Μόλις τέσσερις εβδομάδες απομένουν για τις Αμερικανικές προεδρικές εκλογές της 5ης Νοεμβρίου, με παρατηρητές και ειδήμονες να υποστηρίζουν ότι η εκλογική αναμέτρηση του 2024 θα είναι η πιο σημαντική στις ΗΠΑ από το 1860.

Ads

Ας θυμηθούμε πως τον Νοέμβριο του 1860, ο Αβραάμ Λίνκολν του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος κέρδισε την προεδρία των ΗΠΑ, νικώντας τον Δημοκρατικό Τζον Μπρέκινριτζ. Τον Μάιο του 1861, έξι νότιες δημοκρατικές πολιτείες αποσχίστηκαν από την Ένωση, ακολουθούμενες από άλλες τέσσερις – όλες ήθελαν να διατηρήσουν τον θεσμό της δουλείας, και κάπως έτσι ξεκίνησε ο εμφύλιος πόλεμος στις ΗΠΑ.

Ads

Για πολλούς Αμερικανούς, οι εκλογές του Νοεμβρίου εφέτος είναι εξίσου σημαντικές με εκείνες του 1860. Το διακύβευμα, για τις ΗΠΑ, δεν είναι μόνο αν θα κερδίσει ο υποψήφιος των Δημοκρατικών ή των Ρεπουμπλικάνων, αλλά και αν θα επιβιώσει το 235 ετών σύστημα διακυβέρνησης της χώρας.

Ads

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι μάλλον θα συμφωνούσαν, όπως παρατηρεί το The Conversation, ενώ το διακύβευμα δεν είναι μόνο το μέλλον της δημοκρατίας στην Αμερική, αλλά αναμφισβήτητα και το μέλλον της διεθνούς τάξης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, συμπληρώνει ο έγκριτος ιστότοπος ανάλυσης της επικαιρότητας.

Ads

Οι διατλαντικές σχέσεις αποτελούν «την καρδιά» αυτής της τάξης. Αποδυναμώθηκαν σημαντικά κατά τη διάρκεια της προεδρίας Τραμπ, ενισχύθηκαν κάπως υπό τον Μπάιντεν, και τώρα βρίσκονται επικίνδυνα κοντά στο να δοκιμαστούν και πάλι αν ο Τραμπ επιστρέψει στον Λευκό Οίκο.

Οι εκλογές είναι επίσης βυθισμένες στην αβεβαιότητα, με την Κάμαλα Χάρις και τον Ντόναλντ Τραμπ να βρίσκονται στήθος-με-στήθος σε πολιτείες-κλειδί, τις λεγόμενες αμφίρροπες πολιτείες (swing states). Η κλιμακούμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα προσθέσει περαιτέρω αβεβαιότητα στην τελική ευθεία πριν από την ημέρα των εκλογών.

Η προεκλογική κούρσα του 2024 ήταν μία από τις πιο δραματικές και απρόβλεπτες των τελευταίων δεκαετιών, που σημαδεύτηκε από δύο απόπειρες δολοφονίας του Τραμπ, την πρόσφατη καταδίκη του για κακούργημα και την ξαφνική απόσυρση του Μπάιντεν υπέρ της αντιπροέδρου του. Με δεδομένο το ιστορικό του Τραμπ, δεν μπορούμε επίσης να αποκλείσουμε τον πραγματικό και τρομακτικό κίνδυνο να αμφισβητηθούν τα εκλογικά αποτελέσματα, εάν τα περιθώρια είναι λεπτά, χωρίς καμία πλευρά να υποχωρεί.

Σίγουρα, μια νίκη του Τραμπ θα έχει πιο άμεσες αρνητικές επιπτώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση βραχυπρόθεσμα από ότι μια προεδρία Χάρις. Μια δεύτερη θητεία Τραμπ θα υπονομεύσει τη δημοκρατία των ΗΠΑ, και θα οδηγήσει σε μια δυνητικά μη αναστρέψιμη αποδυνάμωση των διατλαντικών σχέσεων. Η ανοιχτή υποστήριξη του Τραμπ προς τις αυταρχικές κυβερνήσεις της Ευρώπης, όπως το κόμμα Fidesz του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, θα ενθαρρύνει και θα νομιμοποιήσει επίσης τα ακροδεξιά κόμματα της ηπείρου.

Τα επόμενα 4 χρόνια, οι δεσμοί που συνδέουν τις ΗΠΑ και την ΕΕ από το 1945 θα μπορούσαν να χαλαρώσουν μέχρι να σπάσουν ανεπανόρθωτα. Στην Ευρώπη, οι επιπτώσεις θα γίνουν πιο έντονα αισθητές σε τρεις κύριους τομείς: την άμυνα, το εμπόριο και την πολιτική για το κλίμα.

Το ΝΑΤΟ και ο πόλεμος στην Ουκρανία: Το κύριο «μήλον της έριδος»

Ένα από τα μεγαλύτερα σημεία διαφοράς μεταξύ των δύο υποψηφίων είναι η στάση του Τραμπ για το ΝΑΤΟ και η έλλειψη υποστήριξης προς την Ουκρανία. Ο Τραμπ έχει ισχυριστεί, ως γνωστόν, ότι «θα μπορούσε να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία σε 24 ώρες», αν και υπάρχει μικρή εμπιστοσύνη ότι ένα ειρηνευτικό σχέδιο διαμεσολάβησης Τραμπ με τη Ρωσία θα προστάτευε την εδαφική ακεραιότητα και την κυριαρχία της Ουκρανίας.

Όταν ήταν πρόεδρος, ο Τραμπ απείλησε ακόμη και να εγκαταλείψει εντελώς το ΝΑΤΟ. Αν το ακολουθούσε αυτό, θα ενθάρρυνε αντιπάλους όπως η Ρωσία και θα απειλούσε την ευρύτερη ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Η Χάρις, αντίθετα, έχει δείξει ακλόνητη υποστήριξη στο ΝΑΤΟ και την Ουκρανία. Αν εκλεγεί, αυτό θα συνέχιζε να ενισχύει την αρχιτεκτονική ασφαλείας που έχει διατηρήσει την ευρωπαϊκή σταθερότητα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, ακόμη και αν κερδίσει η Χάρις, η ΕΕ θα πρέπει να οικοδομήσει τις δικές της αποτρεπτικές και αμυντικές ικανότητες, και να μειώσει τη μεγάλη εξάρτησή της από τις ΗΠΑ.

Εμπορικές σχέσεις

Η οικονομική σχέση ΕΕ-ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο, με το εμπόριο μεταξύ των δύο μπλοκ να αποτιμάται σε περισσότερα από 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Το ετήσιο εμπόριο ΗΠΑ-Κίνας, για λόγους σύγκρισης, αποτιμάται σε 758 δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά οι ΗΠΑ έχουν μεγάλα εμπορικά ελλείμματα και με την ΕΕ και με την Κίνα.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο Τραμπ έχει υποσχεθεί δασμούς 10% σε όλες τις εισαγωγές και νέους δασμούς 60% ή περισσότερο σε όλα τα αγαθά από την Κίνα, καθώς θεωρεί την ΕΕ ανταγωνιστή – όπως άλλωστε και την Κίνα.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι η προσέγγιση της Χάρις θα είναι πιο ήπια – ο Μπάιντεν ήταν εξίσου σκληρός με την ΕΕ και η Χάρις πιθανότατα θα συνεχίσει τις πολιτικές του. Η προεκλογική της εκστρατεία της φάνηκε επίσης να υιοθετεί μια σκληρή στάση κατά της Κίνας. Στην ομιλία της στο Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών τον Αύγουστο, η Χάρις δήλωνε ότι οι ΗΠΑ, και όχι η Κίνα, «κερδίζουν τον ανταγωνισμό για τον 21ο αιώνα». Ήταν μια φράση που επανέλαβε και στο ντιμπέιτ με τον Τραμπ. Συναντήθηκε για λίγο με τον Σι το 2022 στην Μπανγκόκ εν μέσω τριβών μεταξύ των δύο χωρών. Η Χάρις τόνισε τότε την ανάγκη «να διατηρήσουμε ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας για να διαχειριστούμε υπεύθυνα τον ανταγωνισμό μεταξύ των χωρών μας».

Επομένως, η ΕΕ θα βρεθεί σε δύσκολη θέση, αντιμετωπίζοντας δασμούς στις εξαγωγές της προς τις ΗΠΑ, καθώς και πίεση από τη νέα αμερικανική κυβέρνηση να είναι επίσης σκληρή απέναντι στην Κίνα. Έτσι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να αυξηθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ, με την κάθε πλευρά να είναι πιθανό να απαντήσει στους δασμούς που επιβάλλονται αμφοτέρωθεν –  με προστατευτικές πολιτικές.

Υπάρχουν τρόποι για να αποφευχθεί ή να μετριαστεί η αντιπαράθεση για το εμπόριο, όπως η συνέχιση του διαλόγου μέσω του Συμβουλίου Εμπορίου και Τεχνολογίας ΕΕ-ΗΠΑ (ΣΕΕ-ΗΠΑ), προκειμένου να εκτονωθούν οι διαφορές. Η ΕΕ θα πρέπει επίσης να προσπαθήσει να διαφοροποιήσει και να εξασφαλίσει εμπορικές συμφωνίες με άλλους εταίρους, όπως η Mercosur και η Ινδία.

Κλιματική πολιτική

Τέλος, υπάρχει η πολιτική του (ή της) νέου (ή νέας) προέδρου των ΗΠΑ για το κλίμα. Ο Τραμπ έχει ορκιστεί να αποχωρήσει και πάλι από τη συμφωνία του Παρισιού του 2015, αν επανεκλεγεί. Έχει επίσης υποσχεθεί να αυξήσει την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου («Drill, baby, drill!» – όπως αρέσκεται να φωνάζει στις ομιλίες του).

Τα μέτρα αυτά θα καταστήσουν σχεδόν αδύνατη την επίτευξη του στόχου του Παρισιού για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη κατά 1,5 βαθμό Κελσίου.

Από την πλευρά της, η Χάρις έχει σιωπήσει τρομακτικά για τα θέματα περί κλίματος στην προεκλογική εκστρατεία, γεγονός που επίσης προοιωνίζεται κακό για τις ευρωπαϊκές προσπάθειες αντιμετώπισης της κλιματικής πρόκλησης.

Η αλλαγή είναι ήδη στον ορίζοντα

Ένα πράγμα είναι σαφές: είτε ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ είναι ο Τραμπ είτε η Χάρις, οι Ευρωπαίοι πρέπει να κατανοήσουν ότι οι διατλαντικές σχέσεις έχουν ήδη αλλάξει ανεπιστρεπτί, και ότι τα συμφέροντα και οι αξίες της ΕΕ δεν ευθυγραμμίζονται πλέον πλήρως με αυτά της Αμερικής.

Μια κυβέρνηση Χάρις θα φέρει ίσως μεγαλύτερη προβλεψιμότητα από μια προεδρία Τραμπ, αλλά για πόσο καιρό; Και τι θα συμβεί σε άλλα 4 χρόνια;

Όπως διερωτήθηκε πρόσφατα ο Πίτερ Μπέικερ, ο επικεφαλής ανταποκριτής των New York Times στον Λευκό Οίκο: «Είναι ο Τραμπ η εκτροπή ή είναι ο Μπάιντεν η εκτροπή; Ποιος από τους δύο αντιπροσωπεύει το πού πραγματικά σχεδιάζει να βρεθεί η Αμερική από εδώ και στο εξής;»

Τα ευρωπαϊκά κράτη πρέπει να είναι προετοιμασμένα για μια μεταλλαγμένη παγκόσμια τάξη πραγμάτων, στην οποία θα βασίζονται πολύ περισσότερο στον εαυτό τους και σε άλλους δυνητικούς συμμάχους (Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία, Νότια Κορέα), παρά στους παραδοσιακούς υπερατλαντικούς εταίρους τους, ανεξάρτητα από το ποιος θα κερδίσει στις 5 Νοεμβρίου.