Δημοσιογράφος, συγγραφέας και ποιητής, ο Μηνάς Παπάζογλου έφυγε από τη ζωή. Ως ρεπόρτερ στα ”Νέα” της εποχής, είχε συμβάλλει ουσιαστικά , με τα αιχμηρά άρθρα και τη θαρραλέα στάση του, στην ανάπτυξη του αντιδικτατορικού κινήματος.
H διήγηση του που ακολουθεί, προέρχεται από το βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου «Μαρτυρίες για τη δικτατορία και την Αντίσταση» (Εκδόσεις Εστία).
Όταν έγινε η δικτατορία, εξέδωσαν ένα νομοθετικό διάταγμα με το οποίο απέβαλαν από τα πανεπιστήμια όλους τους φοιτητές που είχαν σταλεί στην εξορία, στις φυλακές κλπ. Επιπλέον, όταν εκδόθηκαν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων, εγώ είδα ότι είχαν διαγραφεί από τις καταστάσεις πάρα πολλοί επιτυχόντες. Χωρίς βέβαια να φαίνονται τα ονόματά τους.
Αυτοί μείνανε απέξω από τα πανεπιστήμια λόγω κοινωνικών φρονημάτων των ίδιων ή κυρίως των γονέων τους. Το καθεστώς διόρισε Επιτρόπους στα ΑΕΙ και διέλυσαν τους φοιτητικούς συλλόγους.
Όσους διατήρησαν, τους στελέχωσαν με ελάχιστους δικούς τους φοιτητές, οι οποίοι βέβαια απομονώνοθηκαν από την πλειοψηφία των φοιτητών.
Εγώ δεν σταμάτησα να γράφω τη στήλη μου στα «Νέα», όπως δεν σταμάτησε ο Παλαιολόγος το χρονογράφημά του, ο Ψαθάς κ.ά. Οπως όλη η εφημερίδα, είχε να αντιμετωπίσει τους λογοκριτές. Αυτοί ήταν εγκατεστημένοι στην οδό Ζαλοκώστα, στο υφυπουργείο Τύπου. Κι εκεί πηγαίναμε για έλεγχο τις σελίδες.
Εκείνοι «έκοβαν-έραβαν» και ύστερα έβαζαν μία σφραγίδα. Αυτό ήταν πάρα πολύ σκληρό τα πρώτα χρόνια. Η χούντα μάς είχε διαμηνύσει ότι έπρεπε να γράφουμε, υποχρεωτικά, για να μη θεωρείται ότι κάνουμε αντίσταση.
Το ογκώδες βιβλίο ενός Ρώσου παιδαγωγού
Τι να γράψουμε, όμως; Στην αρχή, εγώ βρήκα ένα ογκώδες βιβλίο ενός Ρώσου παιδαγωγού όπου είχε κάτι ωραία μικρά χωρία, με τα οποία έδινε οδηγίες και συμβουλές στις μητέρες για τα παιδάκια τους, πώς να κοιμούνται ήσυχα, πώς να τρώνε, πώς να μην κατουριούνται στο κρεβάτι τους κλπ. Έπειτα, άρχισα να βάζω τα προγράμματα των εξετάσεων.
Ώσπου, σιγά – σιγά, το φοιτητικό κίνημα άρχισε να ζωντανεύει, με μικρούς πυρήνες και στη συνέχεια, από το 1971 – 72 και μετά, μαζικοποιήθηκε. Κι εμείς, τότε, αρχίσαμε να κάνουμε πάρα πολύ καλή δουλειά μέσα από τη στήλη. Εν τω μεταξύ από το 1968 είχα μπεί στο ΠΑΜ(Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο). Δουλεύαμε με το τριαδικό σύστημα. Εγώ και άλλοι δύο. Μία δημοσιογράφος και μία εργαζόμενη.
Η άνοδος του φοιητητικού κινήματος
Ως δημοσιογράφος, άρχισα να συνεργάζομαι με επιτροπές φοιτητών που είχαν συγκροτηθεί σε κάθε Σχολή. Επίσης, τη θέση των φοιτητικών συλλόγων είχαν πάρει οι τοπικοί φοιτητικοί σύλλογοι: Κρήτες, Χίοι, Ηπειρώτες, Ηλείοι -από όλη την Ελλάδα.
Αυτοί, με τη δραστηριότητά τους, αντικατέστησαν το κενό που είχε προκύψει από την ουσιαστική κατάργηση των φοιτητικών συλλόγων. Έγραφαν διαμαρτυρίες και καταγγελίες για την κατάσταση στην εκπαίδευση. Όχι μόνο για την ποιότητά της αλλά σταδιακά και για την ανελευθερία που είχαν επιβάλλει οι Συνταγματάρχες.
Το 1972, είχαν αρχίσει επίσημα οι φοιτητές, στις συγκεντρώσεις και τις συνελεύσεις τους, να ζητούν εκλογές. Μάλιστα εγώ τότε -ήταν Γενάρης- έβαλα για πρώτη φορά τίτλο στο άρθρο μου: «Οι φοιτητές ζητούν ελεύθερες εκλογές».
Συνάντησα και πάλι προβλήματα, ο τότε υφυπουργός Τύπου, ο Σταματόπουλος μου διεμήνυσε ορισμένα υβριστικά σχόλια. Υπήρχε συνεχώς πίεση. Στις εκλογές εκείνες έγινε φοβερή νοθεία. Έγινε της κακομοίρας.
«Η προδομένη νεολαία» και ο Παττακός
Τον Γενάρη του 1973, δημοσίευσα μια έρευνα για το χάλι της ανώτατης εκπαίδευσης. Επρόκειτο για εφτά άρθρα στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, με τίτλο, «Η προδομένη νεολαία». Έγινε, βέβαια, σε συνεργασία με τους φοιτητές και με ορισμένους καθηγητές, γιατί πολλοί είχαν ήδη εκδιωχθεί.
Τότε λοιπόν, βγήκε ο Παττακός, αυτό το γελοίο υποκείμενο, και προέβη σε δηλώσεις. Μίλησε για «προδομένη δημοσιογραφία» κλπ. Το κείμενο σημείωνε επακριβώς:
«25 Ιανουαρίου 1973.
Ο Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως Στυλιανός Παττακός, προέβη στην ακόλουθον δήλωσιν:
Αθηναϊκή εφημερίς ήρχισε από τινων ημερών δημοσιεύουσα εκτεταμένην έρευναν με συνεχείας, υπό τον τίτλον: “Για την προδωμένη νεολαία”.
Η εφημερίς δια των ανευθύνων συμπερασμάτων της χαρακτηρίζει ως προδοσίαν τα μέτρα άτινα έχει λάβει και λαμβάνει η κυβέρνησις υπέρ της σπουδαζούσης νεολαίας. Νομίζω δεν χρειάζεται μια άλλη έρευνα για την προδομένη δημοσιογραφία, διότι η προδοσία εν προκειμένω είναι πασιφανής και αυταπόδεικτος», κατέληγε ο αρχιδικτάτορας Παττακός.
Ήταν, βέβαια, τιμή για μένα να με λέει «προδότη» εκείνος που κατέλυσε τη δημοκρατία με τα τανκς .
Όχι δύο δύο στο γραφείο
Μόλις ξεκίνησαν για τα καλά οι εξελίξεις, αρχίζω να βοηθάω τους διάφορους φοιτητές να κάνουν υπομνήματα για να δημοσιευτούν στην εφημερίδα.
Πάντως, ανθρώπους που δεν ήξερα, δεν τους έβαζα αμέσως μέσα στο γραφείο μου. Είχα την ανεπιφύλακτη υποστήριξη και τη βοήθεια του διευθυντή των ΝΕΩΝ, του Κώστα Νίτσου, ο οποίος όμως μου έλεγε: «Πρόσεξε, μην βάζεις δύο-δύο μέσα, γιατί αυτοί δεν θέλουν να σε πάνε στην ΕΣΑ κατ΄ ευθείαν, θέλουν να σε στείλουν με δύο μάρτυρες νομοτύπως στο Στρατοδικείο, ως υποκινητή, ως αρχηγό όλου αυτού του κινήματος».
Το καθεστώς χρειαζόταν δύο μάρτυρες που να «βεβαιώσουν» ότι εγώ ήμουν ο καθοδηγητής τους, ότι τους έδινα γραμμή. Ας πούμε, είχαν έρθει να με δουν δυο φοιτητές από την Ανωτάτη Εμπορική και τους είχα τρεις εβδομάδες να πηγαινοέρχονται έξω από το γραφείο, μέχρι να μάθω τι ρόλο παίζουν.
Αυτοί λοιπόν αποδείχτηκε ότι ήταν ο Δημήτρης Παπαχρήστος, αργότερα ο ένας από τους εκφωνητές του Πολυτεχνείου και ο Μάκης Μπαλαούρας, που ήταν εντάξει άνθρωποι.

Η στράτευση των στελεχών του φοιτητικού κινήματος
Τον Φεβρουάριο του 1973, όταν άρχισε να μαζικοποιείται και να εντείνεται ο αντιδικτατορικός αγώνας των φοιτητών, εξέδωσαν ένα νομοθετικό διάταγμα, περί διακοπής της αναβολής στράτευσης φοιτητών, κι έτσι στρατεύτηκαν περίπου 80 με 100 συνδικαλιστές και ηγετικά στελέχη των επιτροπών και του φοιτητικού κινήματος.
Για να μην στρατεύτουν και άλλους, συνεννοηθήκαμε να μπουν μπροστά οι φοιτήτριες. Άρχισαν να δίνουν σε μένα κείμενα κι εγώ τα δημοσίευα βάζοντας, στην αρχή, μόνο τα αρχικά τού ονόματός τους.
Στις πρώτες οχλήσεις της χούντας εγώ «έκανα το κορόιδο». Την τρίτη φορά, όμως, με ειδοποίησαν ότι «θα σε συλλάβουμε, αν δεν αναφέρεις το πλήρες ονοματεπώνυμο». Τότε λέω στους φοιτητές: «Τι κάνουμε παιδιά; Κάποιοι πρέπει να βγουν μπροστά». Αποφάσισαν, λοιπόν, τρεις – τέσσερις κοπέλες να δημοσιεύουν εφεξής τα ονόματά τους, κι έτσι προχωρήσαμε. Ήταν Φλεβάρης του 1973.
Εκείνες τις μέρες έγινε και η πρώτη εισβολή στο Πολυτεχνείο. Είχε γίνει μια ηλεκτρισμένη συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τη στράτευση των συνδικαλιστών φοιτητών, η Σύγκλητος συνεδρίαζε μέσα, οι φοιτητές έκλεισαν τις πόρτες και οι αστυνομικές δυνάμεις τους καλούσανε να εκκενώσουν το Πολυτεχνείο.
Τελικά, μπήκαν τότε μέσα οι ασφαλίτεςί και άρχισαν την κλωτσοπατινάδα, άγριο ξύλο, με γκλοπ, με κλωτσιές, γροθιές κλπ. Εγώ θυμάμαι ότι διέφυγα από ένα στενό διάδρομο, βρήκα μπροστά μου τον αστυνομικό Σμαϊλη, που είχε ύψος 1,90 – 2 μέτρα, και «μοίραζε» σφαλιάρες και γροθιές, και πέρασα σχεδόν κάτω από τα πόδια του.
Στη συνέχεια, ώσπου να φύγουν οι αστυνομικοί, με έκρυψε ένας υπάλληλος του Πολυτεχνείου, μαζί με άλλους σε ένα υπόγειο – αποθήκη. Και φύγαμε αργά το απόγευμα. Έγιναν, βέβαια, συλλήψεις και εστάλησαν τότε πάρα πολλοί σπουδαστές του Πολυτεχνείου στο Αυτόφωρο Πλημμελειοδικείο.
Την ίδια εποχή, συνελήφθη ο καθηγητής Αθανασιάδης, που ήταν δημοκράτης και ασκούσε κριτική. Τον έθεσαν σε εξάμηνη διαθεσιμότητα και τον πήγαν στο έκτακτο στρατοδικείο. Αλλά ώσπου να δικαστεί, τον είχαν πέντε μήνες στην ΕΣΑ.Η δίκη στο έκτακτο Στρατοδικείο έγινε τον Αύγουστο και έφαγε 18 μήνες στη φυλακή για αντεθνική δράση, γιατί είπε την άποψή του, ο άνθρωπος.
Η κατάληψη της Νομικής
Στην κατάληψη της Νομικής, στις 21 – 22 του Φλεβάρη, το 1973, η οποία κράτησε δύο μέρες και μία νύχτα, είχε δημιουργηθεί ένας κλοιός αστυνομικών δυνάμεων γύρω από το κτίριο, ενώ τα τρόφιμα των καταληψιών ήταν ελάχιστα.
Ο τότε Επίσκοπος Ανδρούσης και καθηγητής Θεολογίας Παγουλάτος, ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας, μαζί με τον φοιτητή τότε της Θεολογίας Τιμόθεο Λαγουδάκη, έσπασαν τον κλοιό και ο Επίσκοπος ανέβηκε επάνω κρατώντας τσάντες που είχαν μέσα διάφορα τρόφιμα, και τα έδωσε στα παιδιά.
Ήταν πάρα πολύ συγκινητικό όπως βέβαια και όλες οι εκδηλώσεις του λαού της Αθήνας υπέρ των φοιτητών. Την δεύτερη ημέρα της κατάληψης, δεν υπάρχουν τρόφιμα, οι καταληψίες αρχίζουν να πιέζονται, όμως, έχει επιτελεστεί ο στόχος, έχει ξεσηκωθεί ο κόσμος στην Αθήνα, ένα εγερτήριο σάλπισμα για τις συνειδήσεις όλων.
Αποφάσισαν οι ίδιοι οι φοιτητές να φύγουν από τη Νομική. Η Επιτροπή πήγε να κουβεντιάσει για τους όρους του τερματισμού της κατάληψης, με τον τότε πρύτανη Τούντα, στη γωνία μεταξύ του κτιρίου Ακαδημίας και Πανεπιστημίου.
Ήμουν εγώ και άλλοι δημοσιογράφοι εκεί, και ήρθε προς τα μένα ο Νίκος Μπίστης, από τους επικεφαλής των φοιτητών και του λέω, «Δες τους όρους της αναίμακτης εξόδου, για να μην μας αιματοκυλήσουνε». Δεν είπα τίποτε άλλο, ούτε συμβουλές ούτε τίποτα.
Το μακελειό της «δεύτερης Νομικής»
Η κατάληψη της Νομικής επαναλήφθηκε στις 20 του Μάρτη του 1973, όταν φοιτητές προσκείμενοι στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά,κατέλαβαν πάλι τη Νομική, αλλά εκεί έγινε μακελειό. Τους κατακρεούργησαν ανηλεώς τις φοιτήτριες και τους φοιτητές. Θυμάμαι ότι ήρθε τότε στο γραφείο μου αιμόφυρτη η Αγγελική Ξύδη, η οποία δραστηριοποιείτο στη σχολή της. Τη βάλαμε σε ένα αυτοκίνητο και την πήγαμε στην Καλλιθέα, όπου ήταν το σπίτι της.
Στη συνέχεια, φουντώνει το φοιτητικό κίνημα. Δεν είναι μόνο η Αθήνα, είναι και η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, τα Γιάννενα. Και δεν είναι μόνο οι Ανώτατες Σχολές, είναι ο Σχολές Υπομηχανικών, που ξεκίνησαν πρώτες την αποχή, μαζί με τη Σχολή Ηλεκτρονικών της Σιβιτανιδείου Σχολής. Γίνονται συνέχεια συγκεντρώσεις, συλλαλητήρια, με τη συμπαράσταση εργαζομένων.
Οι σκέψεις για το Πολυτεχνείο
Την Παρασκευή πριν μπουν τα τανκς στο Πολυτεχνείο, ήρθαν στο γραφείο μου δύο μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής, ο Μιχάλης Σαμπατακάκης και ο Γιάννης Κοροβέσης. Κουβεντιάσαμε εάν ήταν εφικτό να βγουν έξω όλοι και να σμίξουν με τους πολίτες της Αθήνας.
Ήταν πάρα πολλοί μέσα στο Πολυτεχνείο, ήταν έξι-εφτά χιλιάδες, και εάν οι αστυνομικές δυνάμεις άρχιζαν να ρίχνουν στο ψαχνό, θα είχαμε πάρα πολλούς νεκρούς. Θεωρητικά, αν ανακατεύονταν αυτές οι εφτά χιλιάδες με τους πολίτες στους δρόμους της Αθήνας, θα γινόντουσαν εβδομήντα-εκατό χιλιάδες, και θα μπορούσαν να κάνουν κλεφτοπόλεμο.
Βέβαια δεν μπορούσε να περάσει αυτό. Γι΄ αυτό εγώ τους είπα (ο Γιάννης Κοροβέσης ήταν στην Οδοντιατρική, νομίζω),: «Τώρα που θα φύγετε, εάν βρείτε κανένα φαρμακείο ανοικτό, πάρτε ό,τι εφόδια μπορείτε ώστε, εάν χτυπήσουν, να είστε έτοιμοι. Και εν ανάγκη, σπάστε και κανένα φαρμακείο και μπείτε μέσα».
Μετά την εισβολή- Η κατάπτυστη εκπομπή Μαστοράκη
Πήγα στο σπίτι το πρωί και μια φίλη μού έδωσε το διαμέρισμά της στο Παγκράτι και κρύφτηκα. Οι μόνοι που γνώριζαν πού ήμουν ήταν η γυναίκα μου και ο διευθυντής μου, ο Κώστας Νίτσος, που ήταν «σκληρό καρύδι».
Πριν περάσει βδομάδα, ήταν Πέμπτη, μου στέλνει μήνυμα ο Νίτσος ότι με θέλει. Φεύγω λοιπόν, και φτάνω με προσοχή στο γραφείο του. Μου λέει: «Σε ζητάει ο Ζουρνατζής, ο υφυπουργός Τύπου της κυβέρνησης Μαρκεζίνη. Πάω πράγματι στη Ζαλοκώστα, περίμενα μισή ώρα, βγαίνει με την πίπα, του ο Ζουρνατζής, μου λέει: «Εσύ είσαι ο Παπάζογλου;». Λέω: «Εγώ είμαι». «Έλα μέσα», μου κάνει.
Μπαίνω μέσα, μου λέει: «Για πες μου, την Παρασκευή, τότε που έδωσε συνέντευξη η Συντονιστική Επιτροπή κατάληψης του Πολυτεχνείου, άφησαν φωτογράφους να μπουν μέσα;». Λέω: «Γιατί με ρωτάτε εμένα;».
Μου λέει: «Εσύ δεν ήσουν εκεί;». «Ήμουνα αλλά γιατί να σας πω; Εγώ το ρεπορτάζ μου το έχω κάνει και το έχω δώσει στα ΝΕΑ». Λέει: «Δεν κυκλοφόρησαν εφημερίδες». Και λέω: «Εγώ φταίω που εσείς κηρύξατε στρατιωτικό νόμο και δεν κυκλοφορήσανε;».
Λέει: «Άκουσε να δεις, θα βγεις και θα δώσεις συνέντευξη στην τηλεόραση. Λέω: «Εγώ; Εγώ δεν δίνω συνεντεύξεις, εγώ παίρνω συνεντεύξεις». «Δηλαδή, δεν θέλεις;» ρωτάει. «Όχι, δεν θέλω», απαντώ. «Άντε φύγε», μου λέει. Το Σάββατο είδα στην τηλεόραση τη γνωστή, κατάπτυστη εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη. Φαίνεται ότι με ήθελε κι εμένα για κάτι τέτοιο ο ανόητος.


