Ο Τομάς Πικετί, παραχώρησε μία συνέντευξη-ποταμό στους Financial Times και τον δημοσιογράφο Τζόελ Σους. Αυτός υπέβαλλε στον διάσημο Γάλλο οικονομολόγο την παρακάτω ερώτηση:

Ads

Αυτό που προκαλεί απορία είναι το εξής: η ανισότητα αυξάνεται και οδηγεί σε δυσαρέσκεια, αλλά αυτή η δυσαρέσκεια διοχετεύεται στα κόμματα που εσύ θα αποκαλούσες εθνικιστικά — όπως ο Τραμπ, ο Φάρατζ, η Μαρίν Λεπέν — και όχι στα κόμματα που παραδοσιακά συνδέονται με την αντιμετώπιση της ανισότητας, μέσω της αναδιανομής και του κοινωνικού κράτους. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Ads

Απάντηση: Πιστεύω ότι η Αριστερά δεν τα έχει καταφέρει καλά στο να αναπροσδιορίσει την ατζέντα της, για διάφορους λόγους. Ο βασικότερος είναι ότι έγινε θύμα της ίδιας της επιτυχίας της.

Ads

Το κοινωνικό κράτος έγινε πραγματικότητα — και κανείς δεν θέλει πραγματικά να επιστρέψει στην εποχή πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν τα συνολικά φορολογικά έσοδα και οι δημόσιες δαπάνες ήταν κάτω από το 10% του ΑΕΠ.

Ads

Σήμερα το ερώτημα είναι άλλο: Θα το σταθεροποιήσουμε στο 40 ή 50% σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, ή θα συνεχίσουμε να το αυξάνουμε;

Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να το αυξήσουμε, γιατί αν δεν επενδύσουμε δημόσιους πόρους στην υγεία, την εκπαίδευση, την ενέργεια και τις μεταφορές, τότε θα το κάνουν οι ιδιωτικοί πόροι — και δεν νομίζω ότι αυτό θα είναι ούτε πιο αποτελεσματικό ούτε πιο δίκαιο.

Αν σκεφτείτε το παράδειγμα των ΗΠΑ: το 20% του ΑΕΠ δαπανάται για την υγεία, έναντι μόλις 10% στην Ευρώπη. Αν συγκρίνετε τους δείκτες υγείας — που γενικά είναι καλύτεροι στην Ευρώπη — πού πάνε όλα αυτά τα χρήματα;

Το κρίσιμο θέμα της εκπαίδευσης

Ένας δεύτερος λόγος είναι η  διεύρυνση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων. Επειδή υπήρξε επιτυχής, δημιούργησε μια νέα τάξη πολύ μορφωμένων ανθρώπων που ψηφίζουν Αριστερά.

Η Αριστερά, καθ’ όλο τον 20ό αιώνα, προωθούσε τη διεύρυνση των ευκαιριών στην  εκπαίδευση· κι έτσι, όσοι επωφελήθηκαν περισσότερο, οι «νικητές» του εκπαιδευτικού παιχνιδιού, αισθάνονται ευγνωμοσύνη προς την Αριστερά που τους έδωσε αυτή τη δυνατότητα.

Αλλά, αν μεγάλωσες σε μια μικρή πόλη ή ένα χωριό, είναι πολύ πιο δύσκολο να έχεις πρόσβαση σε πανεπιστήμιο σε σχέση με κάποιον που μεγαλώνει σε μια μεγάλη μητρόπολη — ακόμη κι αν έχετε ίσο οικογενειακό εισόδημα ή παρόμοιο κοινωνικό υπόβαθρο.

Για διάφορους λόγους, κάποιοι μένουν πίσω στο εκπαιδευτικό παιχνίδι, ενώ άλλοι ανεβαίνουν στην κορυφή.

Και μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία, η εκλογική πίστη προς την Αριστερά αντιστράφηκε πλήρως — παλιά, οι λιγότερο μορφωμένοι ψήφιζαν την Αριστερά.

Τη δεκαετία του ’60, όταν ο [Γάλλος κοινωνιολόγος] Πιερ Μπουρντιέ έγραφε το Les Héritiers για την κληρονομικότητα στην ανώτατη εκπαίδευση, μόνο ένα μικρό ποσοστό πήγαινε στο πανεπιστήμιο στη Γαλλία.

Σήμερα το ποσοστό αυτό φτάνει το 60%. Είναι ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος.

Έτσι, η Αριστερά πρέπει να επαναπροσδιορίσει την έννοια της ισότητας στην πρόσβαση στην εκπαίδευση, με τρόπο που να κάνει τους ανθρώπους από χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις — και ιδίως όσους ζουν σε μικρότερες πόλεις — να αισθάνονται περισσότερο σεβαστοί.

Και δεν αφορά μόνο την εκπαίδευση: αφορά επίσης την πρόσβαση στα νοσοκομεία, στις δημόσιες μεταφορές. Είναι εύκολο να επικρίνεις κάποιον που χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του, όταν εσύ έχεις μετρό στο Λονδίνο.

Το σύνολο αυτού του κινήματος — η επέκταση της εκπαίδευσης, της υγείας και της οικολογικής συνείδησης — έχει δημιουργήσει ένα νέο εκπαιδευτικό και εδαφικό χάσμα. Εκεί ακριβώς η Αριστερά έχει βρεθεί σε δυσκολία.

Πηγή Wikimedia Commons

Σήμερα, σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες, βλέπουμε μια αποσύνδεση ανάμεσα στο εισοδηματικό και το μορφωτικό χάσμα. Για ένα δεδομένο επίπεδο εισοδήματος, όσο αυξάνεται το επίπεδο εκπαίδευσης, τόσο περισσότερο οι άνθρωποι τείνουν να ψηφίζουν Αριστερά. Αντίστροφα, για ένα δεδομένο επίπεδο εκπαίδευσης, όσο αυξάνεται το εισόδημα, τόσο περισσότερο στρέφονται προς τα δεξιά.

Οι δύο αυτοί άξονες κάποτε συνέπιπταν — σήμερα όχι πια. Η άλλη μεγάλη αλλαγή είναι το γεωγραφικό χάσμα, δηλαδή η ανισότητα ανάμεσα στις περιοχές, που έχει επιστρέψει σε επίπεδα που δεν είχαμε δει από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Δημοκρατία, Αριστερά και Κοινωνικά Κινήματα

Η Αριστερά βρίσκεται σε κρίση εδώ και δεκαετίες, κυρίως γιατί έχασε την ταξική και κοινωνική της βάση.

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, οι αριστερές δυνάμεις βασίζονταν στη συμμαχία ανάμεσα στις εργατικές και τις μορφωμένες τάξεις. Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, όμως, οι μορφωμένες τάξεις απομακρύνθηκαν από τα λαϊκά στρώματα και οι πολιτικές της Αριστεράς έγιναν τεχνοκρατικές, ελιτίστικες, αποκομμένες από τα πραγματικά προβλήματα των εργαζομένων.

Για να ανανεωθεί, η Αριστερά πρέπει να οικοδομήσει μια νέα συμμαχία μεταξύ των λαϊκών τάξεων και των νέων μορφωμένων γενεών που ανησυχούν για το περιβάλλον, τη μετανάστευση, τις ανισότητες.

Αυτή η “νέα Αριστερά” πρέπει να συνδυάζει την κοινωνική δικαιοσύνη με την οικολογική μετάβαση και να το κάνει με δημοκρατικούς όρους — όχι από τα πάνω, αλλά μέσα από τη συμμετοχή. Η οικολογία χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη καταλήγει σε μια πολιτική για τους προνομιούχους. Και η κοινωνική πολιτική χωρίς οικολογία δεν έχει μέλλον, γιατί αγνοεί την καταστροφή του πλανήτη.

Η σύνδεση των δύο είναι θεμελιώδης.

Επιπλέον, πρέπει να ξαναβρούμε τη γλώσσα της ισότητας — όχι μόνο ως οικονομικό αίτημα, αλλά ως αξία που αγγίζει την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και την αναγνώριση κάθε ανθρώπου. Αυτό απαιτεί ένα νέο αφήγημα, μια ιστορία που να δίνει στους πολίτες το αίσθημα ότι συμμετέχουν σ’ ένα κοινό σχέδιο.

Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, η κυρίαρχη ιδεολογία μάς έπεισε ότι οι αγορές είναι ουδέτερες, ότι “όλοι μπορούν να πετύχουν αν προσπαθήσουν αρκετά”, και ότι οι ανισότητες είναι φυσικές.

Αυτή η αφήγηση αποπολιτικοποίησε τα πάντα. Η ισότητα όμως δεν είναι θέμα φυσικής επιλογής — είναι πολιτική επιλογή. Πρέπει να ξαναφέρουμε αυτόν τον λόγο στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης. Να μιλάμε όχι μόνο για “ίσες ευκαιρίες”, αλλά για ίσες συνθήκες. Γιατί χωρίς ίσες συνθήκες, οι ευκαιρίες είναι απλώς μια ψευδαίσθηση.

Η νέα Αριστερά πρέπει να ξαναδώσει στους ανθρώπους την αυτοπεποίθηση ότι μπορούν να αλλάξουν τους θεσμούς, όχι απλώς να προσαρμοστούν σ’ αυτούς.

Για τον ρόλο που παίζουν σήμερα τα κοινωνικά κινήματα για το κλίμα, για τη φυλετική ισότητα, για τα δικαιώματα των γυναικών

Αυτά τα κινήματα είναι η κινητήρια δύναμη της νέας πολιτικής συνείδησης. Εισάγουν νέα θέματα στη δημόσια συζήτηση και επαναφέρουν την έννοια της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης.

Ωστόσο, χρειάζεται ένα βήμα παραπάνω: να συνδεθούν μεταξύ τους.

Αν το κίνημα για το κλίμα, το φεμινιστικό, το αντιρατσιστικό, το εργατικό, παραμείνουν χωριστά, δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τη συστημική ανισότητα.

Η πρόκληση είναι να δημιουργηθεί μια νέα διεθνής συμμαχία των κινημάτων, κάτι σαν το “πολιτικό υποκείμενο του 21ου αιώνα”.

Ο διεθνισμός του 20ού αιώνα, είτε σοσιαλιστικός είτε φιλελεύθερος, συχνά έβλεπε τα έθνη σαν κάτι που έπρεπε να ξεπεραστεί. Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να τα συνδέσουμε, όχι να τα διαγράψουμε.

Πηγή φωτο Wikimedia Commons

Οι μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας — η φορολογική δικαιοσύνη, η μετανάστευση, η οικολογία — είναι παγκόσμιες.

Αν τις αντιμετωπίσουμε με εθνικούς όρους, θα αποτύχουμε. Αλλά αν φτιάξουμε διακρατικούς θεσμούς με δημοκρατική νομιμοποίηση, τότε μπορούμε να προχωρήσουμε πραγματικά προς την ισότητα.

Η Ευρώπη θα μπορούσε να είναι το εργαστήριο αυτού του νέου διεθνισμού — αν ξεπεράσει τη σημερινή της γραφειοκρατική αδράνεια.

Για το αν αυτό το όραμα μπορεί να εμπνεύσει ξανά τους πολίτες

Οι άνθρωποι δεν είναι κυνικοί από τη φύση τους. Είναι απογοητευμένοι, όχι αδιάφοροι.

Όταν βλέπουν ότι οι κανόνες του παιχνιδιού είναι στημένοι υπέρ των ισχυρών, αποσύρονται. Αλλά αν τους δοθεί η αίσθηση ότι μπορούν να συμμετάσχουν σε κάτι δίκαιο και συλλογικό, ξαναμπαίνουν στο παιχνίδι.

Η πολιτική πρέπει να ξαναγίνει όραμα και συμμετοχή, όχι διαχείριση και φόβος.

Και αυτή είναι η μεγαλύτερη ευθύνη όσων θέλουν να αλλάξουν την κοινωνία: να ξαναδώσουν στους ανθρώπους την πίστη ότι η ιστορία μπορεί να κινηθεί προς το καλύτερο.