Ο Νίκος Τράντας, Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, αναλύει στον συντονιστή του Παρατηρητηρίου Βιώσιμης Ανάπτυξης του Ινστιτούτου ΕΝΑ Γιάννη Ευσταθόπουλο γιατί η επικράτηση της ατζέντας του Ντόναλντ Τραμπ δεν περιορίζεται στην αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού, αλλά επηρεάζει συνολικότερα τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ) και τις οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και δικαιωματικές τους διαστάσεις.
Παράλληλα, εξετάζονται οι παράγοντες που ενίσχυσαν την κοινωνική αποδοχή του κλιματικού σκεπτικισμού. Όσο λανθασμένος και επικίνδυνος είναι ο κλιματικός σκεπτικισμός, που αμφισβητεί την ανθρωπογενή επιρροή στην κλιματική αλλαγή, άλλο τόσο είναι και ο αισιόδοξος οικομοντερνισμός, που προωθεί ένα ιδεατό πράσινο μέλλον πλήρως απαλλαγμένο από «βρώμικη» ενέργεια, βασιζόμενο αποκλειστικά στην τεχνολογική πρόοδο και τις ΑΠΕ.
Όπως επισημαίνεται, δεν υπάρχουν πραγματικά βιώσιμες λύσεις στο πλαίσιο του κυρίαρχου οικονομικού υποδείγματος, το οποίο προτάσσει την οικονομική μεγέθυνση και τα εταιρικά κέρδη εις βάρος των κοινωνικών και περιβαλλοντικών αναγκών. Η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να τηρεί τις αρχές της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, ώστε το κόστος της να μην βαραίνει ορισμένες περιοχές και κοινότητες, επιτρέποντας στον πλούσιο Βορρά και τις μεγάλες πόλεις να υπερκαταναλώνουν ενέργεια και πόρους, να συγκεντρώνουν πλούτο και να διευρύνουν τις ανισότητες.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού έχει προκαλέσει ανησυχία στη διεθνή κοινότητα, καθώς επηρεάζει άμεσα τη δυναμική της παγκόσμιας κλιματικής δράσης. Ωστόσο, λιγότερη προσοχή έχει δοθεί στο πώς οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ και την ΕΕ επηρεάζουν το σύνολο της ατζέντας της βιώσιμης ανάπτυξης (SDGs). Πώς διαμορφώνονται πλέον οι πολιτικές προτεραιότητες για τους ΣΒΑ στη νέα συγκυρία; Υπάρχει κίνδυνος υποβάθμισής τους και ποιες θα ήταν οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης σε παγκόσμιο επίπεδο;
Η πιο πρόσφατη έκθεση του ΟΗΕ για τους SDGs, το φθινόπωρο του 2024, είναι αποκαρδιωτική. Μόνο τo 17% των Στόχων είναι εντός πλαισίου επίτευξής τους μέχρι το 2030, σχεδόν οι μισοί δείχνουν μια ελάχιστη πρόοδο και σε πάνω από το ένα τρίτο η όποια πρόοδος έχει ανασχεθεί ή σημειώνεται οπισθοδρόμηση.
Η πανδημία, οι γεωπολιτικές εντάσεις και πόλεμοι και η κλιματική κρίση, έχουν επιδεινώσει κατά πολύ την κατάσταση. Εκτός των θανάτων και καταστροφών, 120 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί λόγω των συγκρούσεων στην Ουκρανία, τη Γάζα, το Σουδάν και αλλού, οι ανισότητες συνεχώς αυξάνονται, η απώλεια της βιοποικιλότητας επιταχύνεται, η θέση των γυναικών δεν βελτιώνεται και οι αναπτυσσόμενες χώρες αντιμετωπίζουν τις χειρότερες μεσοπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές σε μία γενιά.
Η επικράτηση της ατζέντας του Τραμπ θα επηρεάσει δυσμενώς τη διεθνή συνεργασία για τους ΣΒΑ και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, έτι περαιτέρω.
Δεν είναι μόνο η αποχώρηση από τη Συμφωνία του Παρισιού και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, με διακοπή των σχετικών χρηματοδοτήσεων, όπως και της προσπάθειας κατάργησης ή ελέγχου της ανεξάρτητης USAID (United States Agency for International Development), η οποία, παρά τις όποιες αμφιλεγόμενες πρακτικές, είναι ο μεγαλύτερος δωρητής ανθρωπιστικής βοήθειας παγκοσμίως, αλλά και μια σειρά πολλών άλλων παρεμβάσεων που εισήχθησαν με το μπλίτσκριγκ διαταγμάτων των πρώτων ημερών, και δίνουν το στίγμα μιας κυβέρνησης που υποστηρίζει τις εξορύξεις και τη χρήση ορυκτών καυσίμων, την απαλλαγή από ρυθμίσεις που τις εμποδίζουν, την αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής (που θα έχει ως συνέπεια και τη μείωση των μεταναστευτικών εμβασμάτων προς τις φτωχές χώρες), την επιβολή δασμών και την εκκίνηση εμπορικών πολέμων, την απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για τον παγκόσμιο ελάχιστο φορολογικό συντελεστή στις πολυεθνικές, και άλλων μέτρων που αφορούν τη λειτουργία του δημόσιου τομέα, τα δικαιώματα διεμφυλικών ατόμων κ.ά.
Αυτή η ατζέντα, η οποία επηρεάζει και τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη, θίγει πρωτίστως αυτό που ονομάζεται στις διεθνείς σχέσεις «πολυμέρεια» (multilateralism), ότι δηλαδή μπορεί να υπάρξει συμμαχία μεταξύ κρατών για την αντιμετώπιση κοινών στόχων. Όλες οι ενδείξεις σε παγκόσμιο επίπεδο δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας για την επίτευξη των ΣΒΑ.

Η συζήτηση για εναλλακτικά μοντέλα ανάπτυξης, όπως το post-growth, doughnut economics και το degrowth, είχε αρχίσει να κερδίζει έδαφος σε επιστημονικούς και πολιτικούς κύκλους και στα κοινωνικά κινήματα. Με τις πρόσφατες πολιτικές ανακατατάξεις στις ΗΠΑ και την ΕΕ, ποια είναι η προοπτική αυτών των προσεγγίσεων; Ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις μιας πιθανής δυναμικής επιστροφής στην «παραδοσιακή» προσέγγιση της ανάπτυξης που επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ποσοτική οικονομική μεγέθυνση;
Σε μια εποχή έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, πολέμων και εκτοπισμών, όπου επικρατεί ανενδοίαστα το δίκαιο του ισχυρού και η ωμή βία, είναι δύσκολο να συζητήσεις για εναλλακτικά μοντέλα ανάπτυξης. Κι όπως ξανασυναντάμε φαινόμενα που νομίζαμε ότι τα είχαμε αφήσει πίσω μας, έτσι θα έλεγα και για την οικονομική μεγέθυνση, ότι δηλαδή δεν φύγαμε ποτέ επί της ουσίας από την παραδοσιακή προσέγγιση για να επιστρέψουμε σε αυτήν.
Διακαής στόχος όλων των μεγάλων πολιτικών κομμάτων ανά τον κόσμο παραμένει η οικονομική ανάπτυξη μέσω της αύξησης του ΑΕΠ, και οι κυβερνήσεις κρίνονται βάσει των επιδόσεών τους πρωτίστως σε αυτόν τον τομέα. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι τα προβλήματα που γεννά η μονοδιάστατη προσέγγιση της οικονομικής μεγέθυνσης, έχουν προκαλέσει την κριτική του κυρίαρχου υποδείγματος από ένα μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας κι από ακτιβιστές και κοινωνικά κινήματα, με συνέπεια και η κυρίαρχη προσέγγιση να μετακινηθεί πολύ πέραν του παραδοσιακού πυρήνα της, όπως με τις διακηρύξεις για βιώσιμη και συμπεριληπτική ανάπτυξη και την ενσωμάτωση των κριτηρίων ESG στο επιχειρηματικό περιβάλλον.
Η στάση μάλιστα της κοινής γνώμης, όπως έχει αποτυπωθεί σε κάποιες έρευνες, φαίνεται να είναι δεκτική σε όψεις αυτής της κριτικής και σε προτάσεις εναλλακτικών μοντέλων ανάπτυξης, και υπάρχουν ακόμα και κοινότητες που λειτουργούν έξω από τους κανόνες και την κουλτούρα του συστήματος.
Σε κάθε περίπτωση, παρά τον ωμό, «παραδοσιακό» τρόπο που τίθενται τα ζητήματα μετά την επικράτηση της τραμπικής ατζέντας, δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει επιστροφή στην πιο παραδοσιακή μορφή της κυρίαρχης προσέγγισης και για έναν επιπλέον λόγο: φαίνεται ότι εδώ και καιρό οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν μπει στη φάση του secular stagnation, δηλαδή μιας μακροχρόνιας οικονομικής στασιμότητας, οπότε μία προσέγγιση που θα επικεντρωνόταν αποκλειστικά στην ποσοτική οικονομική μεγέθυνση θα ήταν βολονταριστική και δεν θα είχε πιθανότητες επιτυχίας.
Σε μια δημοκρατία, οι κυβερνώντες είναι υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να λογοδοτούν για θέματα ποιότητας ζωής των πολιτών, και δεν μπορούν να ποντάρουν όλες τις προσδοκίες τους σε μια οικονομία που δεν μεγεθύνεται με τους ρυθμούς του απώτατου παρελθόντος.
Όμως αυτό που μπορεί να επιτύχει η κυρίαρχη προσέγγιση είναι να ουδετεροποιήσει και να εξουδετερώσει τη μετασχηματιστική προοπτική των εναλλακτικών προτάσεων, εντάσσοντας κάποιο μέρος τους – και με έναν τρόπο που την εξυπηρετεί – στις κυρίαρχες πολιτικές.
Ο κλιματικός σκεπτικισμός και η κλιματική παραπληροφόρηση εντείνονται σε διάφορες χώρες, επηρεάζοντας την πολιτική ατζέντα και τη δημόσια αντίληψη για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, τοπικές αντιδράσεις σε έργα ΑΠΕ (π.χ. ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά σε γεωργική γη) εγείρουν ερωτήματα για την κοινωνική αποδοχή της ενεργειακής μετάβασης. Παράλληλα, στη δημόσια συζήτηση αναδεικνύονται αφηγήσεις που προβάλλουν την ανάγκη εξορύξεων ορυκτών πόρων ως μέσο ενίσχυσης της οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος των κρατών. Πού οφείλονται αυτές οι εξελίξεις και ποιες στρατηγικές μπορούν να διασφαλίσουν τη διατήρηση της πολιτικής και κοινωνικής υποστήριξης για την πράσινη μετάβαση και τη βιώσιμη ανάπτυξη;
Όσο λάθος και επικίνδυνος είναι ο κλιματικός σκεπτικισμός, που αμφισβητεί την ανθρωπογενή επιρροή στην κλιματική αλλαγή, άλλο τόσο είναι και ο αισιόδοξος οικομοντερνισμός που πλασάρει την εικόνα ενός πράσινου μέλλοντος απαλλαγμένου εντελώς από «βρώμικη ενέργεια», χάριν των επιτευγμάτων της τεχνολογίας και της διευρυμένης χρήσης των ΑΠΕ.
Οι ΑΠΕ μπορεί να μην εκλύουν διοξείδιο του άνθρακα στο περιβάλλον, αλλά δεν μπορεί να αποσιωπάται το γεγονός ότι τόσο οι ΑΠΕ όσο και προϊόντα «φιλικά προς το περιβάλλον», όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ενσωματώνουν άμεσα ή έμμεσα χρήση ορυκτών καυσίμων και μεγάλες ποσότητες ορυκτού πλούτου, συμβάλλοντας και επεκτείνοντας έτσι το εξορυκτικό αποτύπωμα στον πλανήτη.
Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, χωρίς κόστος, ούτε μπορεί να υπάρξουν βιώσιμες λύσεις στο πλαίσιο του κυρίαρχου οικονομικού υποδείγματος, που δίνει προτεραιότητα στην οικονομική μεγέθυνση και τα εταιρικά κέρδη και όχι στις κοινωνικές ανάγκες και τις περιβαλλοντικές ανησυχίες.
Για να γίνουν αποδεκτές οι υποδομές που συμβάλλουν στην «ενεργειακή μετάβαση», θα πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις αρχές της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, δηλαδή αφενός να γίνεται σοβαρός διάλογος και διαβούλευση με τις τοπικές κοινότητες και αφετέρου να μην επωμίζονται όλα τα κόστη της μετάβασης κάποιοι τόποι προκειμένου να μπορέσει να συνεχίσει ο πλούσιος βορράς και οι μεγάλες πόλεις να υπερκαταναλώνουν ενέργεια και πόρους, να συσσωρεύουν πλούτο και να αυξάνουν τις ανισότητες.
- Νίκος Τράντας, Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, στέλεχος της δημόσιας διοίκησης για θέματα βιώσιμης ανάπτυξης – Συνέντευξη στο πλαίσιο ειδικού αφιερώματος του Παρατηρητηρίου Βιώσιμης Ανάπτυξης του Ινστιτούτου ΕΝΑ «Το μέλλον της κλιματικής & περιβαλλοντικής πολιτικής μετά τις αμερικανικές & ευρωπαϊκές εκλογές»
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


