Η Μαργαρίτα Παπανδρέου που έφυγε προχθές από τη ζωή, έζησε πλάι στον Γεώργιο και τον Ανδρέα Παπανδρέου ορισμένες από τις πιο κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της χώρας. Η παρακάτω  -αδημοσίευτη- συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει, περιλαμβάνει ανέκδοτα, ιστορικά  περιστατικά από τη δεκαετία του 60.

Ads

Θα ξεκινήσω με το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα, το 1953. Θυμάμαι τότε την Αθήνα να είναι κάπως σαν μεγάλο χωριό, δεν ήταν όμορφη πόλη. Πήγαμε από το κέντρο της Αθήνας πάνω στο Καστρί, στο σπίτι του πεθερού μου, και το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου ήταν αφρόντιστο και βρόμικο. Υπήρχε μεγάλη φτώχεια στη χώρα, η οποία προσπαθούσε ακόμη να ανακάμψει μετά τον τελευταίο πόλεμο.

Ads

Στη δεκαετία του ’60, είχε ξεκινήσει κάποια ανάπτυξη, η πόλη είχε αρχίσει να αναπτύσσεται, είχες την αίσθηση ότι υπήρχε μεγαλύτερη αισιοδοξία. Αλλά αισθανόσουν ακόμη, τουλάχιστον εγώ το αισθανόμουν, ότι ζούσες σε ενός είδους αστυνομικό κράτος.

Ads

Οι Έλληνες δεν είχαν την απόλυτη ελευθερία να μιλήσουν, να διαβάσουν την εφημερίδα που επιθυμούσαν,  αριστερής ή δημοκρατικής προέλευσης. Έτσι, η άφιξή μας εδώ, συνοδεύτηκε με την απόφαση της εμπλοκής με την πολιτική αλλά και με την αίσθηση ότι υπήρχαν ευκαιρίες, αλλά μαζί και τρομερά εμπόδια.

Ads

Αμερικανοί: «Θα πούμε εμείς τι θα κάνει ο Παπανδρέου»

Ένα άλλο εμφανές στοιχείο αυτής της περιόδου, ήταν ο μεγάλος ρόλος που έπαιζε εδώ η αμερικανική πρεσβεία, οι Αμερικανοί, οι οποίοι έδιναν συχνά διαταγές. Δεν υπήρχε η έννοια της συζήτησης ή του διαλόγου, απλώς έδιναν οδηγίες. Θυμάμαι εκείνη την εποχή ότι υπήρχε ένας Αμερικανός που είχε ένα γραφείο στο υπουργείο Οικονομίας με αρμοδιότητα να καθορίζει με έναν τρόπο την οικονομική πολιτική την οποία θα εφάρμοζαν οι Έλληνες. Δεν επρόκειτο, προφανώς, για μια ανεξάρτητη χώρα.

Τότε ένας από τους διπλωμάτες της πρεσβείας, ο (Campbell )Κάμπελ, πίεζε για να υιοθετηθεί ένα πολύ αντιδημοκρατικό εκλογικό σύστημα, των συγγενικών κομμάτων, και ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε ήδη επισημάνει στον νεαρό πρίγκηπα Κωνσταντίνο ότι δεν μπορούσε να το δεχτεί.

Τότε τηλεφώνησε στον Ανδρέα και του είπε, «θα ήθελα να κανονίσεις ένα ραντεβού με τον πατέρα σου», ο Ανδρέας τον ρώτησε, «για πιο πράγμα θα ήθελες να του μιλήσεις;». Κι εκείνος είπε, «για το σύστημα των συγγενικών κομμάτων». Ο Ανδρέας τότε του είπε: «ο πατέρας μου έχει πάρει ήδη θέση στο θέμα αυτό, και δεν θέλει να το δεχτεί».

Και τότε είπε ο Campbell, «θα δεχτεί εκείνο που θα του πούμε εμείς και πες το αυτό στον πατέρα σου», κι έκλεισε το τηλέφωνο. Αυτή ήταν ας πούμε η πρώτη σύγκρουση του Ανδρέα με τους Αμερικάνους αφότου ήρθαμε στην Ελλάδα.

Φωτο αρχείου

1961: Oι εκλογές βίας και νοθείας

Τη νύχτα των εκλογών του 1961, λαμβάναμε αναφορές από την επαρχία ότι είχε ασκηθεί βία, ότι υπήρχαν, ας τις πούμε ωραιοποιημένα, «παρενοχλήσεις» κατά την καταμέτρηση των ψήφων, με τις οποίες προσπαθούσαν στην πραγματικότητα να παραποιήσουν το αποτέλεσμα των εκλογών. Εμείς ήμασταν δε σχετικά αισιόδοξοι ότι θα μπορούσαμε να πετύχουμε ένα πολύ καλύτερο αποτέλεσμα.

Όταν, όμως, άρχισαν να ανακοινώνονται τα αποτελέσματα, ήταν ξεκάθαρο ότι είχαν παραποιηθεί και ότι δεν θα είχαμε το αποτέλεσμα που επιθυμούσαμε. Συνεπώς, το ερώτημα ήταν ποια θα ήταν η στρατηγική την οποία θα έπρεπε στο εξής να ακολουθήσουμε. Από εκεί ξεκίνησαν οι συζητήσεις για ένα φυλλάδιο, την «Μαύρη Βίβλο», που έδειχνε ότι είχαν ψηφίσει 59 άνθρωποι από μια διεύθυνση στην οποία δεν αντιστοιχούσε κάποια κατοικία. Μιλάμε για τέτοιου είδους απροκάλυπτα πράγματα.

Ενώ ο κόσμος ήταν κάπως φοβισμένος ως εκείνη τη στιγμή, συνηθισμένος να του λένε τι να κάνει, έχοντας και την εμπειρία του αστυνομικού κράτους, ξεκίνησε από τότε μια δημόσια συζήτηση και μια αντίδραση. Τότε ήταν που ξεκίνησαν οι μακρές συζητήσεις για το λεγόμενο Ανένδοτο Αγώνα, όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου αποφάσισε να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα των εκλογών ξεκινώντας έναν αγώνα σε ολόκληρη τη χώρα.

Ο Ανδρέας αποφασίζει να φύγει από την Ελλάδα

Σε κάθε περίπτωση, τα αποτελέσματα των εκλογών, έκαναν τον Ανδρέα να πιστεύει ότι οι δυνατότητες για πραγματική αλλαγή στη χώρα αυτή και για την οικοδόμηση ενός δημοκρατικού συστήματος ήταν πολύ μικρές. Δηλαδή, ήταν ένα σχεδόν ασήκωτο καθήκον, χώρια που εκείνος θα ήταν μάλλον στόχος και εμπόδιο παρά θετική δύναμη για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Έτσι, πήραμε  την απόφαση να επιστρέψουμε στις ΗΠΑ.

Δεν φύγαμε αμέσως. Ο Ανδρέας ενεπλάκη προσωπικά στον Ανένδοτο του πατέρα του. Δεν ήταν επισήμως στην πολιτική αλλά προσέφερε μεγάλη βοήθεια, έδινε ομιλίες σε διάφορα μέρη, ακολουθούσε τον πατέρα του, όπως κι εγώ άλλωστε, και φαινόταν να έχει ενεργό συμμετοχή. Αυτό νομίζω ότι άγγιξε τα πολιτικά του γονίδια, ας πούμε, και άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για την πολιτική.

Πάντως, είχε πάρει ήδη την απόφαση να επιστρέψει στην ακαδημαϊκή του ζωή, και αφού συνεχίσαμε για σχεδόν ένα χρόνο, μετά φύγαμε. Αλλά αυτή τη φορά με ορισμένα μεγάλα ερωτηματικά, αν ήταν σωστό να φύγουμε, αν θα παραμέναμε πράγματι στον ακαδημαϊκό χώρο και τα λοιπά. Ασχοληθήκαμε για άλλον ένα χρόνο με τις αμφιταλαντεύσεις,  του Ανδρέα και τις δικές μου ως προς το πώς θα ήταν το μέλλον μας.

Νομίζω ότι ο Ανδρέας είχε αρχίσει να αλλάζει άποψη από τη στιγμή που ενεπλάκη στην ενεργό πολιτική διαδικασία, παρότι είχε πάρει την απόφαση να επιστρέψει στις ΗΠΑ και είχε ενημερώσει το πανεπιστήμιο ότι θα επέστρεφε. Ένιωσε για κάποιο λόγο ότι του ταίριαζε και ίσως ότι υπήρχαν ευκαιρίες τις οποίες είχε αγνοήσει. Έτσι, οτιδήποτε ενίσχυε αυτή την άποψη, ωθούσε προς την κατεύθυνση της επιστροφής.

Φωτο αρχείου

Ο «Γέρος» Παπανδρέου ήθελε τον Ανδρέα διάδοχό του

Στις εκλογές του 1963 είχαμε ήδη επιστρέψει αλλά ο Ανδρέας δεν συμμετείχε επισήμως στην πολιτική ζωή, ήταν επικεφαλής ενός κέντρου οικονομικών ερευνών. Απογοητευτήκαμε που το ποσοστό της Ένωσης Κέντρου δεν ήταν υψηλότερο, από την άλλη πλευρά, όμως, έδινε σε τελευταία ανάλυση μία δυνατότητα στο κίνημα της να αποκτήσει σημαντικό ρόλο στην πολιτική, κάτι που έκανε παίρνοντας την κυβέρνηση το 1964. Συνεπώς, γίνονταν βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ο πατέρας του ήθελε να μπει ο Ανδρέας στην πολιτική, νομίζω από τότε που ο γιος του ήταν νεαρός μαθητής, ήδη πριν από τον πόλεμο. Τον έβλεπε ως τον διάδοχό του. Αλλά αφότου ο Ανδρέας έφυγε για τις ΗΠΑ, ιδίως μετά την εισβολή των Ιταλών στην Ελλάδα, δεν μπορούσε να επιστρέψει. Όταν έγινε η εισβολή, ήταν ήδη στις ΗΠΑ και είχε ήδη ξεκινήσει τις σπουδές του στο Χάρβαρντ.

Αλλά ο πατέρας του θεωρούσε ότι ο γιος του θα λάμβανε μια εκπαίδευση με την προοπτική να επιστρέψει, υπό την προϋπόθεση ότι θα τελείωνε κάποτε ο πόλεμος. Στη διάρκεια του υπηρετούσε στο αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό, αλλά λίγο μετά, πήρε θέση επίκουρου καθηγητή στο Χάρβαρντ και ύστερα έγινε αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα.

Είχε ξεκινήσει, δηλαδή, ακαδημαϊκή καριέρα, και ο πατέρας του όπως και ο ίδιος ο Ανδρέας είχαν την αίσθηση ότι είχε εγκαταλείψει το ενδεχόμενο της πολιτικής καριέρας.

Η πρώτη ομιλία του Ανδρέα

Θυμάμαι πάντα πολύ έντονα την κάθοδο του Ανδρέα στην πολιτική, το 1964, στην πρώτη του ομιλία στην Πάτρα. Δεν είχε καμία εμπειρία στην τέχνη της πολιτικής ομιλίας αλλά είχε συγκεντρώσει το ενδιαφέρον επειδή ήταν ο γιος του Παπανδρέου .

Έίχε μαζευτεί πλήθος κόσμου  σ’ ένα ταβερνάκι πλάι στη θάλασσα, και οι προσδοκίες ήταν μεγάλες διότι ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν ικανότατος ρήτορας και συνέγειρε το πλήθος με τις υπέροχες ομιλίες του.

Ο Ανδρέας ένιωθε όμως ακόμη καθηγητής μέσα του, έτσι η ομιλία που έδωσε ήταν κάπως ακαδημαϊκή. Πολύ ενδιαφέρουσα, συγκροτημένη, αλλά ο κόσμος καθόταν απλώς χωρίς να πολύ-χειροκροτάει και οι άνθρωποι κοιτούσαν ο ένας τον άλλον και αναρωτιόντουσαν «τι είναι τούτος εδώ;»…

Θυμάμαι που όταν επιστρέφαμε με κάποιους φίλους στο αυτοκίνητο συζητώντας μεταξύ μας, ο Ανδρέας ρώτησε τι πιστεύαμε για την ομιλία του. Οι υπόλοιποι τρεις στο αυτοκίνητο σώπασαν κι εγώ είπα: «κοίτα Ανδρέα, ήταν ενδιαφέρουσα, είχες ορισμένα πολύ καλά σημεία αλλά ίσως πρέπει να δουλέψεις λίγο τον τρόπο σύνθεσης μιας δημόσιας ομιλίας». Κι εκείνος είπε «α!». Το ήξερε και ο ίδιος. Αλλά μάθαινε γρήγορα κι έγινε πολύ καλός ομιλητής στο κοινό και από το μπαλκόνι.

Η παγίδα του Μητσοτάκη στον Ανδρέα

Την πρώτη κυβερνητική θέση ως υπουργός Προεδρίας της Κυβέρνησης το 1964, ο Ανδρέας την είχε πάρει ύστερα από πρόταση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στον Γεώργιο Παπανδρέου. Του είχε πει: «αυτή θα είναι μια καλή θέση για εκείνον επειδή θα βρίσκεται κοντά σου και θα μπορεί να σε βοηθάει και να σε συμβουλεύει».

Έτσι, όπως ήταν, ωστόσο, δομημένη η θέση αυτή είχε να κάνει περισσότερο με το ρουσφέτι, με τις επαφές με το κόμμα, δηλαδή δεν είχε καμία σχέση με την αξιοποίηση του Ανδρέα ούτε με τις ικανότητές του. . Δεν είχε πολύ εμπειρία όσον αφορά το κόμμα, γνώριζε πολύ λίγα για την πρακτική του ρουσφετιού και ούτε είχε την ευκαιρία να κάνει χρήση των γνώσεών του στα Οικονομικά.

Πιστεύω ότι αυτή ήταν η πρώτη παγίδα που έστησε ο Μητσοτάκης στον Ανδρέα. Διότι αντιλαμβανόταν ότι ο Ανδρέας θα αποτύγχανε εντελώς εκεί, και ταυτόχρονα θα ετίθετο εκτός της πρώτης γραμμής της πολιτικής.

(απόδοση στα ελληνικά: Δ.Π. Σωτηρόπουλος)

 

Στο επόμενο, CIA στον Ανδρέα: « Είσαι ένας υποψήφιος νεκρός».