Στις 60ες εκλογές των ΗΠΑ, που διεξάγονται στις 5 Νοεμβρίου, οι πολίτες καλούνται να επιλέξουν όχι μόνο αν θέλουν για Πρόεδρό τους την Δημοκρατική Κάμαλα Χάρις ή τον Ρεπουμπλικανό Ντόναλντ Τράμπ για τα επόμενα 4 χρόνια, αλλά ψηφίζουν και για τους 435 βουλευτές της Βουλής των Αντιπροσώπων, όπως και για το 1/3 των 100 Γερουσιαστών, όπως συμβαίνει κάθε δύο χρόνια, ενδιάμεσα στις προεδρικές κάλπες.

Ads

Ο επόμενος (ή η επόμενη) Πρόεδρος των ΗΠΑ θα αναλάβει τα καθήκοντά του/της από τις 20 Ιανουαρίου 2025.

Ads

Το ένα νομοθετικό σώμα των ΗΠΑ με διετή θητεία είναι οι 435 βουλευτές της Βουλής των Αντιπροσώπων, και το δεύτερο νομοθετικό σώμα είναι οι 100 Γερουσιαστές της Γερουσίας (50 πολιτείες από 2 Γερουσιαστές η κάθε μία), οι οποίοι έχουν 6ετή θητεία αλλά κάθε 2 χρόνια γίνονται εκλογές για το ένα τρίτο του συνόλου τους.

Ads

Εν τω μεταξύ, περίπου 70 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν ήδη ψηφίσει μέσω επιστολικής ψήφου.

Ads

Εδώ υπεισέρχεται η πρέπουσα αποσαφήνιση: η προεδρία δεν καθορίζεται από την λαϊκή ψήφο αλλά από το Κολέγιο των Εκλεκτόρων, ένα παρωχημένο, περίπλοκο και κατ’ουσίαν ρατσιστικό σύστημα που ενίοτε δίνει αποτελέσματα αντίθετα με την επιλογή της πλειοψηφίας των Αμερικανών ψηφοφόρων.

Σε πέντε περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των δύο από τις έξι τελευταίες εκλογές, υποψήφιοι κέρδισαν το Κολέγιο των Εκλεκτόρων και συνεπώς την προεδρία, παρότι έχασαν την λαϊκή ψήφο.

Το Κολέγιο των Εκλεκτόρων έχει ρατσιστικές καταβολές – όταν καθιερώθηκε, εφάρμοσε τη ρήτρα των τριών πέμπτων, η οποία παρείχε μακροπρόθεσμο εκλογικό πλεονέκτημα στις δουλοκτητικές πολιτείες του Νότου – και συνεχίζει να αποδυναμώνει την πολιτική δύναμη των Αφροαμερικανών ψηφοφόρων.

Επιπλέον, παρέχει κίνητρο στις προεδρικές εκστρατείες να επικεντρωθούν σε έναν σχετικά μικρό αριθμό «αμφιταλαντευόμενων/αμφίρροπων πολιτειών», όπως αυτές έχει καθιερωθεί να αποκαλούνται.

Όλα αυτά έχουν τροφοδοτήσει πολλές συζητήσεις – στις ΗΠΑ και διεθνώς – σχετικά με τη δημοκρατική νομιμότητα του συγκεκριμένου συστήματος, με τους πιο προοδευτικούς παρατηρητές  να προωθούν την άποψη ότι για να καταστούν οι Ηνωμένες Πολιτείες μια πιο αντιπροσωπευτική δημοκρατία απαιτείται η προεδρία να αποφασίζεται αποκλειστικά από την λαϊκή ψήφο, ώστε να διασφαλιστεί ότι κάθε ψηφοφόρος (αλλά και υποψήφιος) αντιπροσωπεύεται επί ίσοις όροις.

Τι είναι το Κολέγιο των Εκλεκτόρων και πώς λειτουργεί;

Το Κολέγιο των Εκλεκτόρων είναι μια ομάδα μεσαζόντων, ουσιαστικά, που ορίζεται από το Αμερικανικό Σύνταγμα για την επιλογή του προέδρου και του αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Συνολικά, το εκλεκτορικό σώμα αποτελείται από 538 μέλη. Ένας προεδρικός υποψήφιος πρέπει να κερδίσει την πλειοψηφία των εκλεκτόρων για να νικήσει – τουλάχιστον 270 αν ψηφίσουν και οι 538 εκλέκτορες.

Σύμφωνα με το Κολέγιο των Εκλεκτόρων, και στις 50 πολιτείες αλλά και στην Περιφέρεια της Κολούμπια κατανέμεται ένας συγκεκριμένος αριθμός εκλεκτόρων ίσος με τους δύο γερουσιαστές τους και τον αριθμό των αντιπροσώπων τους στο Κογκρέσο.

Δεδομένου ότι ο αριθμός των αντιπροσώπων προκύπτει από τον πληθυσμό μιας πολιτείας, αυτό σημαίνει ότι οι μεγαλύτερες πολιτείες, όπως η Καλιφόρνια και το Τέξας, έχουν τον υψηλότερο αριθμό εκλογικών ψήφων, 54 και 40. Πέντε πολιτείες – η Αλάσκα, το Ντελαγουέαρ, η Βόρεια Ντακότα, η Νότια Ντακότα, το Βερμόντ και το Γουαϊόμινγκ – έχουν τις λιγότερες εκλογικές ψήφους, τρεις.

Οι εκλογές κρίνονται ουσιαστικά από πολιτεία σε πολιτεία. Εάν ένας υποψήφιος κερδίσει τη λαϊκή ψήφο σε μια πολιτεία, συνήθως λαμβάνει όλες τις ψήφους του εκλεκτορικού σώματος της πολιτείας – ακόμη και αν η κούρσα είναι οριακή.

Αλλά στο Μέιν και τη Νεμπράσκα, υπάρχουν διαιρεμένες εκλογικές ψήφοι, πράγμα που σημαίνει ότι δύο εκλογικές ψήφοι δίνονται στον νικητή της λαϊκής ψήφου της πολιτείας και στη συνέχεια μία εκλογική ψήφος πηγαίνει στον νικητή της λαϊκής ψήφου ανά περιφέρεια του Κογκρέσου.

Τα πρώτα αποτελέσματα βγαίνουν την ημέρα των εκλογών. Οι πολιτείες έχουν προθεσμία μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου για να οριστικοποιήσουν τυχόν διαφορές ή να ολοκληρώσουν τις επανακαταμετρήσεις των αποτελεσμάτων.

Στις 17 Δεκεμβρίου, οι εκλέκτορες συναντώνται για να ψηφίσουν για τον Πρόεδρο. Τα αντίγραφα των ψηφοδελτίων αποστέλλονται στη συνέχεια στον πρόεδρο της Γερουσίας των ΗΠΑ ή στον αντιπρόεδρο για να καταμετρηθούν επίσημα.

Στις 6 Ιανουαρίου, το Κογκρέσο συνεδριάζει για να καταμετρήσει τις ψήφους των εκλεκτόρων και να πιστοποιήσει τη νίκη του υποψηφίου που έλαβε τουλάχιστον 270 ψήφους.

Εάν κανένας προεδρικός υποψήφιος δεν λάβει 270 ψήφους, τότε το Κογκρέσο θα εκλέξει τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο. Οι αντιπρόσωποι της Βουλής των Αντιπροσώπων κάθε πολιτείας θα ψηφίσουν υπέρ ενός υποψηφίου.

Σε αυτό το σενάριο, ένας υποψήφιος πρέπει να συγκεντρώσει τουλάχιστον 26 ψήφους για να κερδίσει την προεδρία, με την Γερουσία να εκλέγει τον αντιπρόεδρο: Κάθε γερουσιαστής ρίχνει μία ψήφο για έναν υποψήφιο αντιπρόεδρο και όποιος λάβει 51 ψήφους θα εκλεγεί.

Εάν η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν εκλέξει πρόεδρο μέχρι την ημέρα της ορκωμοσίας, στις 20 Ιανουαρίου, τότε ο εκλεγμένος αντιπρόεδρος γίνεται προσωρινός πρόεδρος μέχρι η Βουλή να καταλήξει σε νέα απόφαση.

Πώς καθιερώθηκε;

Η αμφιλεγόμενη διαδικασία γεννήθηκε στην Συνταγματική Συνέλευση του 1787, καταλήγοντας στο Κολέγιο των Εκλεκτόρων ως συμβιβασμό μεταξύ των αντιπροσώπων που πίστευαν ότι το Κογκρέσο θα έπρεπε να επιλέγει τον πρόεδρο, και εκείνων που τάσσονταν υπέρ της άμεσης πανεθνικής λαϊκής ψηφοφορίας. Αντ’ αυτού, ανατέθηκε στα πολιτειακά νομοθετικά σώματα ο διορισμός των εκλεκτόρων.

Η διαδικασία αναθεωρήθηκε το 1804 με την επικύρωση της 12ης τροπολογίας, η οποία απαιτούσε από τους εκλέκτορες να ψηφίζουν χωριστά για τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο.

Πώς διαμόρφωσε η δουλεία το Κολέγιο των Εκλεκτόρων;

Την εποχή της Συνταγματικής Συνέλευσης, οι βόρειες και οι νότιες πολιτείες είχαν περίπου ίσους πληθυσμούς. Ωστόσο, οι σκλάβοι χωρίς δικαίωμα ψήφου αποτελούσαν περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού των νότιων πολιτειών. Ως αποτέλεσμα, οι αντιπρόσωποι από τον Νότο αντιτάχθηκαν στην άμεση λαϊκή ψήφο στις προεδρικές εκλογές, η οποία θα έδινε στις πολιτείες τους λιγότερη εκλογική εκπροσώπηση.

Η συζήτηση συνέβαλε στην τελική απόφαση της συνέλευσης να καθιερώσει το Εκλογικό Κολέγιο, το οποίο εφάρμοζε τον συμβιβασμό των τριών πέμπτων που είχε ήδη επινοηθεί για την κατανομή των εδρών στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Τρεις στους πέντε υπόδουλους υπολογίζονταν ως μέρος του συνολικού πληθυσμού μιας πολιτείας, αν και παρόλα αυτά τους απαγορευόταν να ψηφίζουν.

Σύμφωνα με τον Γουίλφρεντ Κόντρινγκτον III, επίκουρο καθηγητή δικαίου στη Νομική Σχολή του Μπρούκλιν, το εκλογικό πλεονέκτημα του Νότου συνέβαλε σε μια «σχεδόν αδιάλειπτη τάση» νικών στις προεδρικές εκλογές από τους νότιους δουλοκτήτες και τους βόρειους συμπαθούντες τους καθ’ όλο το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, το 1876, ένα αμφισβητούμενο αποτέλεσμα του εκλογικού σώματος διευθετήθηκε με συμβιβασμό, με τον οποίο η Βουλή ανέθεσε στον Ράδερφορτν Μπ. Χέιζ την προεδρία, με την προϋπόθεση ότι θα απέσυρε τις στρατιωτικές δυνάμεις από τις νότιες πολιτείες. Αυτό οδήγησε στο τέλος της Ανασυγκρότησης και άνοιξε τον δρόμο για τον φυλετικό διαχωρισμό βάσει των νόμων «Τζιμ Κρόου.»

Οι νόμοι «Τζιμ Κρόου» ήταν πολιτειακοί νόμοι που θεσπίστηκαν στις νότιες Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, και επέβαλαν τον φυλετικό διαχωρισμό, με τον όρο «Τζιμ Κρόου» να καθιερώνεται ως υποτιμητικός για τους Αφροαμερικανούς.

Η προέλευση του όρου «Τζιμ Κρόου» είναι φρικτά ρατσιστική, διότι δεν είναι το όνομα κάποιου φασίστα νομοθέτη ή δουλέμπορου, είναι απλά το όνομα Τζιμ, που περιγράφει τον οποιονδήποτε άνθρωπο ως το πλέον κοινό όνομα – παρόμοια χρήση του ονόματος με αυτό που συνηθίζεται να λένε στα νεκροτομεία όταν καταφθάνει ένα άσημο πτώμα που δεν είναι εύκολο να ταυτοποιηθεί και το αποκαλούν «Τζον Ντοόυ» (για άνδρες) ή «Τζέιν Ντόου» (για γυναίκες). Το Κρόου, στην περίπτωσή μας, πηγάζει από το Crow, δηλαδή «μαύρος» σαν το κοράκι.

Οι τελευταίοι νόμοι «Τζιμ Κρόου» ανατράπηκαν το 1965. Οι επίσημες και ανεπίσημες πολιτικές φυλετικού διαχωρισμού υπήρχαν και σε άλλες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών, ακόμη και όταν αρκετές πολιτείες εκτός του Νότου είχαν απαγορεύσει τις διακρίσεις στα δημόσια καταλύματα και την ψηφοφορία. Οι νόμοι του Νότου θεσπίστηκαν από τα πολιτειακά νομοθετικά σώματα που κυριαρχούνταν από λευκούς (τους γνωστούς ως Redeemers) για να στερήσουν το δικαίωμα ψήφου και να αφαιρέσουν τα πολιτικά και οικονομικά κέρδη που κατόρθωσαν οι Αφροαμερικανοί κατά την εποχή της Ανασυγκρότησης.

Η εποχή της Ανασυγκρότησης ήταν η περίοδος μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπισαν τις προκλήσεις της επανένταξης στην Ένωση των πολιτειών που είχαν αποσχιστεί, και του καθορισμού της νομικής υπόστασης των Αφροαμερικανών πολιτών.

Σήμερα, υποστηρίζει ο Κόντρινγκτον, το Κολέγιο των Εκλεκτόρων συνεχίζει να αποδυναμώνει την πολιτική δύναμη των Αφροαμερικανών ψηφοφόρων: «Επειδή η συγκέντρωση των Αφροαμερικανών είναι υψηλότερη στο Νότο, ο προτιμώμενος προεδρικός υποψήφιος τους είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα χάσει τις εκλογικές ψήφους των πολιτειών τους. Παρά τις αντίθετες συνήθειες ψήφου των Αφροαμερικανών, πέντε από τις έξι πολιτείες των οποίων ο πληθυσμός είναι 25% ή περισσότερο Αφροαμερικανοί ήταν σταθερά «κόκκινες» [σ.σ. δηλαδή Ρεπουμπλικανικές] στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές. Στο πλαίσιο του εκλογικού σώματος, οι ψήφοι των Αφροαμερικανών απλά “χάνονται”», όπως τονίζει.

Πως μπορούν να γίνουν οι προεδρικές εκλογές πιο δημοκρατικές;

Η πλήρης κατάργηση του Κολεγίου των Εκλεκτόρων θα απαιτούσε συνταγματική τροποποίηση. Ως εναλλακτική λύση, μελετητές και ομάδες ακτιβιστών έχουν συσπειρωθεί πίσω από το διακρατικό σύμφωνο για την εθνική λαϊκή ψήφο (National Popular Vote – NVP), μια προσπάθεια που ξεκίνησε μετά τις εκλογές του 2000.

Σύμφωνα με αυτό, οι συμμετέχουσες πολιτείες θα δεσμευτούν να απονέμουν τις εκλογικές τους ψήφους στον νικητή της εθνικής λαϊκής ψήφου.

Με άλλα λόγια, το NPV θα διατηρούσε, τυπικά, το Κολέγιο των Εκλεκτόρων αλλά θα το καθιστούσε άνευ αντικειμένου, εξασφαλίζοντας ότι ο νικητής της εθνικής λαϊκής ψήφου θα κέρδιζε και την προεδρία. Εάν ποτέ τεθεί σε ισχύ, το NPV θα έδινε κίνητρο στους προεδρικούς υποψηφίους να επεκτείνουν τις προσπάθειες της εκστρατείας τους σε εθνικό επίπεδο, αντί να επικεντρώνονται μόνο σε έναν μικρό αριθμό πολιτειών – με τις όποιες διακυμάνσεις/αποκλίσεις.

Για να τεθεί σε ισχύ το NPV πρέπει πρώτα να υιοθετηθεί από τις πολιτείες που ελέγχουν τουλάχιστον 270 εκλέκτορες. Το 2007, το Μέριλαντ έγινε η πρώτη πολιτεία που θέσπισε το σύμφωνο.

Μέχρι το 2019, είχαν ενταχθεί συνολικά 19 πολιτείες και η Ουάσινγκτον, οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά 196 εκλογικές ψήφους.

Το κοινό έχει υποστηρίξει σταθερά μια πανεθνική λαϊκή ψηφοφορία. Μια δημοσκόπηση του 2020 από το Pew Research Center, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι το 58% των ενηλίκων προτιμά ένα σύστημα στο οποίο ο προεδρικός υποψήφιος που λαμβάνει τις περισσότερες ψήφους σε εθνικό επίπεδο κερδίζει την προεδρία.