Τις τελευταίες εβδομάδες, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης στο Ιράν, ακόμη και τα επίσημα πρακτορεία ειδήσεων της Ισλαμικής Δημοκρατίας, όπως το IRNA, είναι γεμάτα με ρεπορτάζ και άρθρα από πολιτικούς και πολιτικούς σχολιαστές σχετικά με την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της εξουσίας και της κοινωνίας.

Ads

Εκφράσεις που μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ή ακόμα και λίγους μήνες, ήταν απούσες από τον κυβερνητικό λόγο όπως «να ακουστεί η φωνή του λαού», «υπάρχει ανάγκη αλλαγής στις κοινωνικές προσεγγίσεις», «διάλογος με την αντιπολίτευση», και ακόμη κάποιοι μιλούν για «λογοδοσία». Ο Μασούντ Πεζεσκιάν, ο πρόεδρος που αυτοαποκαλείται «η φωνή των άφωνων», δήλωσε ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να συνομιλήσει με την αντιπολίτευση, υπό τον όρο της «δικαιοσύνης και της ισότητας». Δεν είναι σαφές ποιους θεωρούν ακριβώς ως εκπροσώπους της αντιπολίτευσης, αλλά η δήλωσή του προκάλεσε αντιδράσεις.

Ads

Αλλαγή γλώσσας στα επίσημα μέσα ενημέρωσης

Ένα από τα πιο ξεκάθαρα σημάδια των γλωσσικών αλλαγών στη δομή της εξουσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας είναι η αλλαγή στον τόνο των ανώτατων αξιωματούχων, όπως του πρώτου αντιπροέδρου, ο οποίος μόλις λίγες μέρες μετά την εκεχειρία ισχυρίστηκε ότι η θεμελιώδης αλλαγή σε ορισμένα ζητήματα είναι μια από τις απαιτήσεις του ηγέτη. Αυτή η γλώσσα μεταφέρθηκε γρήγορα στα κρατικά και ημικρατικά μέσα ενημέρωσης. Έννοιες όπως «εθνική συναίνεση», «ακρόαση της φωνής του λαού», «διόρθωση των κοινωνικών προσεγγίσεων» και «ανάγκη οικοδόμησης εμπιστοσύνης» επαναλαμβάνονται πλέον τακτικά στους τίτλους και τα άρθρα των μέσων ενημέρωσης.

Ads

Από το υπουργικό συμβούλιο έως κάποιους βουλευτές και τα μέσα ενημέρωσης, όλοι μιλούν για «λογοδοσία», «ρεαλισμό» και «ανάγκη ανανέωσης της διακυβέρνησης». Ο πρώτος αντιπρόεδρος μιλάει για μια κυβέρνηση συναίνεσης που είναι έτοιμη να ακούσει την κριτική. Ο Αλί Ακμπάρ Βελαγιατί, κορυφαίος σύμβουλος ασφαλείας του Χαμενεΐ, μιλά ξεκάθαρα για την ανάγκη εγκατάλειψης παρωχημένων μεθόδων. Ακόμη και ο Αλί Λαριτζανί, ένα από τα πιο κεντρικά πρόσωπα της εθνικής ασφάλειας, προειδοποιεί πως μετά τον πόλεμο με το Ισραήλ δεν πρέπει να υπάρξει και πάλι «σκληρότητα» απέναντι στον λαό.

Ads

Αυτή η στροφή στον λόγο, βέβαια, δεν είναι χωρίς αιτία. Μετά τις πανεθνικές διαδηλώσεις «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» το 2022, τη διάρρηξη της κοινωνικής βάσης, το μποϊκοτάζ των εκλογών και την αδυναμία της κυβέρνησης να διαχειριστεί τις οικονομικές κρίσεις, η πολιτική εξουσία στο Ιράν χρειαζόταν μια νέα νομιμοποίησή.

Οι 12ήμερες επιθέσεις του Ισραήλ προσέφεραν την ευκαιρία ώστε οι θύλακες της εξουσίας να επιστρέψουν στο προσκήνιο μέσω της «πρόσκλησης σε συμμετοχή» και της «ευχαριστίας για την αφοσίωση του λαού». Ωστόσο, ακόμη και μέσα σε αυτή τη σύντομη περίοδο, με τις μαζικές συλλήψεις υπό το πρόσχημα της καταπολέμησης εχθρικών και κατασκοπευτικών δυνάμεων, οι περιορισμοί απέναντι στους επικριτές και τους αντιφρονούντες παρέμειναν έντονοι.


Αντίφαση στην επίκληση διαλόγου με την αντιπολίτευση

Οι πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου της Ισλαμικής Δημοκρατίας περί ετοιμότητας της κυβέρνησης για διάλογο με την αντιπολίτευση, αν και πρωτοφανείς, είναι γεμάτες πολιτικές αντιφάσεις.

Η χρήση του όρου «αντιπολίτευση» από έναν επίσημο κυβερνητικό αξιωματούχο, σε μια χώρα όπου επί δεκαετίες είτε αρνούνται την ύπαρξη αντιπολίτευσης είτε την περιορίζουν στον «ξένο εχθρό», έρχεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα του Ιράν.

Στα επίσημα μέσα ενημέρωσης, οι αντιδράσεις σε αυτές τις δηλώσεις ήταν διττές. Τα μεταρρυθμιστικά μέσα χαιρέτησαν την αλλαγή και τη θεώρησαν ένδειξη «ρεαλισμού». Αντίθετα, η σκληροπυρηνική εφημερίδα Javan (που συνδέεται με τους Φρουρούς της Επανάστασης) με προειδοποιητικό τόνο επιτέθηκε στους μεταρρυθμιστές και επιχείρησε να αδειάσει τη λέξη «αντιπολίτευση» από το περιεχόμενό της, περιορίζοντάς την στους «πρωταγωνιστές της ανταρσίας» ή στους «διχαστές». Εκφράσεις που εδώ και δύο δεκαετίες χρησιμοποιούνται ενάντια σε κάθε επικριτική φωνή.

Στον δημόσιο χώρο, οι αντιδράσεις ήταν πιο οξείες και άμεσες. Τα κοινωνικά δίκτυα γέμισαν από συζητήσεις που υπενθύμιζαν ότι ένα μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης δεν βρίσκεται στο εξωτερικό, αλλά μέσα στο ίδιο το Ιράν και στις φυλακές του. Εκατοντάδες συγγραφείς, πολιτικοί και κοινωνικοί ακτιβιστές, δάσκαλοι, εργάτες, φεμινίστριες και δημοσιογράφοι είτε βρίσκονται υπό κράτηση είτε ζουν υπό την απειλή καταδίκης με αναστολή και διαρκούς απειλής. Ορισμένα πρόσωπα, όπως η Βορίσα Μοράντι και η Παχσάν Αζίζι, ακτιβίστριες για τα ανθρώπινα δικαιώματα Κούρδικής καταγωγής με δράση στα προσφυγικά στρατόπεδα της Ροζάβα, σήμερα απειλούνται ανοιχτά με εκτέλεση. Αν πρόκειται όντως να ξεκινήσει διάλογος, γιατί να μη ξεκινήσει από αυτούς τους κρατούμενους;

Ακόμα και πρώην στελέχη κοντά στο καθεστώς προειδοποίησαν για τις αντίφασεις της νέας ρητορικής. Ο Μεχντί Καρούμπι, από τους ηγέτες του Πράσινου Κινήματος, που βρισκόταν για χρόνια σε κατ’ οίκον περιορισμό και πρόσφατα απελευθερώθηκε, δήλωσε ξεκάθαρα ότι «εθνική συμφιλίωση με μια οπισθοδρομική φατρία δεν είναι δυνατή» και απαίτησε την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Ο Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί, πρωθυπουργός του Ιράν τη δεκαετία του 1980 και επίσης ηγετικό στέλεχος του Πράσινου Κινήματος, ο οποίος βρίσκεται ακόμα σε κατ’ οίκον περιορισμό, ζήτησε σε πρόσφατη δήλωσή του την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, τον τερματισμό της λογοκρισίας στα μέσα ενημέρωσης και την αναθεώρηση του Συντάγματος. Όμως, πόση ελπίδα μπορεί να υπάρξει για έναν πραγματικό διάλογο;

Κρίση νομιμοποίησης και ανασυγκρότηση λόγου από τα πάνω

Η πρόσφατη αλλαγή στον επίσημο λόγο της Ισλαμικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από τις συσσωρευμένες κρίσεις που έχουν περικυκλώσει το καθεστώς τα τελευταία χρόνια: από τις πανεθνικές διαδηλώσεις του 1401 με το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» έως την οικονομική ύφεση, τη συστηματική διαφθορά, τη διάλυση της κοινωνικής βάσης, τη γενικευμένη δυσπιστία προς τους εκλογικούς θεσμούς και το χρόνιο αδιέξοδο στις σχέσεις με τη διεθνή κοινότητα. Υπό τέτοιες συνθήκες, ο επίσημος λόγος της εξουσίας – που στο παρελθόν ήταν ιδεολογικός και κατασταλτικός — αναγκαστικά έχει εισέλθει σε μια άλλη φάση.

Οι αναφορές των μέσων ενημέρωσης και τα μηνύματα των ανώτατων αξιωματούχων του Ιράν προσπαθούν να οικοδομήσουν την εικόνα ότι η Ισλαμική Δημοκρατία, παρά τα ελαττώματά της, εξακολουθεί να είναι ικανή να αυτομεταρρυθμίζεται, να ακούει τη φωνή του λαού και να επιτυγχάνει μια νέα συναίνεση. Ωστόσο, αυτή η αλλαγή στο ύφος δεν αποτελεί τόσο ένδειξη μιας δομικής μεταβολής, όσο ένα εργαλείο περιορισμού των ζημιών και διαχείρισης της κρίσης νομιμοποίησης.

Η έννοια του «κοινωνικού κεφαλαίου», που αυτές τις μέρες επαναλαμβάνεται συχνά στις δηλώσεις των αξιωματούχων, είναι ένδειξη αυτής της ανησυχίας. Το κοινωνικό κεφάλαιο, που μέχρι χθες είχε αποδυναμωθεί μέσω καταστολής, περιορισμού, λογοκρισίας και απειλών, έχει ξαφνικά μετατραπεί σε πηγή δύναμης του καθεστώτος. Αυτή η στροφή δεν βασίζεται σε αλλαγές στην οικονομική πολιτική, ούτε συνοδεύεται από πολιτικό άνοιγμα ή εγγυήσεις πολιτικών ελευθεριών, αλλά πηγάζει αποκλειστικά από την ανάγκη διατήρησης της υπάρχουσας πολιτικής τάξης υπό συνθήκες κρίσης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος του Ιράν παίζει τον ρόλο του τεχνοκράτη και μετριοπαθούς προσώπου: ενός προσώπου που δεν εμφανίζεται για να ανατρέψει τη δομή της εξουσίας, αλλά για να την ανασυγκροτήσει με τρόπο που να εξασφαλίζει την επιβίωσή της. Η έμφαση που δίνει στον διάλογο, τη διαφάνεια, την αποδοχή της κριτικής και τη «διοίκηση της χώρας μακριά από εντάσεις», είναι ουσιαστικά ένα βήμα για την αναδόμηση της εμπιστοσύνης, χωρίς να αναληφθεί καμία ευθύνη και χωρίς να πληρώσει πραγματικό κόστος εξουσίας.

Το εύρος των αλλαγών παραμένει εξαιρετικά συντηρητικό και ελεγχόμενο. Λέξεις όπως «αντιπολίτευση», «εθνική συναίνεση» ή «κοινωνικό κεφάλαιο» εκφέρονται πλέον από τα ίδια πρόσωπα και θεσμούς που επί χρόνια κατέπνιγαν και τις ελάχιστες ενστάσεις που ακούγόντουσαν μετονομάζοντας τες σε «ανατροπή», «σύμπλευση με τον εχθρό» και «δράση κατά της εθνικής ασφάλειας». Όμως τώρα που η νομιμοποίηση από τα κάτω έχει καταρρεύσει, η επίσημη γλώσσα αναγκάζεται να γίνει πιο ήπια — χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα στους θεσμούς εξουσίας ή στις νομικές δομές.

Αλλά εδώ βρίσκεται η πρόκληση: όταν ο λαός ζητά αλλαγή δομής και η εξουσία απαντά μόνο με αλλαγή ύφους, μπορεί άραγε ένας νέος λόγος να βοηθήσει στην ανάκτηση της χαμένης νομιμοποίησης; Ή απλώς θα καθυστερήσει προσωρινά την έκρηξη της κρίσης; Αυτό το χάσμα ανάμεσα στο κοινωνικό αίτημα και στην ικανότητα του πολιτικού συστήματος να ανταποκριθεί, είναι ακριβώς εκείνο που αφαιρεί τη νομιμοποίηση. Δεν είναι ένας εξωτερικός εχθρός, που αφαιρεί από την εξουσία τη νομιμοποίηση, αυτό συμβαίνει εκ των έσω.

* Siyavash Shahabi Ιρανός δημοσιογράφος και ακτιβιστής που ζει στην Ελλάδα