Σε ηλικία 67 ετών έφυγε από τη ζωή ο Αλέξης Σταμάτης, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας τα τελευταία χρόνια.
Στην πολυετή διαδρομή του ασχολήθηκε με το μυθιστόρημα, το διήγημα, την ποίηση, το παιδικό βιβλίο, το θέατρο, τη σεναριογραφία και τη δημοσιογραφία, δημιουργώντας ένα έργο που ξεπερνά τα 35 βιβλία και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1960, ήταν γιος του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη και της ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη, ενώ η οικογένειά του είχε ρίζες στα Λαγκάδια Αρκαδίας. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως σύντομα στράφηκε στην Αρχιτεκτονική, αποφοιτώντας από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Αργότερα συνέχισε τις σπουδές του στο Λονδίνο, όπου ειδικεύτηκε στην Αρχιτεκτονική και τον Κινηματογράφο. Για αρκετά χρόνια εργάστηκε ως αρχιτέκτονας, συμμετέχοντας σε έργα στην Ελλάδα και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η πορεία του στον χώρο του βιβλίου
Η συγγραφική του πορεία ξεκίνησε το 1998 με το μυθιστόρημα «Ο έβδομος ελέφαντας», ενώ συνέχισε τη συγγραφή με σημαντικά έργα όπως τα «Μπαρ Φλωμπέρ», «Αμερικάνικη Φούγκα», «Μελίσσια», «Βίλα Κομπρέ», «Το λευκό δωμάτιο», «Υπήρξα τόσοι άλλοι» και το πιο πρόσφατο «Το παιδί και ο Άγγελος». Τα βιβλία του κυκλοφόρησαν και εκτός συνόρων, γνωρίζοντας απήχηση σε χώρες της Ευρώπης και στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, διακρίθηκε και στην ποίηση, κερδίζοντας το Βραβείο Ποίησης «Νικηφόρος Βρεττάκος» του Δήμου Αθηναίων για τη συλλογή «Αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων».

Ιδιαίτερα έντονη ήταν και η παρουσία του στο ελληνικό θέατρο. Έγραψε θεατρικά έργα όπως τα «Δακρυγόνα», «Μελίσσια», «Λευκό δωμάτιο», «Γένεση» και «Τελευταία Μάρθα», τα οποία παρουσιάστηκαν σε σημαντικές σκηνές της χώρας, μεταξύ αυτών το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης και το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας.
Διεθνής αναγνώριση για το έργο του
Η «Αμερικάνικη Φούγκα» τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας του National Endowment for the Arts στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ ο ίδιος συμμετείχε σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια εκπροσωπώντας την Ελλάδα. Παράλληλα, δίδαξε δημιουργική γραφή, μεταφέροντας την εμπειρία του σε νεότερους συγγραφείς.
Εκτός από τη λογοτεχνική του δραστηριότητα, υπήρξε ενεργός αρθρογράφος στον ελληνικό Τύπο. Συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά, γράφοντας για θέματα πολιτισμού, ενώ από το 2017 αρθρογραφούσε σταθερά στην εφημερίδα «Το Βήμα».
Με τον θάνατο του Αλέξη Σταμάτη, η ελληνική λογοτεχνία αποχαιρετά έναν δημιουργό που υπηρέτησε με συνέπεια και πάθος τα γράμματα, αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο έργο που θα συνεχίσει να εμπνέει αναγνώστες και δημιουργούς.
Η συγκινητική ανάρτηση
Ο γνωστός συγγραφέας, με μια ιδιαίτερα συγκινητική ανάρτησή του πριν από πέντε μέρες, έγραφε για τη διαδικασία της αιμοδοσίας: «Ο πρώτος άνθρωπος γεννήθηκε από το αίμα μιας γυναίκας. Ο τελευταίος ίσως σωθεί από το αίμα ενός ξένου».
Περιγράφοντας τη στιγμή της αναμονής για τη μετάγγιση, σημείωνε χαρακτηριστικά: «Κοιτάζω το άδειο μεταλλικό στήριγμα που σε λίγο θα κρατά τη σακούλα του αίματος, δεν περιμένω ένα φάρμακο αλλά έναν επισκέπτη».
Ολόκληρη η ανάρτηση
«Οι παλιοί αλχημιστές περίμεναν την πρώτη σταγόνα του ελιξιρίου με απελπισία που εμοιαζε ήδη με πίστη. Η αναμονή έχει κάτι από ναό και από σφαγείο. Στον ίδιο χώρο ελπίδα και αποσύνθεση, όπως τα άνθη σε ένα φέρετρο συνεχίζουν να ευωδιάζουν χωρίς να αντιλαμβάνονται τον νεκρό.
Το αίμα. Η μόνη αριστοκρατία που δεν αναγνωρίζει τίτλους. Η μόνη βασιλεία που αλλάζει σώματα χωρίς επανάσταση. Οι άνθρωποι επινόησαν σύνορα, σημαίες, επώνυμα, τραπεζικούς λογαριασμούς, γενεαλογικά δέντρα. Το αίμα γελάει σιωπηλά με όλες αυτές τις δηθενιες Κυκλοφορεί στις φλέβες σαν ανώνυμος περιπλανώμενος, αδιάφορος για την ηθική μας, για τις φιλοδοξίες μας, για τις μικρές αισχρότητες με τις οποίες και καλά στολίζουμε τη λέξη «χαρακτήρας». Ένας άγνωστος θα κατοικήσει για λίγο μέσα σου
Κανένα μυστήριο της Εκκλησίας δεν υπήρξε πιο κυριολεκτικό.
Κοιτάζω το άδειο μεταλλικό στήριγμα που σε λίγο θα κρατά τη σακούλα του αίματος, δεν περιμένω ένα φάρμακο αλλά έναν επισκέπτη. Έναν αθέατο συνοδοιπόρο που θα περάσει από κάθε γωνιά του σώματός μου, θα ακουμπήσει τα πιο σκοτεινά τοπία της ύπαρξής μου και θα φύγει χωρίς να μάθει ποτέ το όνομά μου. Η ευγένεια της ανωνυμίας. Μορφή αγάπης που δεν επιθυμεί να αγαπηθεί πίσω.
Πόσο αλλόκοτο. Περάσαμε αιώνες υμνώντας την αυτάρκεια, ενώ το σώμα γνώριζε πάντοτε την αλήθεια. Δεν υπάρχει αυτάρκεια. μόνο ανταλλαγή.
Ο πρώτος άνθρωπος γεννήθηκε από το αίμα μιας γυναίκας. Ο τελευταίος ίσως σωθεί από το αίμα ενός ξένου»
Το τελευταίο ποίημα που δημοσίευσε
Οικογενειακή φωτογραφία με χωριό
Κάθε Κυριακή
κατεβάζαμε τον σκύλο στο ποτάμι.
Ο σκύλος λεγόταν Λάκης.
Ή Σπύρος.
Ή όπως λέγονταν τότε οι άνθρωποι
προτού γίνουν φωτογραφίες.
Η θεία Ελένη έλεγε
πως τα ζώα ξέρουν.
Έπειτα σιωπούσε.
Οι μεγάλοι ήξεραν να αποσύρονται
με τρόπο που έκανε τον αέρα
να μοιάζει ένοχος.
Το ποτάμι κατέβαινε απ’ το βουνό
μεταφέροντας φύλλα,
κλαδιά,
μισές ειδήσεις.
Κάποτε ένα παιδί πνίγηκε εκεί.
Το αναφέρω
για να υπάρχει πληρότητα στοιχείων.
Δεν ήμουν εγώ.
Τότε.
Στο σπίτι
ο παππούς καθάριζε πορτοκάλια.
Τα νύχια του
είχαν το χρώμα του καπνού.
Άφηνε τις φλούδες
σε τέλειες σπείρες.
Αργότερα καταλάβαμε
ότι προσπαθούσε να βάλει κάποια τάξη
στο σύμπαν.
Όλοι προσπαθούσαν.
Η μητέρα μάζευε πιάτα.
Ο πατέρας εφημερίδες.
Η γιαγιά αγίους.
Εγώ ό,τι ζωές.
Τις φύλαγα σ’ ένα κουτί παπουτσιών
κάτω από το κρεβάτι.
Ακόμη πρέπει να βρίσκονται εκεί.
Το βράδυ
ανάβαμε το φως της αυλής.
Τα έντομα έπεφταν επάνω του
με μια αποφασιστικότητα
που αργότερα αναγνώρισα
στους ερωτευμένους,
στους επαναστάτες – ω –
και στους ασθενείς.
Το χωριό κοιμόταν.
Από μακριά ακούγονταν τα τρένα.
Κάθε τρένο
μετέφερε κάποιους αλλού.
Κανείς δεν γνώριζε πού ακριβώς.
Αυτή είναι μια χρήσιμη περιγραφή
και για τη ζωή.
Μια μέρα
η θεία Ελένη πέθανε.
Ο σκύλος έμεινε τρεις ώρες
μπροστά στην πόρτα της.
Κανείς δεν μίλησε γι’ αυτό.
Οι μεγάλοι είχαν άλλες δουλειές.
Έπρεπε να οργανωθεί η λύπη.
Να έρθουν οι καρέκλες.
Να βρεθούν τα μαύρα ρούχα.
Να βραστεί ο καφές.
Να μεταφερθεί ο νεκρός
από την πραγματικότητα
στην αφήγηση.
Χρόνια αργότερα
το χωριό άδειασε.
Το ποτάμι έμεινε.
Τα δέντρα έμειναν.
Οι τάφοι επίσης.
Μερικά σπίτια συνέχισαν να παραμένουν
με ανοιχτά παράθυρα
παρότι μέσα
δεν κατοικούσε πια κανείς.
Κι αυτό,
αν με ρωτούσαν,
είναι ο ακριβέστερος ορισμός της ψυχής.
Ένα φωτισμένο δωμάτιο
που εξακολουθεί να περιμένει
εκείνους που έφυγαν
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


