Ο Κύκλος Οικονομικής & Κοινωνικής Ανάλυσης του Ινστιτούτου ΕΝΑ δημοσιεύει τη σειρά Focus ENA | Oικονομία, η οποία περιλαμβάνει flash αναλύσεις μακροοικονομικών δεικτών και μεγεθών της ελληνικής οικονομίας. Η νέα ανάλυση αφορά τα στοιχεία του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) της Ελλάδας για το 2024.

Ads

Την Παρασκευή 7/3/2025 ανακοινώθηκαν από την ΕΛΣΤΑΤ τα στοιχεία για το ΑΕΠ του 2024. Ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης ήταν 2,3%, οριακά υψηλότερος από την τελευταία πρόβλεψη του Υπουργείου Οικονομικών (2,2%), όπως αποτυπώθηκε τον Νοέμβριο του 2024 στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2025. Ωστόσο, όπως φαίνεται στο διάγραμμα 1, η μεταβολή στις επιμέρους συνιστώσες του ΑΕΠ από την πλευρά της δαπάνης αποκλίνουν αισθητά από τις αντίστοιχες προβλέψεις.

Ads

Ads

Συγκεκριμένα, μόνο η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε περισσότερο από την πρόβλεψη κατά 2,1% έναντι πρόβλεψης 1,7%. Αντίθετα, η δημόσια κατανάλωση μειώθηκε σημαντικά, κατά 4,1%, όταν η πρόβλεψη έβλεπε οριακή αύξηση κατά 0,4%. Αρκετά μεγάλη ήταν και η αστοχία στις επενδύσεις που προβλέπονταν να αυξηθούν 6,7% αλλά περιορίστηκαν στο 4,5%. Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η αστοχία για τις εξαγωγές που αυξήθηκαν μόλις 1% έναντι της ιδιαίτερα φιλόδοξης πρόβλεψης για αύξηση 5,4%. Τέλος, οι εισαγωγές – που επιδρούν αρνητικά στην αύξηση του ΑΕΠ – αυξήθηκαν κατά 5,5%, αρκετά περισσότερο από την πρόβλεψη 4%.

Ads

Με άλλα λόγια, όλες οι συνιστώσες της δαπάνης (εκτός από την ιδιωτική κατανάλωση) εξελίχθηκαν χειρότερα από τις προβλέψεις της κυβέρνησης. Προκύπτει, επομένως, το ερώτημα από ποιες συνιστώσες προήλθε η αύξηση του συνολικού ΑΕΠ κατά 2,3%. Η απάντηση βρίσκεται στη συνιστώσα «Ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου» που διακρίνεται στον «Ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου», δηλαδή τις επενδύσεις, και τη «Μεταβολή αποθεμάτων», δηλαδή αγορές αγαθών και υπηρεσιών που δεν αυξάνουν το πάγιο κεφάλαιο και δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως επενδύσεις. Εφόσον, όμως, πρόκειται για πραγματικές δαπάνες συνυπολογίζονται στο συνολικό ΑΕΠ.

Ένας απλός τρόπος να δείξουμε την επίπτωση κάθε επιμέρους συνιστώσας στη μεταβολή του ΑΕΠ είναι να υπολογίσουμε τη συνεισφορά τους, δηλαδή τη μεταβολή τους σαν ποσοστό του ΑΕΠ του προηγούμενου έτους. Αυτό δείχνει το διάγραμμα 2 που περιλαμβάνει και τη μεταβολή των αποθεμάτων ως διακριτή συνιστώσα.

Στο διάγραμμα 2 μπορούμε να δούμε πόσο συνεισέφερε κάθε συνιστώσα στη συνολική μεταβολή του ΑΕΠ κατά 2,3%1. Η ιδιωτική κατανάλωση συνεισέφερε 1,4 ποσοστιαίες μονάδες, αλλά η δημόσια κατανάλωση αφαίρεσε 0,8 μονάδες. Οι επενδύσεις συνεισέφεραν 0,7 ποσοστιαίες μονάδες και οι εξαγωγές 0,4 μονάδες, ενώ οι εισαγωγές αφαίρεσαν 2,4 ποσοστιαίες μονάδες.  Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι η πρωτοφανής αύξηση των αποθεμάτων που συνεισέφερε 3,2 ποσοστιαίες μονάδες στη συνολική αύξηση του ΑΕΠ και χωρίς αυτή το ΑΕΠ δεν θα είχε αυξηθεί αλλά θα είχε μειωθεί. Μένει να δούμε αν σε μελλοντικές αναθεωρήσεις των στοιχείων, η μεταβολή αποθεμάτων θα επαναταξινομηθεί στις υπόλοιπες συνιστώσες.

Ένα τελευταίο στοιχείο που μπορούμε να δούμε είναι η διανομή του εγχώριου εισοδήματος μεταξύ μισθών, κερδών και κράτους. Συγκεκριμένα, οι μισθοί δίνονται από τις αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας, τα κέρδη από το λειτουργικό πλεόνασμα και μικτό εισόδημα (που περιλαμβάνει το εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων) και το κράτος από τη διαφορά μεταξύ φόρων στην παραγωγή και στις εισαγωγές μείον τις επιδοτήσεις (δεν περιλαμβάνει φόρους εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές). Το διάγραμμα 3 παρουσιάζει τα παραπάνω εισοδηματικά μερίδια για το 2023 και το 2024.

Όπως βλέπουμε, το μερίδιο των μισθών στο συνολικό εισόδημα αυξήθηκε από 34,4% σε 35%, το μερίδιο των κερδών μειώθηκε από το 51,4% στο 50,2% ενώ το μερίδιο του κράτους αυξήθηκε από 14,2% σε 14,7%. Πρόκειται για θετική εξέλιξη που μετριάζει τη συρρίκνωση του μεριδίου των μισθών που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια εξαιτίας, κυρίως, του πληθωρισμού.

Υπενθυμίζεται ότι το 2019 το μερίδιο των μισθών ήταν 36,8% ενώ το μερίδιο των κερδών ήταν 48,3% και το μερίδιο του κράτους 14,8%.

1 Για την ακρίβεια, το άθροισμα των συνεισφορών είναι 2,5% και αποκλίνει ελαφρά από το 2,3% της συνολικής αύξησης καθώς η προσαρμογή της κάθε συνιστώσας σε σταθερές τιμές 2020 έχει γίνει με διαφορετικούς αποπληθωριστές.