Ο Γιάννης Αντετονκούνμπο επιλέχθηκε στο Νο 15 του ντραφτ από τους Bucks και ετοιμάζεται να ζήσει το όνειρό του. Πριν από αυτόν όμως υπήρξαν και άλλοι συμπατριώτες μας που αγωνίστηκαν στο ΝΒΑ. Από τον Ρεντζιά, στον Φώτση και από τον Σπανούλη στον Κουφό.

Ads
 
Η αλήθεια είναι ότι με βάση τις επιτυχίες που έχει προσφέρει το ελληνικό μπάσκετ στο κοινό του, θα περίμενε κανείς ότι θα είχαν αγωνιστεί περισσότεροι Έλληνες παίκτες στο ΝΒΑ. Είτε πάντως από επιλογή, είτε επειδή οι συγκυρίες δεν το επέτρεψαν, οι Έλληνες παίκτες που έχουν αγωνιστεί στο καλύτερο Πρωτάθλημα του κόσμου δεν φτάνουν καν σε διψήφιο αριθμό. Και όλα αυτά, γυρνώντας τον χρόνο (πολύ) πίσω.
 
Με αφορμή πάντως την επιλογή του Γιάννη Αντετοκούνμπο στο Νο 15 του ντραφτ από τους Bucks (η υψηλότερη θέση που έχει βρεθεί ποτέ Έλληνας παίκτης), το NBA Greece αποφάσισε να σκαλίσει το παρελθόν και να παρουσιάσει τους Έλληνες παίκτες που άνοιξαν τον δρόμο στον άλλοτε παίκτη του Φιλαθλητικού. Από τον… Λου Τσιωρόπουλο μέχρι τον Κώστα Κουφό που πλέον αγωνίζεται στους Grizziles.

Ένας Έλληνας στους Celtics
 
Δεν έπαιξε μπάσκετ στην Ελλάδα, δεν ήταν σταρ, ήταν ωστόσο μέλος μίας ιστορικής ομάδας. Ο λόγος για τον Λου Τσιωρόπουλο, ο οποίος στο μακρινό 1953, όταν επιλέχθηκε από τους Celtics στον έβδομο γύρου του ντραφτ, απέδειξε ότι… όποια πέτρα κι αν σηκώσεις θα βρεις έναν Έλληνα από κάτω!
 
Ο Τσιωρόπουλος ήταν απόφοιτος του κολεγίου του Kentucky – όντας μάλιστα πολύ καλός παίκτης σε κολεγιακό επίπεδο με τη φανέλα του να έχει αποσυρθεί από το κολέγιο – ωστόσο κάποια σκάνδαλα που έγιναν στο κολέγιό του την δεκαετία του 50’, που οδήγησαν στην τιμωρία του Kentucky, είχαν ως αποτέλεσμα να επιλεγεί στο ντραφτ του 1953, αλλά να μείνει στο κολέγιο για έναν ακόμα χρόνο και τελικά να πάει στο ΝΒΑ το 1956.
 
Στην Βοστώνη ο Τσιωρόπουλος ήταν το μπακ-απ του Θρυλικού Tom Heinshon για τρία χρόνια (από το 1956 έως το 1959), κατακτώντας μάλιστα δύο Πρωταθλήματα με τους Κέλτες, το 1957 και το 1959. Η σεζόν 1958/59 ήταν και η τελευταία του στο ΝΒΑ, αφού ο Τσιωρόπουλος αναγκάστηκε να σταματήσει το μπάσκετ λόγω ενοχλήσεων στη μέση, με τον Ελληνοαμερικανό φόργουορντ να ταξιδεύει έκτοτε ως εκπρόσωπος των ΗΠΑ σε Ιραν και Ελλάδα για να διδάξει μπάσκετ σε παιδιά. Ολοκλήρωσε έτσι μία καριέρα όπου είχε 5.8 πόντους και 4.8 ριμπάουντ μέσο όρο σε 19 λεπτά συμμετοχής, παίρνοντας μέρος σε 157 αγώνες.
 
 
Από την ΑΕΚ στους Suns
 
Ο Ιάκωβος Τσακαλίδης έγινε πριν από 13 χρόνια ο πρώτος Έλληνας της σύγχρονης εποχής που αγωνίστηκε στο ΝΒΑ. Έχοντας τραβήξει πάνω του όλα τα βλέμματα χάρη στις εμφανίσεις του με την ΑΕΚ, ο θηριώδης σέντερ μπήκε στο ντραφτ του 2000 με υψηλές βλέψεις. Το μπέρδεμα που είχε δημιουργηθεί όμως με το συμβόλαιό του στην ΑΕΚ είχε ως αποτέλεσμα να πέσει στο Νο 25 του ντραφτ, όντας επιλογή των Phoenix Suns.
 
Στο Phoenix ο Τσακαλίδης έμεινε τρεις σεζόν, με καλύτερη σεζόν της καριέρας του να είναι η δεύτερη (2001/02) όταν και είχε 7.3 πόντους, 5.6 ριμπάουντ και 1 κόψιμο μέσο όρο σε 23.6 λεπτά συμμετοχής. Όσο περνούσε πάντως ο καιρός ο ρόλος του Τσακαλίδη μειωνόταν, με τους Suns να τον παραχωρούν στους Grizzlies λίγο πριν την έναρξη της σεζόν 2003/04, με τον Έλληνα σέντερ να μένει άλλες 2 ½  σεζόν στο Memphis, πριν παραχωρηθεί εκ νέου με ανταλλαγή στους Rockets στα μέσα στης σεζόν 2006/07, όπου και ολοκλήρωσε την καριέρα του στο ΝΒΑ, πριν επιστρέψει στην Ευρώπη σε ηλικία 28 ετών.
 
 
Ο Μπάτμαν στο Memphis
 
Ο Αντώνης Φώτσης θεωρείτο ένα από τα σπουδαιότερα ταλέντα που εμφανίστηκαν στο Ευρωπαϊκό μπάσκετ πριν από μία 15ετία, με πολλούς να βάζουν το όνομά του στην ίδια πρόταση με αυτό του Andrei Kirilenko και του Bostian Nachbar. O νυν παίκτης του Παναθηναϊκού κυριαρχούσε στις μικρές ηλικίες, ενώ όταν ακόμα ήταν έφηβος είχε συμβάλει σημαντικά στην κατάκτηση της Ευρωλίγκας από τον Παναθηναϊκό το 2000.
 
Το 2001 μάλιστα δήλωσε διαθεσιμότητα στο ντραφτ, με τους Grizzlies να τον επιλέγουν στο Νο 47 και τον ίδιο να επιλέγει να κάνει αμέσως το άλμα για το ΝΒΑ. Στο Memphis ωστόσο είχε την ατυχία να πέσει πάνω στον Pau Gasol, ο οποίος είχε επιλεγεί στο Νο3 του ίδιου ντραφτ, αλλά και τον Shane Battier, τον οποίοι οι Αρκούδες είχαν επιλέξει στο Νο 6.
 
Όλα αυτά, αλλά και το γεγονός ότι τότε ο Φώτσης δεν ήταν ακόμα αγωνιστικά έτοιμος για το μεγάλο άλμα, είχαν ως αποτέλεσμα να αγωνιστεί μόλις σε 28 αγώνες, σημειώνοντας συνολικά 108 πόντους (3.9 μέσο όρο) και μαζεύοντας 62 ριμπάουντ (2.2 μέσο όρο), με το ρεκόρ καριέρας του να είναι οι 21 πόντοι που σημείωσε κόντρα στους Magic στις 19 Ιανουαρίου 2002, στην ήττα της ομάδας του με 119-103.
 
Όταν μάλιστα η σεζόν ολοκληρώθηκε, ο Φώτσης επέλεξε να επιστρέψει στην Ευρώπη, όπου και εξελίχθηκε σε έναν από τους καλύτερους πάουερ φόργουορντ του Ευρωπαϊκού μπάσκετ την τελευταία δεκαετία.
 
 
Ένα άλμα που άργησε να γίνει
 
Αν υπάρχει ένας παίκτης στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ που ξέρει πώς είναι να πέφτουν τα μάτια όλου του μπασκετικού κόσμου πάνω του, αυτός είναι φυσικά ο Ευθύμης Ρεντζιάς.
 
Ο Τρικαλινός παλαίμαχος σέντερ θεωρείτο (χωρίς υπερβολή) το μεγαλύτερο ταλέντο στον κόσμο το καλοκαίρι του 1995, όταν μαζί με τον Δημήτρη Παπανικολάου, τον Μιχάλη Κακιούζη και τους άλλους έφηβους οδηγούσαν την Ελλάδα στην κορυφή του κόσμου στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα εφήβων της Αθήνας. Έναν χρόνο αργότερα μάλιστα επιλέχθηκε στο Νο 23 του ντραφτ από τους Nuggets.
 
Την απόφαση πάντως να πάει στο ΝΒΑ θα την έπαιρνε πολύ αργότερα, προτιμώντας να παίξει μερικά χρόνια στην Ευρώπη πριν αποφασίσει να κάνει το υπερατλαντικό ταξίδι. Τελικά, την σεζόν 2002/03, έξι χρόνια μετά την επιλογή του στο ντραφτ, θα πήγαινε στο ΝΒΑ για χάρη των Philadelphia 76ers, οι οποίοι είχαν αποκτήσει πλέον τα δικαιώματά του.
 
Όντας πλέον 27 ετών, ο Ρεντζιάς δυσκολεύτηκε να βρει θέση στο rotation των 76ers, που στις θέσεις των ψηλών είχαν εκείνη την σεζόν τους Derrick Coleman, Kenny Thomas, Keith Van Horn, Tod MacCulloch και Brian Skinner, με αποτέλεσμα να αγωνιστεί μόλις σε 35 αγώνες, έχοντας 1.5 πόντους και 0.7 ριμπάουντ μέσο όρο σε 4.1 λεπτά συμμετοχής, έχοντας ως ρεκόρ καριέρας τους 9 πόντους που σημείωσε σε έναν αγώνα με τους Nets στις 5 Φεβρουαρίου 2003.
 
Είχε πάντως την τύχη να βρίσκεται στο παρκέ στον τελευταίο αγώνα του Michael Jordan στις 16 Απριλίου 2003, όταν οι Sixers επικράτησαν των Wizards με 107-87 στην Philadelphia.
 
 
Με το σπαθί του
 
Ο Ανδρέας Γλυνιαδάκης είναι η απόδειξη ότι αν ένας παίκτης βάλει το κεφάλι κάτω και δουλέψει σκληρά, τότε μπορεί να καταφέρει τα πάντα.
 
Στο ντραφτ του 2003, ένα από τα καλύτερα στην ιστορία του ΝΒΑ, όλη η Ελλάδα είχε τα μάτια της στραμμένα στον Σοφοκλή Σχορτσανίτη, ο οποίος είχε δηλώσει διαθεσιμότητα και τελικά επιλέχθηκε στο 34 από τους Clippers. Λίγο πριν από το τέλος της διαδικασίας ωστόσο, στο Νο 58, έγινε γνωστό ότι οι Pistons επέλεξαν τον Κρητικό σέντερ, σε μία κίνηση που παραξένεψε τότε πολλούς.
 
Μπορεί πολλοί να μην του έδιναν πιθανότητες, ωστόσο ο Γλυνιαδάκης πίστεψε στον εαυτό του, ακολουθώντας μάλιστα τον δύσκολο δρόμο, αφού αποφάσισε να αγωνιστεί στο Πρωτάθλημα της D-League, τόσο την σεζόν 2005/06 όσο και την σεζόν 2006/07, απορρίπτοντας εκείνη την περίοδο αρκετές προτάσεις από Ελληνικούς συλλόγους. Και τελικά έμελε να δικαιωθεί, με τους Seattle Supersonics να τον καλούν να αγωνιστεί σε αυτούς στο ξεκίνημα της σεζόν 2006/07.
 
Ο Κρητικός σέντερ έκανε το ντεμπούτο του στο ΝΒΑ στις 10 Νοεμβρίου 2006, σε έναν αγώνα με τους Bobcats, ενώ συνολικά αγωνίστηκε σε 13 αγώνες (4 ως βασικός), κάνοντας ρεκόρ καριέρας με 8 πόντους σε έναν αγώνα με τους Grizzlies στις 18 Δεκεμβρίου 2006.
 
 
Ρουκέτα ο V-Span
 
Ο MVP των δύο τελευταίων Final-4 της Ευρωλίγκας έχει δοκιμάσει και αυτός την τύχη του στο ΝΒΑ πριν από μερικά χρόνια. Ο Λαρισαίος γκαρντ επιλέχθηκε στο Νο 50 του ντραφτ του 2004 από τους Mavericks, οι οποίοι την ίδια μέρα παραχώρησαν με ανταλλαγή τα δικαιώματά του στους Rockets.
 
Δύο χρόνια αργότερα, την σεζόν 2006/07, ο Σπανούλης θα αποφάσιζε να κάνει το υπερατλαντικό ταξίδι, υπογράφοντας συμβόλαιο με τους Rockets. Τα πράγματα ωστόσο δεν πήγαν όπως τα υπολόγιζε ο διεθνής γκαρντ, που βρέθηκε στην άκρη του πάγκου του Houston, πίσω από τους Tracy McGrady, Rafer Alston, Luther Head και John Lucas.
 
Ο V-Span κατάφερε να πατήσει παρκέ μόλις σε 31 παιχνίδια, έχοντας 2.7 πόντους και 0.9 ασίστ μέσο όρο σε 8.8 λεπτά συμμετοχής, ενώ προς το τέλος της σεζόν είδε και τον Τσακαλίδη να έρχεται στην ομάδα, στην πρώτη φορά στην ιστορία του ΝΒΑ που δύο Έλληνες ήταν συμπαίκτες σε μία ομάδα. Το ρεκόρ καριέρας του Σπανούλη ήταν οι 13 πόντοι, επίδοση που κατάφερε δύο φορές (κόντρα στους Warriors στις 12 Μαϊου 2006 και τους Jazz στις 18 Απριλίου 2007).
 
Όταν ολοκληρώθηκε η σεζόν, οι Rockets τον παραχώρησαν στις 12 Ιουλίου 2007 με ανταλλαγή στους Spurs, παρέα με ένα μελλοντικό ντραφτ πικ δεύτερου γύρου, για χάρη του Luis Scola. Παρά όμως τις προσπάθειες των Ιθυνόντων του San Antonio, αλλά και του Tony Parker, να τον πείσουν να μείνει στο ΝΒΑ, ο διεθνής γκαρντ ζήτησε να αποδεσμευτεί για να επιστρέψει στην Ευρώπη, με τους Spurs να σέβονται την επιθυμία του.
 
 
Βρήκε τον δρόμο του
 
Ήταν το καλοκαίρι του 2007 όταν ο Κώστας Κουφός τρέλανε τους Έλληνες φίλους του μπάσκετ όταν οδήγησε την Εθνική Εφήβων μέχρι τον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος στην Ισπανία, αναδεικνυόμενος MVP του τουρνουά. Έναν χρόνο αργότερα – και έπειτα από μία καλή σεζόν στο Ohio State, θα επιλεγόταν στο Νο 23 του ντραφτ από τους Utah Jazz.
 
Η προσαρμογή του Κουφού στο ΝΒΑ δεν ήταν εύκολη, αφού στην Utah δεν είχαν ούτε τον χρόνο, αλλά ούτε και την διάθεση να δουλέψουν μαζί του, αφού στις θέσεις των ψηλών υπήρχαν ήδη οι Carlos Boozer, Paul Millsap και Mehmet Okur, ενώ τον ξεπέρασε στο rotation της ομάδας και ο Kyrylo Fesenko. Έπειτα από 2 μέτριες σεζόν στους Jazz, όπου είχε μόλις 3.3 πόντους και 2.2 ριμπάουντ μέσο όρο, ο Κουφός παραχωρήθηκε με ανταλλαγή στους Wolves. Ούτε στη Minnesota όμως έμελε να μείνει, αφού μερικούς μήνες αργότερα οι Λύκοι θα τον έστελναν στους Nuggets.
 
Στο Denver ο Ελληνοαμερικανός σέντερ έβαλε το κεφάλι κάτω και συνέχισε να δουλεύει, περιμένοντας την ευκαιρία του για σχεδόν ενάμισι χρόνο. Και την σεζόν 2012/13 ήρθε η δικαίωση, αφού ο George Karl τον έχρισε βασικό, με τον Κουφό να έχει 8 πόντους, 6.9 ριμπάουντ και 1.3 κοψίματα μέσο όρο σε 22.4 λεπτά συμμετοχής, παίρνοντας μέρος σε 81 αγώνες.
 
Η απομάκρυνση του Karl πάντως σήμανε και την αποχώρηση του διεθνή σέντερ από την ομάδα, με τους Nuggets να τον στέλνουν στους Grizzlies για χάρη του Darrell Arthur, με τον Κουφό να καλείται πλέον να κάνει ένα νέο ξεκίνημα την καριέρα του.

Πηγή: sport 24

Ads