Περισσότερες από 5.000 συλλήψεις μέσα σε τρεις εβδομάδες, εκατοντάδες σχολεία σε κινητοποιήσεις και μια νέα γενιά που αμφισβητεί κατά πόσο η γαλλική Δημοκρατία μπορεί ακόμη να εγγυηθεί ίσες ευκαιρίες.

Ads

Οι μαθητικές διαδηλώσεις στη Γαλλία δεν αποτελούν, σύμφωνα με ανάλυση άρθρου του Social Europe, απλώς μια αντίδραση στις ελλείψεις εκπαιδευτικών και στην υποβάθμιση των σχολικών υποδομών.

Ads

Αναδεικνύουν επίσης μια βαθύτερη αντίφαση – ένα κράτος που εμφανίζεται αδύναμο όταν καλείται να καλύψει βασικές κοινωνικές ανάγκες, αλλά επιδεικνύει σημαντική επιχειρησιακή ισχύ όταν καλείται να αντιμετωπίσει τις διαμαρτυρίες.

Ads

Μια σχολική αίθουσα χωρίς εκπαιδευτικό δεν συνιστά μόνο πρόβλημα λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος. Μπορεί να μετατραπεί και σε ένα από τα πρώτα πολιτικά μαθήματα που λαμβάνει ένας νέος άνθρωπος.

Ads

Αυτή είναι η κεντρική ιδέα της ανάλυσης για τις μαθητικές κινητοποιήσεις που εκδηλώθηκαν στη Γαλλία τον Σεπτέμβριο και εξελίχθηκαν σε ευρύτερη αντιπαράθεση γύρω από την κατάσταση της δημόσιας εκπαίδευσης, τις κοινωνικές ανισότητες και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος ανταποκρίνεται στη διαμαρτυρία.

Η αφετηρία εντοπίζεται στις 21 Σεπτεμβρίου, στο λύκειο Saint-Exupéry του Κρετέιγ, στα προάστια του Παρισιού. Εκεί, μαθητές και εκπαιδευτικοί κινητοποιήθηκαν από κοινού, διαμαρτυρόμενοι για τις κενές θέσεις προσωπικού, την υποστελέχωση και την ανεπάρκεια πόρων.

Μέσα σε λίγες ημέρες, η κινητοποίηση απέκτησε πανεθνικές διαστάσεις. Έως τις 30 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το άρθρο, είχαν επηρεαστεί 356 λύκεια σε ολόκληρη τη χώρα.

Στο επίκεντρο των διεκδικήσεων βρέθηκαν οι υπερπλήρεις αίθουσες, οι φθαρμένες σχολικές εγκαταστάσεις, οι ελλείψεις εκπαιδευτικών, τα εξαντλητικά ωρολόγια προγράμματα και ένα σύστημα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση που, όπως περιγράφεται στην ανάλυση, δημιουργεί σε πολλούς νέους την αίσθηση ότι καθορίζει το μέλλον τους χωρίς να τους εξασφαλίζει ουσιαστικές δυνατότητες εξέλιξης.

Στο πλευρό των μαθητών βρέθηκαν εκπαιδευτικοί, γονείς και φοιτητές, διευρύνοντας το κοινωνικό αποτύπωμα των κινητοποιήσεων.

Δεν είναι ένας νέος Μάης του ’68 – Είναι η Γαλλία του 2026

Τα οδοφράγματα, τα δακρυγόνα, οι αστυνομικοί σχηματισμοί και οι συλλήψεις επανέφεραν εικόνες που έχουν συνδεθεί ιστορικά με τις μεγάλες κοινωνικές αναταραχές στη Γαλλία.

Ωστόσο, ο συντάκτης του άρθρου προειδοποιεί ότι η ερμηνεία των σημερινών κινητοποιήσεων μέσα από το γνώριμο σχήμα της γαλλικής εξεγερσιακής παράδοσης ενδέχεται να συσκοτίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.

Δεν πρόκειται, κατά την προσέγγισή του, για μια εφηβική αναβίωση του Μάη του 1968. Πρόκειται περισσότερο για μια ένδειξη των κοινωνικών και θεσμικών αντιφάσεων που αντιμετωπίζει η Γαλλία το 2026.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη γεωγραφική προέλευση των διαμαρτυριών.

Το κίνημα αναπτύχθηκε αρχικά στα προάστια, τις λεγόμενες banlieues, όπου οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες έχουν επί δεκαετίες αναδείξει την απόσταση ανάμεσα στις αρχές της γαλλικής Δημοκρατίας και στις πραγματικές συνθήκες ζωής σημαντικού μέρους του πληθυσμού.


Η δημόσια εκπαίδευση κατέχει κεντρική θέση στο γαλλικό δημοκρατικό ιδεώδες. Θεωρητικά, αποτελεί τον μηχανισμό που μπορεί να περιορίσει την επίδραση της κοινωνικής καταγωγής στις προοπτικές ενός παιδιού.

Ένας μαθητής μπορεί να μεγαλώνει σε περιβάλλον οικονομικής δυσχέρειας, αλλά το σχολείο υποτίθεται ότι του προσφέρει τη δυνατότητα να υπερβεί τους περιορισμούς που επιβάλλει η αφετηρία του.

Το άρθρο υποστηρίζει ότι για ολοένα περισσότερους νέους αυτή η υπόσχεση έχει αρχίσει να χάνει την αξιοπιστία της.

Χιλιάδες λιγότερες θέσεις εκπαιδευτικών και σχολεία που ασφυκτιούν

Η δυσαρέσκεια για τα κενά στις σχολικές μονάδες συνδέεται, σύμφωνα με την ανάλυση, με τις δημοσιονομικές επιλογές της γαλλικής κυβέρνησης.

Ο προϋπολογισμός του 2026 προβλέπει την κατάργηση 3.256 υφιστάμενων θέσεων εκπαιδευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, την ώρα που η μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης των δασκάλων και καθηγητών δημιουργεί περίπου 8.000 θέσεις εκπαιδευομένων.

Παράλληλα, τα δημόσια σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εξυπηρετούν σήμερα περίπου 250.000 περισσότερους μαθητές σε σύγκριση με το 2008, ενώ διαθέτουν μικρότερο αριθμό εκπαιδευτικών.

Οι πολυπληθείς τάξεις έχουν καταστεί συνηθισμένο φαινόμενο, με τις ελλείψεις προσωπικού να εμφανίζονται ιδιαίτερα έντονες στις οικονομικά ασθενέστερες περιοχές.

Ενδεικτικά, συνδικαλιστική έρευνα που επικαλείται το άρθρο διαπίστωσε ότι στα δύο τρίτα των σχολείων του Seine-Saint-Denis, στα βορειοανατολικά προάστια του Παρισιού, υπήρχαν ακάλυπτες θέσεις εκπαιδευτικών.

Για τον συντάκτη, τα δεδομένα αυτά δεν αποτυπώνουν μόνο διοικητικές δυσλειτουργίες.

Αποκτούν βαθύτερη κοινωνική σημασία, καθώς επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές αντιλαμβάνονται τη θέση τους μέσα στην κοινωνία και τις πραγματικές πιθανότητες να βελτιώσουν τη ζωή τους.

Η κοινωνική ανισότητα παύει να αποτελεί μια αφηρημένη έννοια όταν εκδηλώνεται με τη μορφή ενός μαθήματος που δεν πραγματοποιείται, μιας αίθουσας γεμάτης πέρα από τις δυνατότητές της ή μιας σχολικής στέγης που στάζει.

Και γίνεται ακόμη πιο αισθητή όταν ένας νέος αρχίζει να αναρωτιέται εάν η περιοχή στην οποία γεννήθηκε έχει ήδη περιορίσει τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές του επιλογές.

Το κράτος απουσιάζει από τις σχολικές αίθουσες, αλλά εμφανίζεται στους δρόμους

Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η βασική πολιτική θέση της ανάλυσης – η κρίση της εκπαίδευσης μπορεί να εξελιχθεί σε κρίση εμπιστοσύνης προς τους ίδιους τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Ο συντάκτης περιγράφει δύο διαφορετικές όψεις του γαλλικού κράτους, όπως ενδέχεται να τις βιώνουν οι μαθητές.

Η πρώτη βρίσκεται μέσα στα σχολεία, όπου οι δημόσιες υπηρεσίες εμφανίζονται να δυσκολεύονται να καλύψουν οργανικές θέσεις, να συντηρήσουν κτίρια και να εξασφαλίσουν αντίστοιχες εκπαιδευτικές συνθήκες σε διαφορετικές κοινωνικές περιοχές.

Η δεύτερη αποκαλύπτεται όταν οι διαμαρτυρίες μεταφέρονται στους δρόμους.

Εκεί, σύμφωνα με την κριτική του άρθρου, το κράτος παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη ικανότητα κινητοποίησης προσωπικού και μέσων.

Η ανάπτυξη αστυνομικών δυνάμεων, η χρήση δακρυγόνων και μέσων ελέγχου πλήθους, καθώς και οι περισσότερες από 5.000 συλλήψεις έως τις 5 Οκτωβρίου, όπως αναφέρεται στο κείμενο, χρησιμοποιούνται ως ενδείξεις αυτής της αντίθεσης.

Το επιχείρημα δεν είναι ότι η διατήρηση της δημόσιας τάξης δεν αποτελεί κρατική αρμοδιότητα.

Είναι ότι η ένταση της αστυνομικής αντίδρασης, όταν συνυπάρχει με μακροχρόνιες ελλείψεις στην εκπαίδευση, μπορεί να ενισχύσει την αντίληψη πως οι θεσμοί ανταποκρίνονται αποτελεσματικότερα στην ανάγκη επιβολής της τάξης παρά στην υποχρέωση παροχής κοινωνικών υπηρεσιών.

Αυτή η αντίφαση, κατά τον αρθρογράφο, γίνεται ιδιαίτερα σημαντική επειδή πολλοί από τους διαδηλωτές δεν έχουν ακόμη ψηφίσει, εργαστεί ή αποκτήσει ουσιαστική εμπειρία συμμετοχής στη θεσμική πολιτική ζωή.

Για ορισμένους, η πρώτη έντονη επαφή με την πολιτική μπορεί να πραγματοποιείται όχι μέσα από την εκλογική διαδικασία, αλλά μέσα από τη διαμαρτυρία και την αντιμετώπισή της από τις αρχές.

Η δημοκρατία δεν διδάσκεται μόνο στα βιβλία

Η ανάλυση προχωρά πέρα από την άμεση αντιπαράθεση μαθητών και κυβέρνησης, εστιάζοντας στη διαδικασία με την οποία οι νέες γενιές διαμορφώνουν πολιτική συνείδηση.

Η δημοκρατία, επισημαίνει ο συντάκτης, δεν γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά μέσα από τα μαθήματα πολιτικής αγωγής ή τις συνταγματικές αρχές.

Οι πολίτες μαθαίνουν τι σημαίνει δημοκρατικό κράτος και από την καθημερινή λειτουργία των θεσμών.

Όταν τα σχολεία λειτουργούν αποτελεσματικά, τα δικαιώματα γίνονται σεβαστά και η κοινωνική κινητικότητα μοιάζει εφικτή, οι δημοκρατικές διακηρύξεις αποκτούν πρακτικό περιεχόμενο.

Όταν, αντίθετα, οι δημόσιες υπηρεσίες αποδυναμώνονται και η κρατική παρουσία γίνεται περισσότερο αισθητή μέσα από μηχανισμούς ελέγχου, οι νέοι ενδέχεται να σχηματίσουν μια διαφορετική εικόνα για τη σχέση τους με την εξουσία.

Το κράτος μπορεί τότε να εκλαμβάνεται ως απόμακρο όταν του ζητούνται πόροι και υποστήριξη, αλλά άμεσα παρόν όταν εκδηλώνεται αμφισβήτηση.

Κατά την ερμηνεία του άρθρου, μια τέτοια εμπειρία δεν περιορίζεται στη συγκυρία μιας διαδήλωσης. Μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα την εμπιστοσύνη των νέων προς τη δημοκρατική συμμετοχή.

Oι κινητοποιήσεις δεν αφορούν μόνο τη Γαλλία

Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι οι εξελίξεις στη Γαλλία δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ένα αποκλειστικά γαλλικό φαινόμενο.

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με δημοσιονομικούς περιορισμούς, γηρασμένες δημόσιες υποδομές, ελλείψεις εκπαιδευτικών, στεγαστικά προβλήματα και αυξανόμενες απαιτήσεις από τα συστήματα κοινωνικής προστασίας.

Ταυτόχρονα, οι νεότερες γενιές ενηλικιώνονται έχοντας βιώσει τις συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης, της πανδημίας, του πολέμου στην ευρωπαϊκή ήπειρο και της αύξησης του κόστους ζωής.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τους ζητείται συχνά να προσαρμόσουν τις προσδοκίες τους στις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες των κρατών.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει η ανάλυση, οι ανισότητες στον πλούτο, στην ακίνητη περιουσία και στην πρόσβαση σε ευκαιρίες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κοινωνικού διαχωρισμού.

Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το ύψος των δημόσιων δαπανών, αλλά και το κατά πόσο οι νεότεροι πολίτες θεωρούν ότι το πολιτικό και οικονομικό σύστημα μπορεί να τους προσφέρει μια καλύτερη προοπτική.

Ο κίνδυνος δεν είναι οι διαδηλώσεις

Σύμφωνα με την κεντρική συλλογιστική του άρθρου, οι διαμαρτυρίες δεν αποτελούν από μόνες τους απειλή για τη δημοκρατία.

Αντιθέτως, η δυνατότητα των πολιτών να εκφράζουν συλλογικά τη δυσαρέσκειά τους αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, κατά τον συντάκτη, εμφανίζεται όταν οι νέοι παύουν να πιστεύουν ότι η συμμετοχή στους θεσμούς μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τις συνθήκες της ζωής τους.

Σε μια τέτοια περίπτωση, ο δρόμος μπορεί να μετατραπεί από χώρο περιστασιακής διαμαρτυρίας σε έναν διαφορετικό χώρο πολιτικής διαμόρφωσης.

Οι νέοι δεν περιμένουν πλέον μόνο από το σχολείο ή τα πολιτικά κόμματα να τους εξηγήσουν πώς λειτουργεί η κοινωνία. Διαμορφώνουν οι ίδιοι εμπειρίες συλλογικής δράσης, διεκδίκησης και σύγκρουσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κινητοποίηση οδηγεί αναγκαστικά σε αποξένωση από τη δημοκρατία. Αναδεικνύει, ωστόσο, την ανάγκη οι θεσμοί να προσφέρουν πειστικές δυνατότητες συμμετοχής και ανταπόκρισης στα αιτήματα των πολιτών.

Για τη γαλλική κυβέρνηση, υποστηρίζει το άρθρο, το ζητούμενο είναι ευρύτερο από την επαναλειτουργία των σχολείων που έχουν αποκλειστεί ή την αντιμετώπιση των επεισοδίων.

Εάν οι κινητοποιήσεις προσεγγιστούν κυρίως ως ζήτημα ασφάλειας, υπάρχει ο κίνδυνος να ενισχυθεί η δυσπιστία που, σύμφωνα με την ανάλυση, συνέβαλε στην εκδήλωσή τους.

Η αντιμετώπιση των αιτιών της δυσαρέσκειας προϋποθέτει παρεμβάσεις στην πρόσληψη και κατανομή εκπαιδευτικών, στη συντήρηση των σχολικών κτιρίων, στις ανισότητες μεταξύ εκπαιδευτικών μονάδων και στις πιέσεις που συνδέονται με την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ο συντάκτης, πάντως, υπογραμμίζει ότι η αύξηση της χρηματοδότησης δεν αρκεί από μόνη της για να αποκαταστήσει την πολιτική εμπιστοσύνη.

Εξίσου σημαντικό θεωρεί να διαπιστώνουν οι μαθητές ότι η έκφραση των αιτημάτων τους μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστικό διάλογο και αποτελέσματα, αντί να συνδέεται στη συνείδησή τους αποκλειστικά με την επιτήρηση, τις συλλήψεις ή την απόρριψη.


Το βαθύτερο ερώτημα

Η ανάλυση καταλήγει συνδέοντας τη γαλλική εκπαιδευτική κρίση με την ευρύτερη έννοια του ευρωπαϊκού κοινωνικού συμβολαίου.

Η νομιμοποίηση των δημοκρατικών θεσμών δεν στηρίζεται μόνο στη διεξαγωγή εκλογών. Συνδέεται και με την προσδοκία ότι οι θεσμοί μπορούν να εξασφαλίσουν ασφάλεια, αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής προόδου.

Η δημόσια εκπαίδευση έχει ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη σχέση, επειδή αποτελεί έναν από τους βασικότερους χώρους όπου η αρχή της ισότητας δοκιμάζεται στην καθημερινή πράξη.

Όταν το σχολείο αδυνατεί να ανταποκριθεί σε αυτόν τον ρόλο, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στις επιδόσεις των μαθητών ή στην ομαλή λειτουργία της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Αγγίζουν την ίδια την πεποίθηση ότι η κοινωνική καταγωγή δεν καθορίζει αμετάκλητα το μέλλον ενός ανθρώπου.

Οι μαθητές που διαδηλώνουν στη Γαλλία ζητούν περισσότερους εκπαιδευτικούς, λιγότερο πολυπληθείς τάξεις, ασφαλή σχολικά κτίρια και καλύτερες προοπτικές.

Πίσω από αυτά τα συγκεκριμένα αιτήματα, ο αρθρογράφος διακρίνει ένα βαθύτερο ερώτημα – κατά πόσο η γαλλική Δημοκρατία εξακολουθεί να μπορεί να μετατρέπει τη διακηρυγμένη ισότητα σε πραγματική εμπειρία για τα παιδιά που μεγαλώνουν στους κόλπους της.

Και αυτό είναι, κατά την καταληκτική του επισήμανση, το μήνυμα που θα έπρεπε να απασχολήσει και την υπόλοιπη Ευρώπη.

Τα κοινωνικά συμβόλαια δεν αποδυναμώνονται απαραίτητα μέσα από μία ξαφνική κρίση. Μπορούν να φθείρονται σταδιακά, όταν συσσωρεύονται αιτήματα που παραμένουν αναπάντητα και όταν οι πολίτες αρχίζουν να αμφιβάλλουν ότι οι θεσμοί ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους.

Η προειδοποίηση που διατυπώνει το άρθρο είναι ότι μια γενιά μπορεί τελικά να διδαχθεί στους δρόμους ένα ιδιαίτερα απογοητευτικό μάθημα – πως το κράτος εμφανίζεται ανεπαρκές όταν χρειάζεται να προσφέρει υποστήριξη, αλλά πολύ πιο αποτελεσματικό όταν καλείται να αντιμετωπίσει την κοινωνική αμφισβήτηση.