Ο διάσημος Γάλλος οικονομολόγος Τομάς Πικετί, παραχώρησε μία συνέντευξη -ποταμό στους Financial Times και τον δημοσιογράφο Τζόελ Σους. Το Tvxs παρουσιάζει μερικά πολύ ενδιαφέροντα αποσπάσματα για τη σχέση ανάμεσα τη δημοκρατία και τις κοινωνικές ανισότητες καθώς και για τις μεγάλες ιδεολογικές οικογένειες της εποχής:

Ads

Δεν νομίζω ότι ο όρος «λαϊκισμός» είναι ιδιαίτερα χρήσιμος για να κατανοήσουμε την παρούσα κατάσταση. Αν αρχίσουμε να χαρακτηρίζουμε με την ίδια λέξη τον Τραμπ —τον εξορυκτικό, υπερκαπιταλιστή, εθνικιστή— και τον Μπέρνι Σάντερς —τον δημοκρατικό σοσιαλιστή— τότε χάνουμε το νόημα αυτού για το οποίο μιλάμε.

Ads

Πολύ συχνά, η χρήση αυτής της λέξης αποτελεί στρατηγική των κοινωνικά προνομιούχων, της αυτοαποκαλούμενης φιλοεπιχειρηματικής κεντρώας τάξης, για να απονομιμοποιήσει όλους όσοι δεν είναι σαν κι αυτούς.

Ads

Νομίζω ότι πρόκειται για μεγάλο λάθος, γιατί δεν μπορείς να κάνεις τη δημοκρατία να λειτουργήσει αποκλείοντας όλους όσοι διαφέρουν από σένα και βάζοντάς τους την ταμπέλα του «λαϊκιστή». Έχει αποδειχθεί καταστροφή.

Ads

Για μένα υπάρχουν τρεις μεγάλες ιδεολογικές οικογένειες από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά: ο εθνικισμός, ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός.

Η εθνικιστική πλευρά είναι αυτή που βλέπουμε στα αντιμεταναστευτικά κινήματα στη Γαλλία, στη Βρετανία κ.λπ. Ο Τραμπ είναι σίγουρα εθνικιστής, τόσο ως προς τη ρητορική κατά των μεταναστών και την εθνοκεντρική του στάση, όσο και ως προς τον «εξορυκτικό» του λόγο απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο.

Το καθαρά φιλελεύθερο, φιλοεπιχειρηματικό στρατόπεδο έχει αποδυναμωθεί σημαντικά λόγω της αυξανόμενης ανισότητας και της στασιμότητας των εισοδημάτων της μεσαίας τάξης.

Πιστεύω πως σήμερα δεν μπορείς να επανεκλεγείς με ένα απλό φιλοεπιχειρηματικό πρόγραμμα. Δες το Συντηρητικό Κόμμα στη Βρετανία: η εκλογική του βάση, που είναι ικανοποιημένη με τέτοια ατζέντα, είναι τόσο περιορισμένη που δεν θα ξαναβγεί στην εξουσία.

Μπέρνι Σάντερς/ Wikimedia Commons

Γι’ αυτό και βλέπουμε κόμματα της δεξιάς —όπως το Reform UK— αλλά και δισεκατομμυριούχους όπως ο Ίλον Μασκ, να στρέφονται σε εθνικιστικό, αντιμεταναστευτικό και αντι-αριστερό λόγο, γιατί θεωρούν ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος —αν το πούμε κυνικά— να προσελκύσουν τη λαϊκή ψήφο.

Και τέλος, υπάρχει η δημοκρατικο-σοσιαλιστική πλευρά, ή αλλιώς η αριστερή, πιο εξισωτική. Αυτή η πολιτική οικογένεια έχει υπάρξει εξαιρετικά επιτυχημένη ιστορικά: δημιούργησε το κράτος πρόνοιας, έφερε ευημερία και ισότητα σε βαθμό που κανείς δεν θα φανταζόταν πριν από εκατό χρόνια.

Αλλά, κατά κάποιον τρόπο, έπαψε να σκέφτεται το μέλλον. Σε κάποιες περιπτώσεις μετατράπηκε σε δύναμη συντήρησης — υπερασπίζεται απλώς το υπάρχον κοινωνικό κράτος, το σύστημα. Νομίζω ότι χρειάζεται επανεφεύρεση: ένα νέο πρόγραμμα για το μέλλον, πιο διεθνιστικό και πιο εξισωτικό.

Αυτό προϋποθέτει μια ισχυρή συμπίεση των ανισοτήτων, στην κατανομή τόσο της ισχύος όσο και του πλούτου. Δεν λέω ότι είναι εύκολο — αλλά η εναλλακτική είναι η εθνικιστική πλευρά, γιατί το φιλοεπιχειρηματικό, φιλελεύθερο στρατόπεδο έχει αποδυναμωθεί.

Για τη ρητορική για τις «πλούσιες ελίτ»

Δεν πρόκειται για άτομα· είναι απλώς ζήτημα χρημάτων. Είναι τόσο απλό. Δεν έχει να κάνει με την αξιοπρέπεια κάποιου ή με το αν οι άνθρωποι είναι καλοί ή κακοί. Σε κάθε κοινωνική τάξη υπάρχουν καλοί άνθρωποι. Δεν υπάρχει τίποτα εναντίον των προσώπων.

Πρόκειται για ένα πρακτικό, λογικό ερώτημα: πώς μοιράζεις τον πλούτο, πώς μοιράζεις τα φορολογικά βάρη, πώς μοιράζεις την εξουσία.

Και ιστορικά, η δημιουργία του κράτους πρόνοιας και της προοδευτικής φορολογίας δεν ήταν “λαϊκιστικό” επίτευγμα· ήταν λογικό, σοσιαλιστικό και δημοκρατικό επίτευγμα — και πλέον κανείς δεν το αμφισβητεί.

Wikimedia Commons

Ας θυμηθούμε ότι δεν ήταν πάντα έτσι. Όταν ο Φρίντριχ Χάγιεκ έγραψε το The Road to Serfdom το 1944, μιλούσε για το Βρετανικό Εργατικό Κόμμα και το Σουηδικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, προειδοποιώντας τους Βρετανούς και Σουηδούς φίλους του:

«Μην τους ψηφίσετε, θα σας οδηγήσουν στους μπολσεβίκους και στη Σοβιετική Ένωση. Είναι λαϊκιστές, μισούν τις ελίτ».

Ακόμη και ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, που δεν ήταν στην ίδια πλευρά με τον Χάγιεκ, δεν ήθελε να ψηφίσει τους Εργατικούς γιατί τους θεωρούσε κάπως “λαϊκιστές”: πίστευε ότι «δεν έχουν καλούς οικονομολόγους, δεν έχουν καλούς ακαδημαϊκούς» και γι’ αυτό θα ψήφιζε Φιλελεύθερους μέχρι το τέλος της ζωής του. Αν ζούσε λίγο περισσότερο, μάλλον θα είχε στραφεί στους Εργατικούς.

Σήμερα αυτό μας φαίνεται αστείο. Το Εργατικό Κόμμα ή οι Σουηδοί Σοσιαλδημοκράτες δεν μοιάζουν καθόλου επαναστατικοί πλέον, ούτε φοβίζουν κανέναν. Είναι ειρωνικό ότι ο Χάγιεκ, που αργότερα υποστήριξε τον Πινοσέτ, φοβόταν τον «αυταρχισμό» των Σουηδών Σοσιαλδημοκρατών! Αλλά αυτά τα κόμματα ήταν κόμματα της εργατικής τάξης και ενέπνεαν φόβο στις ελίτ.

Κάθε φορά που ένα κόμμα προσπαθεί να προωθήσει την ισότητα και την αναδιανομή, υπάρχει πάντα μια ελίτ που θα το χαρακτηρίσει «λαϊκιστικό».

Νομίζω ότι είναι σημαντικό να κρατήσουμε μια ιστορική προοπτική. Αν κοιτάξουμε τα τελευταία δύο ή τρεις αιώνες, έχουμε δει τεράστιες προόδους προς την ισότητα — πολιτικά, κοινωνικά, και οικονομικά. Η κατάργηση της δουλείας, η άνοδος των δημοκρατικών θεσμών, η γενίκευση της εκπαίδευσης, τα κράτη πρόνοιας, οι προοδευτικοί φόροι… όλα αυτά δεν υπήρχαν πριν από 150 χρόνια.

Αλλά αυτή η διαδικασία δεν είναι γραμμική. Στις δεκαετίες του 1980 και 1990 είδαμε μια αντίστροφη πορεία, κυρίως λόγω της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και της παγκοσμιοποίησης χωρίς ρύθμιση. Οι ανισότητες αυξήθηκαν ξανά, ιδιαίτερα στη Δύση, ενώ η φορολογία των πλουσίων και των επιχειρήσεων μειώθηκε δραστικά.

Ωστόσο, η μακροχρόνια τάση δεν έχει τελειώσει. Η ιστορία της ισότητας δεν είναι μια ευθεία πορεία προς τα πάνω· είναι ένας αγώνας. Και αυτό που προσπαθώ να δείξω είναι ότι η ισότητα δεν είναι ουτοπία, αλλά το αποτέλεσμα πολιτικών συγκρούσεων, κινημάτων και συλλογικής δράσης.

Wikimedia Commons

Για τη θέση του ότι δημοκρατία και ισότητα είναι αλληλένδετες

Η δημοκρατία, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, είναι πολύ περισσότερα από την απλή ψήφο κάθε τέσσερα χρόνια. Πρόκειται για τη συλλογική δυνατότητα των πολιτών να συμμετέχουν στις αποφάσεις που αφορούν την κατανομή του πλούτου, της εκπαίδευσης, της υγείας, του χρόνου.

Όταν οι ανισότητες γίνονται υπερβολικές, η δημοκρατία υπονομεύεται. Γιατί αυτοί που έχουν τον πλούτο αποκτούν δυσανάλογη πολιτική επιρροή: χρηματοδοτούν κόμματα, ελέγχουν τα μέσα ενημέρωσης, επηρεάζουν τη νομοθεσία. Αυτό δεν είναι συμβατό με την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας.

Η αληθινή δημοκρατία, λοιπόν, χρειάζεται οικονομική δημοκρατία. Πράγματα όπως η συμμετοχή των εργαζομένων στις επιχειρήσεις, η φορολογική δικαιοσύνη, η πρόσβαση όλων στη γνώση. Αυτά δεν είναι “παράπλευρα ζητήματα”· είναι η ουσία της δημοκρατικής ισότητας.

Wikimedia Commons

Για τη θεωρία ότι οι κοινωνίες χρειάζονται ανισότητα για να λειτουργούν

Η ιδέα ότι “χρειαζόμαστε ανισότητα για να έχουμε ανάπτυξη” είναι ένας ιδεολογικός μύθος που εξυπηρετεί όσους επωφελούνται από την ανισότητα.

Η ιστορία δείχνει το αντίθετο: οι κοινωνίες που επένδυσαν στην εκπαίδευση, στη φορολογική πρόοδο, στη δημόσια υγεία — δηλαδή στη μείωση των ανισοτήτων — είναι και αυτές που έγιναν πιο πλούσιες και σταθερές.

Αυτό που σκοτώνει την ανάπτυξη δεν είναι η ισότητα, αλλά η συγκέντρωση του πλούτου. Όταν τα πάντα ελέγχονται από μια μικρή ελίτ, η καινοτομία και η κοινωνική κινητικότητα καταρρέουν.

Η ισότητα, λοιπόν, δεν είναι εμπόδιο. Είναι προϋπόθεση για μια βιώσιμη οικονομία και μια ζωντανή δημοκρατία.