Πρέπει να προβληματιστούμε βλέποντας προοδευτικούς Ευρωπαίους μεταξύ των οποίων και συμπατριώτες μας να ερωτοτροπούν με την σιωπή, την αδιαφορία ή τις ίσες αποστάσεις για τις Προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ.

Ads

Ή ακόμα χειρότερα να θεωρούν έλασσον κακό τον Τραμπ γιατί «ο ίδιος δεν ξεκίνησε κάποιο πόλεμο και ιστορικά οι Δημοκρατικοί απεδείχθησαν πιο πολεμοχαρείς από του Ρεπουμπλικανούς». Ο λόγος που δεν υπάρχει μια ομόθυμη και περίπου αυτονόητη όπως στο πρόσφατο παρελθόν στήριξη στον Δημοκρατικό υποψήφιο (Ομπάμα , Μπάιντεν) είναι ασφαλώς η Γάζα και οι κτηνωδίες που διαπράττει η κυβέρνηση Νετανιάχου με τις αμερικανικές βόμβες και πλάτες.

Ενώ εμείς από απόσταση έχουμε την δυνατότητα έκφρασης εύλογης  δυσφορίας για αυτή την στάση, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού σύσσωμη η προοδευτική Αμερική – χωρίς μάλιστα τις ρωγμές που είχαν παρατηρηθεί στην υποψηφιότητα της Χίλαρι Κλίντον – έχει με πάθος στρατευτεί στο πλευρό της Κάμαλα Χάρις. Στην πρώτη γραμμή ο Μπέρνι Σάντερς και η ομάδα των προοδευτικών (για τα δεδομένα των ΗΠΑ περίπου μπολσεβίκων) γερουσιαστών που τον ακολουθεί. Και όλοι αυτοί υποστηρίζουν σταθερά τα δίκαια του Παλαιστινιακού λαού και την λύση των δυο κρατών.

Εκεί ,όμως, το διακύβευμα είναι ευρύτερο και δεν αφήνει περιθώριο για αμφιβολίες. Ο προγραμματικός λόγος του Τραμπ, το δηλητηριώδες ύφος και το αποκρουστικό ήθος που εκπέμπει και πάνω από όλα οι πράξεις του δικαιολογούν πλήρως τον όρο «φασίστα» με τον οποίο τον χαρακτήρισε η Κάμαλα Χάρις. Το Νόμπελ του 1930 , ο Αμερικανός συγγραφέας Lewis Sinclair είχε πει «όταν ο φασισμός θα έρθει στην Αμερική, θα είναι τυλιγμένος σε μια σημαία και θα κρατάει ένα σταυρό».

Ads

Ο Τραμπ είναι κάτι παραπέρα: μισεί τους μετανάστες , τους φτωχούς , τις γυναίκες, μισεί ότι κινείται σε διαφορετική τροχιά από την δική του. Με την έφοδο στο Καπιτώλιο πραγματοποίησε και την πρόβα που έκανε ο Αδόλφος στην μπυραρία του Μονάχου.

Και έχει μαζί του στρατιές φανατισμένων στα όρια της ψυχοπάθειας. Ψυχοπαθείς απαραίτητους για το έργο, όπως ακριβώς είχε ζητήσει ένας από τους θεωρητικούς του ισπανικού φασισμού.

Αλλά και στα ανοικτά ζητήματα της Εξωτερικής Πολιτικής – τεράστιας σημασίας όταν μιλάμε για μια πυρηνική υπερδύναμη – δεν είναι τα πράγματα όπως πολλοί τα εκτιμούν. .

Ειδικά για το θέμα του Ισραήλ η διακηρυγμένη θέση του Τραμπ είναι πολύ δυσμενέστερη για τους Παλαιστινίους από την – σε κάθε περίπτωση κακή – πολιτική του Μπάιντεν. Αν η διοίκηση Μπάιντεν προσπαθούσε να τηρήσει κάποια προσχήματα, να στηρίξει τις υπηρεσίες του ΟΗΕ στην προσπάθεια για ανθρωπιστική αρωγή στην Γάζα, προσπαθούσε με μισή καρδιά και ανεπιτυχώς να παίξει ρόλο διαμεσολαβητή, ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι θα αφήσει ανεξέλεγκτο τον Νετανιάχου «να τελειώσει την δουλειά». Πιθανότατα θα θεωρεί τους Παλαιστινίους όπως και τους Αϊτινούς η τους Πορτορικανούς «σκουπίδια».

Καθόλου τυχαία σοβαροί αναλυτές θεωρούν ότι η ακραία, αδιάλλακτη στάση του Νετανιάχου που ευνοεί τον Τραμπ και εκθέτει τον Μπάιντεν , έχει συναποφασιστεί με το επιτελείο του Τραμπ.

Δεν υπάρχει κυβέρνηση των ΗΠΑ που θα εγκαταλείψει το Ισραήλ. Είναι ιστορικοί, εκλογικοί και γεωπολιτικοί λόγοι που υπαγορεύουν μια τέτοια στάση. Όμως, ο βαθμός στήριξης ποικίλει και έχει τεράστια σημασία. Όπως και η προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης, δυο κρατών.

Στο τέλος της θητείας του ο Κλίντον (Δημοκρατικός) τον Δεκέμβρη του 2000 πίεσε τον Γιάσερ Αραφάτ και τον Εχούντ Μπαράκ στο Καμπ Ντέιβιντ να δώσουν οριστική συμβιβαστική λύση . Ο Αραφάτ αρνήθηκε και αργότερα εξήγησε ότι αν υπέγραφε «θα υπέγραφε το πολιτικό του τέλος». Η εξέλιξη δεν τον δικαίωσε, απεδείχθη ότι ο συμβιβασμός ήταν καλύτερος, ότι ευκαιρίες σπανίζουν και πρέπει να τις αξιοποιείς με θάρρος και χωρίς τον φόβο του πολιτικού κόστους στην ώρα τους.

Επί Ομπάμα ( Δημοκρατικός επίσης ) οι σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ και προσωπικά Ομπάμα – Νετανιάχου ήταν στο χειρότερο σημείο. Αλλά και οι συσχετισμοί μέσα στους Παλαιστινίους είχαν αλλάξει με την άνοδο της Χαμάς. Συνομιλητές για ειρηνική λύση απλώς δεν υπήρχαν πλέον. Επί Τραμπ ( τύποις Ρεπουμπλικανός) οι σχέσεις ΗΠΑ – Παλαιστίνιων ήταν στο ναδίρ. Αντιθέτως τότε σφυρηλατήθηκαν ακόμα περισσότερο οι ήδη στενές σχέσεις με την κυβέρνηση του Ισραήλ.

Αβίαστο συμπέρασμα : οι υποστηρικτές του Παλαιστινιακού λαού και της λύσης των δυο κρατών (της μοναδικής δηλαδή ειρηνικής λύσης ) δεν θα βρουν τίποτε θετικό και δη προς αυτήν την κατεύθυνση, σε μια επικράτηση Τραμπ. Ούτε εξάλλου αληθεύει ο ισχυρισμός ότι πολέμους ξεκινούν μόνο οι Δημοκρατικοί Πρόεδροι. Οι πόλεμοι στον Κόλπο έγιναν από τους Μπους, πατέρα και γιο. Αμφότεροι παραδοσιακοί Ρεπουμπλικανοί. Ιδιαίτερα ο πόλεμος στο Ιράκ με ψεύδη αιτιολογία, είχε καταστρεπτικά αποτελέσματα, τροφοδότησε τον ισλαμικό φανατισμό , έφερε τον Isis στο προσκήνιο, περιέπλεξε ακόμα περισσότερο το Μεσανατολικό.

Τι μένει; Η Ουκρανία, όπου ευθυγραμμιζόμενος με μέρος της Ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς (Όρμπαν) κοκορεύεται ότι σε λίγες ημέρες «θα τον τελειώσει αυτόν τον πόλεμο» ενώ αφήνει να εννοηθεί ότι υπόγειες διαδρομές τον φέρνουν στο πλευρό του Πούτιν. Πουλάει δηλαδή «φιλειρηνισμό» σε αντίθεση με την Μέση Ανατολή . Ότι και να λέει, όσες διαφοροποιήσεις και αν ονειρεύεται, πολύ δύσκολα θα εναντιωθεί στο πανίσχυρο στρατιωτικό – βιομηχανικό σύμπλεγμα των ΗΠΑ. Το πλέον πιθανό είναι να πιέσει για αύξηση των αμυντικών δαπανών στις χώρες του ΝΑΤΟ και για ενίσχυση της Ουκρανίας από το οπλοστάσιο των ευρωπαίων νατοϊκών συμμάχων. Να επιβαρύνει , δηλαδή, την Ευρώπη.

Στο δε ζήτημα της εμπορικής και στρατιωτικής αντιμετώπισης της Κίνας, η προσέγγιση του Τραμπ είναι εμφανώς πιο ακραία από εκείνη των Δημοκρατικών. Και ας μην ξεχνάμε ότι το κουτί με τα πυρηνικά θα βρίσκεται στα χέρια του. Αυτά αρκούν για να αποτινάξει κάποιος κάθε σκέψη για ουδετερότητα ή ίσες αποστάσεις.

Η Κάμαλα Χάρις, από την άλλη, δεν δικαιολόγησε τις ελπίδες που την συνόδευαν, όταν εκλέχθηκε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ. Δεν έβαλε κάπου την προοδευτική σφραγίδα της. Πήρε ώθηση από την κραυγή ανακούφισης όταν απεσύρθη ο Μπάιντεν. Δεν είναι Τζων Κένεντι, ούτε Μπόμπ , ούτε βέβαια Μακγκόβερν, ούτε καν Ομπάμα . Είναι όμως αυτή που πρέπει να νικήσει τον Τραμπ.