Ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε την Πέμπτη (1/8) το εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο επιβάλλονται υψηλότεροι τελωνειακοί δασμοί με σκοπό «να αναδομηθεί το παγκόσμιο εμπόριο προς όφελος των αμερικανών εργαζομένων», ανέφερε ο Λευκός Οίκος σε έγγραφό του.

Ads

Οι νέοι δασμοί αναμένεται να τεθούν σε εφαρμογή μετά την 7η Αυγούστου, όχι σήμερα 1η Αυγούστου όπως προβλεπόταν, σύμφωνα με αξιωματούχο της κυβέρνησής του.

Ads

Οι χώρες εκείνες που υπέγραψαν συμφωνίες για το εμπόριο πριν από την προθεσμία υπόκεινται στους τελωνειακούς δασμούς που είχαν αναγγελθεί. Έτσι η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα θα δουν τα προϊόντα τους να δασμολογούνται κατά 15%, η Βρετανία κατά 10%.

Ads

Εκείνες που δεν κατάφεραν να κλείσουν συμφωνίες με την κυβέρνηση Τραμπ θα δουν τους δασμούς στα προϊόντα τους να κυμαίνονται από το 10% –το επίπεδο «βάσης»– ως το 41%, στην περίπτωση της Συρίας.

Ads

Γενικά, οι περισσότερες χώρες από αυτές που αναφέρονται στο παράρτημα του διατάγματος του προέδρου Τραμπ υπόκεινται σε δασμούς 15%, όμως κάποιες χώρες είναι αντιμέτωπες με διπλάσιους ή υψηλότερους, ιδίως η Νότια Αφρική (30%), η Σερβία (35%) και η Ελβετία (39%).

Οπως αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο, η δραστική αύξηση των τελωνειακών δασμών προκαλεί παγκόσμια ανησυχία για τις εταιρείες που έχουν βασικό προορισμό των εξαγωγών τους τις ΗΠΑ.

Μια χώρα τουλάχιστον γλίτωσε από την αύξηση των δασμών την 7η Αυγούστου. Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Πέμπτη πως παρατείνει για 90 ημέρες την ισχύ των δασμών που επιβάλλονται στο Μεξικό — διατηρώντας τους στο 25% για όσα προϊόντα εισάγονται στην αμερικανική αγορά εκτός του πλαισίου της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου της βόρειας Αμερικής (USMCA, η πρώην NAFTA).

Οι «εκδικητικοί» δασμοί

Απεναντίας ο Καναδάς θα δει τους δασμούς στα δικά του προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ εκτός του πλαισίου αυτής της συμφωνίας να αυξάνονται από το 25% στο 35%.

«Ο Καναδάς δεν συνεργάστηκε προκειμένου να μειωθεί η ροή φαιντανύλης και άλλων παράνομων ναρκωτικών» προς την αμερικανική επικράτεια, αιτιολόγησε ο Λευκός Οίκος σε χωριστό έγγραφό του, ενώ «έλαβε μέτρα αντιποίνων εναντίον των ΗΠΑ».

Ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε την Τετάρτη (30/7) διάταγμα που προβλέπει δασμούς 50% στα περισσότερα προϊόντα που εισάγονται από τη Βραζιλία, με την εξαίρεση κάποιων αγαθών.

Οι επιπρόσθετοι δασμοί αυτοί επιβλήθηκαν ως αντίποινα για τη δίκη με κατηγορούμενο τον ακροδεξιό πρώην πρόεδρο Ζαΐχ Μπολσονάρο –σύμμαχο και μέγα θαυμαστή του Ντόναλντ Τραμπ– για απόπειρα πραξικοπήματος μετά την ήττα του στις εκλογές του 2022.


Η Ινδία θα δει τα προϊόντα της να δασμολογούνται κατά 25%, επίπεδο στο οποίο αναμένεται να προστεθούν επιπλέον «ποινές» διότι η Ουάσιγκτον της προσάπτει ότι αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο.

Ο πρόεδρος Τραμπ διαλαλεί τα οφέλη των συμφωνιών που κλείστηκαν και των δασμών, που θα εισφέρουν έσοδα στο αμερικανικό δημόσιο, το χρέος του οποίου είναι δυσθεώρητο.

Φόβοι για άνοδο του πληθωρισμού

Ωστόσο ο αντίκτυπος των τελωνειακών δασμών συνεχίζει να ανησυχεί οικονομολόγους, που προεξοφλούν ότι θα αυξήσουν κι άλλο τον πληθωρισμό –ανέβηκε στο 2,6% τον Ιούνιο– και θα πλήξουν την ανάπτυξη της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου.

Η Apple προέβλεψε πως οι τελωνειακοί δασμοί αναμένει πως θα αυξήσουν τα κόστη της κατά 1,1 δισεκ. ευρώ το τρέχον τρίμηνο.

Προσφυγή κατά των επιπρόσθετων δασμών από μικρές επιχειρήσεις

Συμπτωματικά, ομοσπονδιακό εφετείο άρχισε να εξετάζει την Πέμπτη στην Ουάσιγκτον προσφυγή που αφορά το ερώτημα εάν ο πρόεδρος Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες του δυνάμει του Συντάγματος προχωρώντας στην επιβολή των επιπρόσθετων δασμών χωρίς έγκριση του Κογκρέσου. Η προσφυγή αφορά τους δασμούς καθολικής ισχύος, που δεν αφορούν δηλαδή κάποιον συγκεκριμένο τομέα, όπως αυτόν της αυτοκινητοβιομηχανίας ή του χάλυβα.

Συνήγορος των εναγόντων, συμμαχίας μικρών επιχειρήσεων και δώδεκα αμερικανικών πολιτειών, εξήγησε πως προσάπτουν στον πρόεδρο ότι «ιδιοποιήθηκε» εξουσίες του Κογκρέσου, κάτι «άνευ προηγουμένου από πλευράς οποιουδήποτε προέδρου τα τελευταία 200 χρόνια», ενώ η πλειοψηφία των εφετών αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τα κυβερνητικά επιχειρήματα.

Ο Λευκός Οίκος έχει ήδη καταστήσει σαφές πως, σε περίπτωση δυσμενούς γι’ αυτόν ετυμηγορίας, θα προσφύγει στο ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο.