Από τα πρώτα κιόλας κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η εξορία, η περιπλάνηση, η προσφυγιά για την αναζήτηση μιας ασφαλούς πατρίδας αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία της ανθρώπινης ιστορίας.

Ads

Η «Οδύσσεια» του Ομήρου δεν αφηγείται μόνο την επιστροφή ενός ήρωα, αλλά και τη διαρκή αγωνία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να επιβιώσει ανάμεσα στη θάλασσα, την εχθρότητα και την αβεβαιότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι εξακολουθεί να εμπνέει καλλιτέχνες που επιχειρούν να μιλήσουν για τις σύγχρονες μεταναστευτικές διαδρομές.

Ads

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γαλλικό ντοκιμαντέρ «No Comment» της Ναταλί Λουμπέρ, που γυρίστηκε στην Καλαί το 2008, πολύ πριν η Ευρώπη μιλήσει για τη λεγόμενη «προσφυγική κρίση». Από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα, η ταινία παραπέμπει στον Όμηρο.

Ads

Πάνω σε ένα ακίνητο πλάνο της θάλασσας εμφανίζονται στίχοι από την Οδύσσεια, στους οποίους ο Οδυσσέας ικετεύει έναν άγνωστο θεό να τον προστατεύσει μετά το ναυάγιό του. Η επιλογή αυτή δεν λειτουργεί ως λογοτεχνικό στολίδι, αλλά ως υπενθύμιση ότι η ιστορία της προσφυγιάς είναι τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο ανθρώπινος πολιτισμός.

Ads

Στην αρχαία Ελλάδα η ικεσία δεν ήταν μια απλή παράκληση. Ήταν ένας ιερός θεσμός. Όποιος είχε χάσει την πατρίδα του ή κινδύνευε μπορούσε να ζητήσει προστασία αγγίζοντας τα γόνατα ή το πηγούνι εκείνου στον οποίο απευθυνόταν. Η πράξη αυτή υποχρέωνε ηθικά και θρησκευτικά τον αποδέκτη να προσφέρει άσυλο και φιλοξενία. Οι ικέτες θεωρούνταν ταυτόχρονα ευάλωτοι και ιεροί. Η προστασία τους αποτελούσε δείγμα πολιτισμού.

Στην Καλαί, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Οι πρόσφυγες από το Αφγανιστάν, τη Συρία, το Ιράκ, το Σουδάν, την Ερυθραία και τη Σομαλία δεν αγγίζουν τα γόνατα κανενός. Δεν απευθύνουν τελετουργικές εκκλήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια η ύπαρξή τους αποτελεί μια σιωπηλή ικεσία. Περιμένουν ένα κομμάτι ψωμί, μια κουβέρτα, μια ευκαιρία να περάσουν τη Μάγχη και να ξεκινήσουν ξανά τη ζωή τους, αναφέρει το The Conversation.

Η σκηνοθέτιδα επιλέγει να μην χρησιμοποιήσει αφηγητή, συνεντεύξεις ή και σχολιασμό. Οι εικόνες μιλούν από μόνες τους. Τα απλωμένα χέρια γύρω από μια φωτιά, τα πρόσωπα που περιμένουν στην ουρά, τα βλέμματα που κοιτούν τη θάλασσα, λειτουργούν ως διαχρονικά σύμβολα ανθρώπων που βρίσκονται ανάμεσα στη ζωή και στην απόρριψη των ανθρώπινων υπάρξεων που γυρεύουν μια στεριά. Όπως ο Οδυσσέας, έτσι κι αυτοί έχουν χάσει τον έλεγχο της μοίρας τους και εξαρτώνται από την καλή θέληση των άλλων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο παραλληλισμός που κάνει η ταινία με το μνημείο των Αστών της Καλαί, το περίφημο γλυπτό του Ογκίστ Ροντέν. Οι μεσαιωνικοί πολίτες που θυσιάστηκαν για να σωθεί η πόλη παρουσιάζονται ως ήρωες της ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι σημερινοί πρόσφυγες, αντίθετα, αντιμετωπίζονται συχνά ως ανεπιθύμητοι. Ωστόσο, οι εικόνες αποκαλύπτουν ότι και οι δύο μοιράζονται την ίδια ανθρώπινη ευαλωτότητα απέναντι στον πόλεμο, την εξουσία και την ιστορία.

Διαβάστε: Καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Λιλ / Όχι, η «Οδύσσεια» του Νόλαν δεν προδίδει τον Όμηρο

Η πιο οδυνηρή διαφορά ανάμεσα στον κόσμο του Ομήρου και στη σημερινή Ευρώπη βρίσκεται ίσως στην έννοια της φιλοξενίας. Στην αρχαιότητα η υποδοχή του ξένου αποτελούσε ιερή υποχρέωση. Στην Καλαί οι πρόσφυγες περνούν δίπλα από καφετέριες, φούρνους και καταστήματα χωρίς να τους κοιτάζει σχεδόν κανείς. Είναι παρόντες και ταυτόχρονα αόρατοι.

Κι όμως, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από όσο συχνά παρουσιάζεται. Έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας έδειξε ότι πολλοί κάτοικοι της Καλαί νιώθουν έντονη συμπόνια για τους ανθρώπους αυτούς, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για οικογένειες και παιδιά. Εκείνο που κυριαρχεί δεν είναι τόσο η αδιαφορία όσο η αίσθηση αδυναμίας απέναντι σε ένα πρόβλημα που μοιάζει ατελείωτο και χωρίς πολιτική λύση.

Η δύναμη του ντοκιμαντέρ βρίσκεται ακριβώς στην άρνησή του να μετατρέψει τους πρόσφυγες σε στατιστική. Δεν αφηγείται τη ζωή τους ούτε μιλά εκ μέρους τους. Τους επιτρέπει απλώς να υπάρχουν μέσα στο κάδρο, διατηρώντας την αξιοπρέπεια και τη σιωπή τους.

Η αναφορά στην Οδύσσεια αποκτά έτσι βαθιά πολιτική και φιλοσοφική σημασία. Ο Οδυσσέας δεν είναι μόνο ο ήρωας που επιστρέφει στην Ιθάκη. Είναι κάθε άνθρωπος που αναζητά έναν ασφαλή τόπο, κάθε ναυαγός που ελπίζει ότι κάποιος θα του απλώσει το χέρι. Η ομηρική αφήγηση μας υπενθυμίζει ότι η προσφυγιά δεν είναι εξαίρεση αλλά διαρκές στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας.

Το τελευταίο βλέμμα ενός πρόσφυγα προς την κάμερα, στο τέλος της ταινίας, μοιάζει να διαπερνά τους αιώνες. Δεν ζητά οίκτο. Ζητά να αναγνωριστεί η ανθρώπινη υπόστασή του. Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα τόσο του Ομήρου όσο και της σύγχρονης τέχνης: ότι η αξία ενός πολιτισμού δεν κρίνεται από τον τρόπο που δοξάζει τους ήρωές του, αλλά από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τους ξένους που χτυπούν την πόρτα του.