Κύμα συγκίνησης προκάλεσε στον χώρο των γραμμάτων και του πολιτισμού η είδηση του θανάτου του Αλέξη Σταμάτη. Από την πρώτη στιγμή που έγινε γνωστή η απώλειά του, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύστηκαν από μηνύματα ανθρώπων που τον γνώρισαν, συνεργάστηκαν μαζί του ή επηρεάστηκαν από το έργο του.

Ads

Συγγραφείς, δημοσιογράφοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες και εκπρόσωποι του πολιτισμού απέτισαν φόρο τιμής σε έναν δημιουργό που άφησε έντονο το αποτύπωμά του στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Ads

Τα μηνύματα των ανθρώπων που τον γνώρισαν

Από τους πρώτους που τον αποχαιρέτησαν δημόσια ήταν ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού «Αναγνώστης», Γιάννης Μπασκόζος. Σε ανάρτησή του, την οποία συνόδευσε με άρθρο αφιερωμένο στον Αλέξη Σταμάτη, έγραψε λιτά: «Αντίο φίλε», τιμώντας τη μακρόχρονη σχέση τους στον χώρο του βιβλίου.

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Θεοδόσης Μίχος δημοσίευσε μια κοινή τους φωτογραφία, συνοδεύοντάς την με τη φράση: «Η γραφή δεν είναι επιστροφή, αλλά τρόπος να μένεις».

Από την πλευρά του, ο ηθοποιός και συγγραφέας Νικόλας Ανδρουλάκης αναφέρθηκε στο τελευταίο δημόσιο κείμενο του Αλέξη Σταμάτη, σημειώνοντας ότι αναρωτιέται αν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις μεγάλες μάχες της ζωής με την ίδια αξιοπρέπεια που επέδειξε εκείνος.

Ιδιαίτερα συγκινητικό ήταν και το μήνυμα του δημοσιογράφου και συγγραφέα Σταύρου Σταυρόπουλου, ο οποίος αποχαιρέτησε τον φίλο του δημοσιεύοντας το τελευταίο κείμενο που είχε γράψει ο Αλέξης Σταμάτης λίγες ημέρες πριν φύγει από τη ζωή.

Με λόγια αγάπης τον αποχαιρέτησε και η δημοσιογράφος Λίνα Παπαδάκη, ενώ ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Στράτος Τζίτζης επέλεξε να μοιραστεί ένα από τα αγαπημένα του ποιήματα του συγγραφέα, επισημαίνοντας πως είχε γραφτεί μόλις τρεις ημέρες πριν από τον θάνατό του.

Ads

Η συγγραφέας Ελένη Κουρτίδου δημοσίευσε επίσης το τελευταίο κείμενο του Αλέξη Σταμάτη, χαρακτηρίζοντάς το μια ανάρτηση που συγκίνησε βαθιά όσους παρακολουθούσαν τη δημιουργική του πορεία.

Το βιβλιοπωλείο «Μικρό Καράβι» επέλεξε να τον αποχαιρετήσει μέσα από στίχους του ίδιου, από την τελευταία ποιητική συλλογή του «Η ασθένεια των απαλών πραγμάτων» (Κάπα Εκδοτική):

«Αν βρίσκεσαι εκεί, σε κάποιο άλλο γεωγραφικό σημείο, σε μια σχέση χωρίς ονόματα — κράτα αυτό: Η φωνή που δεν ζητά να ακουστεί είναι αυτή που παραμένει. Όχι γιατί είναι δυνατή. Αλλά γιατί δεν υπάρχει πουθενά αλλού να πάει».

Το μήνυμα του Εθνικού Θεάτρου

Με δημόσια ανακοίνωσή του αποχαιρέτησε τον Αλέξη Σταμάτη και το Εθνικό Θέατρο, με το οποίο ο συγγραφέας είχε συνεργαστεί στενά. Το 2019 είχε παρουσιαστεί στη Νέα Σκηνή το έργο του «Μελίσσια», μία από τις σημαντικότερες θεατρικές στιγμές της πορείας του.

Στην ανακοίνωσή του, το Εθνικό Θέατρο κάνει λόγο για έναν «πολυγραφότατο, ευαίσθητο ποιητή, δοκιμιογράφο και θεατρικό συγγραφέα», ο οποίος μέσα από το έργο του επιχείρησε να φωτίσει «την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας και τα αδιέξοδα της ανθρώπινης ύπαρξης».

Το μήνυμα ολοκληρώνεται με τα συλλυπητήρια προς την οικογένεια και τους οικείους του:

«Τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στην οικογένειά του, στους οικείους και στους φίλους του. Ολόκληρη η οικογένεια του Εθνικού Θεάτρου είναι συντετριμμένη».

Με ιδιαίτερα φορτισμένα λόγια αποχαιρέτισαν τον συγγραφέα και οι εκδόσεις Μεταίχμιο, με τις οποίες συνεργαζόταν τα τελευταία χρόνια.

«Δεν είναι εύκολο να βρεις λέξεις όταν μια τέτοια είδηση σε πιάνει εξαπίνης», αναφέρεται στην ανάρτησή τους, ενώ αποκαλύπτουν πως επικοινωνούσαν μαζί του μέχρι και λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του.

«Με τον Αλέξη Σταμάτη επικοινωνούσαμε μέχρι προχθές. Πώς να συλλυπηθείς τους οικείους του; Όλοι εμείς στο Μεταίχμιο μείναμε εμβρόντητοι στο άκουσμα της είδησης», σημειώνουν χαρακτηριστικά.

Oι τελευταίες αναρτήσεις

Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσαν και οι τελευταίες αναρτήσεις του Αλέξη Σταμάτη, οι οποίες αναδημοσιεύτηκαν ευρέως μετά την είδηση του θανάτου του. Με ένα ποίημα και μία σειρά σκέψεων για την αιμοδοσία, ο βραβευμένος συγγραφέας «αποχαιρέτισε» τον κόσμο του.

«Οι παλιοί αλχημιστές περίμεναν την πρώτη σταγόνα του ελιξιρίου με απελπισία που εμοιαζε ήδη με πίστη. Η αναμονή έχει κάτι από ναό και από σφαγείο. Στον ίδιο χώρο ελπίδα και αποσύνθεση, όπως τα άνθη σε ένα φέρετρο συνεχίζουν να ευωδιάζουν χωρίς να αντιλαμβάνονται τον νεκρό.

Το αίμα. Η μόνη αριστοκρατία που δεν αναγνωρίζει τίτλους. Η μόνη βασιλεία που αλλάζει σώματα χωρίς επανάσταση. Οι άνθρωποι επινόησαν σύνορα, σημαίες, επώνυμα, τραπεζικούς λογαριασμούς, γενεαλογικά δέντρα. Το αίμα γελάει σιωπηλά με όλες αυτές τις δηθενιες Κυκλοφορεί στις φλέβες σαν ανώνυμος περιπλανώμενος, αδιάφορος για την ηθική μας, για τις φιλοδοξίες μας, για τις μικρές αισχρότητες με τις οποίες και καλά στολίζουμε τη λέξη «χαρακτήρας». Ένας άγνωστος θα κατοικήσει για λίγο μέσα σου

Κανένα μυστήριο της Εκκλησίας δεν υπήρξε πιο κυριολεκτικό.

Κοιτάζω το άδειο μεταλλικό στήριγμα που σε λίγο θα κρατά τη σακούλα του αίματος, δεν περιμένω ένα φάρμακο αλλά έναν επισκέπτη. Έναν αθέατο συνοδοιπόρο που θα περάσει από κάθε γωνιά του σώματός μου, θα ακουμπήσει τα πιο σκοτεινά τοπία της ύπαρξής μου και θα φύγει χωρίς να μάθει ποτέ το όνομά μου. Η ευγένεια της ανωνυμίας. Μορφή αγάπης που δεν επιθυμεί να αγαπηθεί πίσω.

Πόσο αλλόκοτο. Περάσαμε αιώνες υμνώντας την αυτάρκεια, ενώ το σώμα γνώριζε πάντοτε την αλήθεια. Δεν υπάρχει αυτάρκεια. μόνο ανταλλαγή.

Ο πρώτος άνθρωπος γεννήθηκε από το αίμα μιας γυναίκας. Ο τελευταίος ίσως σωθεί από το αίμα ενός ξένου».

Το τελευταίο ποίημα που δημοσίευσε

Οικογενειακή φωτογραφία με χωριό

Κάθε Κυριακή
κατεβάζαμε τον σκύλο στο ποτάμι.
Ο σκύλος λεγόταν Λάκης.
Ή Σπύρος.

Ή όπως λέγονταν τότε οι άνθρωποι
προτού γίνουν φωτογραφίες.
Η θεία Ελένη έλεγε
πως τα ζώα ξέρουν.
Έπειτα σιωπούσε.

Οι μεγάλοι ήξεραν να αποσύρονται
με τρόπο που έκανε τον αέρα
να μοιάζει ένοχος.
Το ποτάμι κατέβαινε απ’ το βουνό
μεταφέροντας φύλλα,
κλαδιά,
μισές ειδήσεις.

Κάποτε ένα παιδί πνίγηκε εκεί.
Το αναφέρω
για να υπάρχει πληρότητα στοιχείων.
Δεν ήμουν εγώ.

Τότε.
Στο σπίτι
ο παππούς καθάριζε πορτοκάλια.

Τα νύχια του
είχαν το χρώμα του καπνού.
Άφηνε τις φλούδες
σε τέλειες σπείρες.
Αργότερα καταλάβαμε
ότι προσπαθούσε να βάλει κάποια τάξη
στο σύμπαν.

Όλοι προσπαθούσαν.
Η μητέρα μάζευε πιάτα.
Ο πατέρας εφημερίδες.

Η γιαγιά αγίους.
Εγώ ό,τι ζωές.

Τις φύλαγα σ’ ένα κουτί παπουτσιών
κάτω από το κρεβάτι.

Ακόμη πρέπει να βρίσκονται εκεί.
Το βράδυ
ανάβαμε το φως της αυλής.

Τα έντομα έπεφταν επάνω του
με μια αποφασιστικότητα
που αργότερα αναγνώρισα
στους ερωτευμένους,
στους επαναστάτες – ω –
και στους ασθενείς.

Το χωριό κοιμόταν.
Από μακριά ακούγονταν τα τρένα.

Κάθε τρένο
μετέφερε κάποιους αλλού.
Κανείς δεν γνώριζε πού ακριβώς.
Αυτή είναι μια χρήσιμη περιγραφή
και για τη ζωή.

Μια μέρα
η θεία Ελένη πέθανε.
Ο σκύλος έμεινε τρεις ώρες
μπροστά στην πόρτα της.

Κανείς δεν μίλησε γι’ αυτό.
Οι μεγάλοι είχαν άλλες δουλειές.
Έπρεπε να οργανωθεί η λύπη.

Να έρθουν οι καρέκλες.
Να βρεθούν τα μαύρα ρούχα.
Να βραστεί ο καφές.
Να μεταφερθεί ο νεκρός
από την πραγματικότητα
στην αφήγηση.

Χρόνια αργότερα
το χωριό άδειασε.
Το ποτάμι έμεινε.
Τα δέντρα έμειναν.
Οι τάφοι επίσης.

Μερικά σπίτια συνέχισαν να παραμένουν
με ανοιχτά παράθυρα
παρότι μέσα
δεν κατοικούσε πια κανείς.

Κι αυτό,
αν με ρωτούσαν,
είναι ο ακριβέστερος ορισμός της ψυχής.

Ένα φωτισμένο δωμάτιο
που εξακολουθεί να περιμένει
εκείνους που έφυγαν