Την 1η Ιουνίου 2027 αναμένεται να ξεκινήσει ενώπιον ομοσπονδιακού δικαστηρίου της Νέας Υόρκης η ποινική δίκη του πρώην προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, όπως αποφασίστηκε κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας από τον ανώτερο περιφερειακό δικαστή της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης, Άλβιν Χέλερσταϊν.

Ads

Η ημερομηνία προτάθηκε από κοινού από την εισαγγελία και την υπεράσπιση, με τις δύο πλευρές να διευκρινίζουν ότι το χρονοδιάγραμμα ενδέχεται να μεταβληθεί, καθώς εκκρεμούν διαδικασίες που σχετίζονται με τη διαχείριση διαβαθμισμένων πληροφοριών, οι οποίες θα μπορούσαν να επιμηκύνουν σημαντικά την προδικασία.

Ads

Επιφυλάξεις του δικαστή για τις διαβαθμισμένες πληροφορίες

Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο δικαστής Χέλερσταϊν εμφανίστηκε επιφυλακτικός ως προς το κατά πόσο θα είναι εφικτό να έχουν επιλυθεί όλα τα ζητήματα που αφορούν απόρρητο υλικό έως τον Ιούνιο του 2027, επισημαίνοντας ότι τέτοιες διαδικασίες είναι ιδιαίτερα σύνθετες και συχνά απαιτούν μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ads

Υπό ομοσπονδιακή κράτηση ο Μαδούρο και η σύζυγός του

Ο Νικολάς Μαδούρο και η Σίλια Φλόρες εμφανίστηκαν στο δικαστήριο φορώντας τις καφέ στολές των κρατουμένων.

Ads

Το ζευγάρι απήχθη στις αρχές Ιανουαρίου στο Καράκας, κατά τη διάρκεια επιχείρησης αμερικανικών δυνάμεων στο προεδρικό μέγαρο, η οποία, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, συνοδεύτηκε από ανταλλαγή πυροβολισμών με στρατιωτικές δυνάμεις της Βενεζουέλας.

Μετά την απαγωγή τους μεταφέρθηκαν στη Νέα Υόρκη, όπου οδηγήθηκαν ενώπιον των αμερικανικών αρχών και δήλωσαν αθώοι για όλες τις κατηγορίες που τους αποδίδονται.

Σήμερα κρατούνται στο Μητροπολιτικό Κέντρο Κράτησης του Μπρούκλιν.

Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν

Οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς κατηγορούν τον πρώην πρόεδρο της Βενεζουέλας και τη σύζυγό του για συμμετοχή σε συνωμοσία που αφορά την εισαγωγή όπλων και κοκαΐνης στις Ηνωμένες Πολιτείες, αδικήματα που, εφόσον αποδειχθούν, επισύρουν ποινές κάθειρξης άνω των 25 ετών.

Μία από τις πιο περίπλοκες διεθνείς ποινικές υποθέσεις

Η υπόθεση θεωρείται ιδιαίτερα σύνθετη σε νομικό επίπεδο, καθώς συνδυάζει ζητήματα που αφορούν την άσκηση κρατικής εξουσίας, την απόδειξη μιας διεθνούς εγκληματικής συνωμοσίας, αλλά και ευρύτερες παραμέτρους που σχετίζονται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Οι νομικοί εκτιμούν ότι η υπεράσπιση αναμένεται να ακολουθήσει πολυμέτωπη στρατηγική, επιχειρώντας να αμφισβητήσει τόσο τη νομιμότητα της σύλληψης όσο και τη δικαιοδοσία των αμερικανικών δικαστηρίων.

Η υπεράσπιση επικαλείται ασυλία

Ο συνήγορος του πρώην προέδρου, Μπάρι Πόλακ, έχει ήδη προαναγγείλει ότι θα ζητήσει την ακύρωση της διαδικασίας, υποστηρίζοντας ότι η σύλληψη πραγματοποιήθηκε ενώ ο Μαδούρο βρισκόταν ακόμη στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα της Βενεζουέλας και, ως εκ τούτου, απολάμβανε προεδρικής ασυλίας.

Παράλληλα, νωρίτερα μέσα στη χρονιά ο ίδιος ο Μαδούρο είχε ζητήσει την απόσυρση των κατηγοριών, ισχυριζόμενος ότι δεν μπορούσε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τον εαυτό του, επειδή οι αμερικανικές κυρώσεις δεν επέτρεπαν στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας να καλύψει τα έξοδα της νομικής του εκπροσώπησης.

Το αίτημα απορρίφθηκε από το δικαστήριο, ωστόσο στη συνέχεια το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών διευκρίνισε ότι η χρηματοδότηση της υπεράσπισης από το κράτος της Βενεζουέλας μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να παραβιάζονται οι ισχύουσες κυρώσεις.

Η πολιτική διάσταση της υπόθεσης

Ο Νικολάς Μαδούρο ανέλαβε την προεδρία της Βενεζουέλας το 2013, όμως μετά τις προεδρικές εκλογές του 2018 οι Ηνωμένες Πολιτείες, μαζί με δεκάδες ακόμη χώρες, αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τη νομιμότητα της επανεκλογής του, θεωρώντας ότι η εκλογική διαδικασία δεν πληρούσε τις δημοκρατικές προϋποθέσεις.

Η επικείμενη δίκη αναμένεται να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες διεθνείς ποινικές υποθέσεις των τελευταίων ετών, καθώς συνδυάζει ζητήματα Διεθνούς Δικαίου, κρατικής ασυλίας, οργανωμένου εγκλήματος και γεωπολιτικών ισορροπιών.