μέσα από την τέχνη.
Ένας τέτοιος κόσμος εκεί έξω υπάρχει πολύς. Απλά και εμείς οι καλλιτέχνες πρέπει να είμαστε ρωμαλέοι και ειλικρινείς. Να μη βάζουμε νερό στο κρασί μας. Γιατί από λόγια όλοι έχουμε μια άποψη. Όλοι μιλάνε.

Δεν αλλάζουν τα προτάγματα για έναν καλλιτέχνη ανάλογα με την εποχή δηλαδή;
Μ: Αυτό που ήταν πάντα είναι το πρόταγμα. Ελεύθερο μυαλό, καθαρά συναισθήματα, ανοιχτή καρδιά για να έχουμε έργα απαλλαγμένα από αγκυλώσεις και πρέπει. Δεν είναι αυτονόητα όλα αυτά, γιατί η τέχνη είναι και ένα εμπορικό προϊόν και ως τέτοιο ακολουθεί τους κανόνες της αγοράς και οι αγορές, όπως ξέρουμε, έχουν μια άλλη σχέση με τον άνθρωπο σήμερα.
Γ: Και υποτίθεται ότι έχουμε κατακτήσει έναν κάποιο πολιτισμό. Δυτικός Πολιτισμός!
Μ: Όπως είχε πει και ο Ταρκόφσκι, αν η τέχνη έκανε καλύτερο τον άνθρωπο, δεν θα πηγαίναμε από το κακό στο χειρότερο. Είναι σημαντικό να μην αφήνουμε να ξυπνά ο ηλίθιος μέσα μας, ούτε και ο μελλοντικός Νετανιάχου που θα κάνει την επόμενη εθνοκάθαρση. Προσωπικά έχω την ανάγκη του καλλιτεχνικού έργου που εκφράζει από την αγάπη και τον έρωτα μέχρι τον κοινωνικό προβληματισμό. Όλα τα έχουμε ανάγκη, με μια ωραία αισθητική.
Μίλησες Γιάννη για το δήθεν πολιτιστικό επίπεδο της Δύσης. Οι ταινίες σου την σχολιάζουν αυτή την υποκρισία γίνονται καθρέφτης και του ατόμου και της κοινωνίας. Είναι συχνά γροθιά στο στομάχι. Σκέφτεσαι με ποιον τρόπο θέλεις να μετακινήσεις τον θεατή ή προκύπτει;
Γ: Κάποιοι το οργανώνουν. Εγώ δεν είμαι τόσο μεθοδικός και επιμελής ώστε να οργανώσω το που θα πάει. Δεν μπορώ να γράψω μόνος τα σενάρια, έχω ομάδα. Δεν μοντάρω μόνος. Δεν κάθομαι σπίτι να οργανώσω αυστηρά το γύρισμα. Απλά μπαίνω μέσα με τον χαρακτήρα που έχω εκείνη τη δεδομένη σκηνή. Αυτό το ένστικτο με οδηγεί και πάω. Κάθε ταινία απηχεί και την χρονική στιγμή εκείνη. Πως ήμουν σαν ύπαρξη τότε.
Όταν πήρα απόφαση να κάνω τη Φλέβα ήμουν σε μια κατάσταση που είχε κάτσει το σύννεφο πάνω από το κεφάλι μου να κάνω δράμα. Ενώ είχε μεγάλη επιτυχία η προηγούμενη ταινία που είχε χιούμορ. Αλλά δεν μπορώ να κάνω υπολογισμούς.
Μ: Το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική. Το ίδιο συμβαίνει και με μένα δηλαδή. Πάντα ξεκινάω έχοντας έναν πολύ γενικό στόχο. Στην πορεία όλα εξελίσσονται ανάλογα με τα βιώματα της εποχής που βρίσκεται σε εξέλιξη το πρότζεκτ. Στην ταινία θα ήταν λίγο διαφορετικά τα πράγματα γιατί είχα μια υπάρχουσα ιστορία να ακολουθήσω. Παρ’ όλα αυτά πάντα υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης.
Γ: Στη δουλειά μας όμως υπάρχει ένας κόσμος που δουλεύει εκ του πονηρού. Έχει ταλέντο και λέει το κοινό θέλει αυτό!
Να επιστρέψουμε στην ταινία που περιστρέφεται γύρω από πανανθρώπινες έννοιες αλλά ξεκινά από ένα χρέος. Είναι κάτι που μας ακολουθεί τα τελευταία χρόνια σαν κοινωνία, σαν χώρα, ο ένας χρωστά στον άλλον. Είναι μια έννοια που χαρακτήρισε την εποχή. Μπήκε ως έννοια που βγήκε μέσα από την εποχή;
Γ: Σε πρώτο επίπεδο ναι. Σε δεύτερο επίπεδο πίσω από το χρέος κρύβεται το χρήμα, ένα μεγάλο θέμα από καταβολής κόσμου. Το χρήμα και τι παράγεται μέσα από αυτό. Μεγάλη υπόθεση το χρήμα…. η εξουσία. Αυτά τα θέματα είναι σε όλες μου τις ταινίες. Και πώς ο ήρωας είτε μαζεύει είτε χρωστά καθορίζονται σχέσεις από την συναλλαγή. Και το πώς το χρήμα ξεγυμνώνει τους ανθρώπους. Τους ξεφτιλίζει. Όχι το ίδιο το χρήμα, η σχέση που έχει ένας ήρωας κάθε φορά με το χρήμα.
Αυτή η λύσσα για εξουσία που έχει ο άνθρωπος. Μήπως όντως έχουμε μέσα μας έναν μικρό Τραμπ έναν μικρό Χιτλεράκο;

info
Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης
Σενάριο: Γιάννης Οικονομίδης – Βαγγέλης Μουρίκης
Πρωταγωνιστούν: Βασίλης Μπισμπίκης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μπέττυ Αρβανίτη, Στάθης Σταμουλακάτος, Σοφία Κουνιά, Γιάννης Νιάρρος, Γιάννης Αναστασάκης, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Κλέλια Ρένεση, Αναστασία Χατζηαθανασίου, Δημήτρης Καπετανάκος και Μαρία Καλλιμάνη
Μαζί τους οι: Βασίλης Κουκαλάνι, Βαγγέλης Αλεξανδρής, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Αργύρης Γκαγκάνης, Αλέκος Πάγκαλος, Γιώργος Κολλιόπουλος, Nectar De Leon, Σταύρος Μπένος, Δαυίδ Σταμούλος, Ελένη Μπούκλη
Οργάνωση Παραγωγής: Γιάννης Καραντάνης
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Δημήτρης Κατσαΐτης
Μοντάζ: Γιάννης Χαλκιαδάκης G.F.E.
Μουσική: Μπάμπης Παπαδόπουλος
Ήχος: Άρης Αναστασόπουλος
Σχεδιασμός Ήχου – Μιξάζ: Κώστας Φυλακτίδης
Σκηνικά: Σταμάτης Δεληγιάννης
Κοστούμια: Δέσποινα Χειμώνα
Μακιγιάζ-Κομμώσεις: Γιάννης Παμούκης
VFX Supervisor: Αντώνης Κοτζιάς | YAFKA
Τραγούδι τίτλων τέλους: ΛΕΞ / Kepler is Free
Παραγωγοί: Πάνος Παπαχατζής, Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος
Παραγωγός: Γιάννης Καραντάνης
Συμπαραγωγοί: Αφροδίτη Παναγιωτάκου, Αλεξάνδρα Δασκαλοπούλου, Δημήτρης Μάρης, Γιάννης Οικονομίδης
Executive Producers: Κωνσταντίνος Πολίτης, Γιάννης Ρήγος
Μία παραγωγή των: Athens Productions A.E., Αργοναύτες Α.Ε., Faliro House S.A., Yannis Economides Films Ltd
Σε συμπαραγωγή με: ΕΡΤ, Onassis Culture, Frontstage Entertainment, Custom Productions A.E.
Με την υποστήριξη των: Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας – Creative Greece, Υφυπουργείου Πολιτισμού Κύπρου (Σ.Ε.ΚΙΝ.)
Χορηγοί: Ζαγόρι, Green Cola, Kaiser
Διανομή: Tanweer Alliances
Στις 27 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους από την Tanweer



