Το τέλος ενός κοπιαστικού ταξιδιού, η κατάληξη μιας περιπέτειας, θα πρέπει – μάλλον- να συνοδεύεται και από κάτι το εντυπωσιακό, κάτι σαν ανταμοιβή, κάτι που θα είναι η δίκαιη αποζημίωση για τον κουρασμένο ταξιδιώτη.
Ένα ταξίδι στο Θιβέτ και στις ορεινές ερήμους του είναι ίσως μία πρόκληση για οποιονδήποτε ταξιδιώτη, σε οποιαδήποτε εποχή, ακόμα και στο σήμερα, με τα εξελιγμένα συγκοινωνιακά και γνωστικά μέσα που διαθέτουμε.
Τα αμέτρητα χιλιόμετρα, η γεωγραφική απομόνωση, η άγονη ορεινή γη, οι ανοιχτοί αλλά ατελείωτοι ορίζοντες, τα ελάχιστα χωριά και η μηδαμινή ανθρώπινη παρουσία, οι επιπρόσθετες δυσκολίες λόγω του κρύου και της αραιής ατμόσφαιρας, όλα αυτά μαζί, στοιχειώνουν τα σχέδια του οποιουδήποτε οδοιπόρου θέλει να δει κάτι περισσότερο ή να μείνει λίγο παραπάνω στην ιερή και ανυπέρβλητη γη του Θιβέτ.
Κάνοντας ένα σύντομο πέρασμα από τη μακρινή αυτή γη, περιηγούμενοι στο κεντρικό Θιβέτ, στις γυμνές βουνοπλαγιές, στις ιερές λίμνες και στα ατέλειωτα βοσκοτόπια με τα μαλλιαρά γιακ και τα χωράφια με το πολύτιμο κριθάρι, ήρθαμε ξανά, ως ταξιδιώτες κι αναγνώστες, αντιμέτωποι με την υπέροχη, όσο και απίστευτη ιστορία ενός Ιησουίτη που κατάφερε κι έφτασε ως εκεί, πολύ παλιότερα.
Περίπου 300 χρόνια πριν, στις αρχές του 18ου αιώνα, ένας Ιταλός, οπλισμένος με γνώσεις, με πίστη, με πείσμα και κουράγιο, πραγματοποίησε ένα αναπάντεχο και επιτυχημένο ταξίδι στις δυσπρόσιτες στέπες και τους χιονισμένους αυχένες των βουνών.
Ξεκίνησε από την πατρίδα του, από την Ευρώπη, ταξίδεψε με πλοίο από την Πορτογαλία, περιέπλευσε την Αφρική, έφτασε στην Γκόα, στην Αραβική Θάλασσα και από κει, μέσα από χίλιες δύο δυσκολίες, κινήθηκε προς την κεντρική Ινδία. Αρχικά δεν ταξίδευε μόνος του, είχε τη στήριξη και τη χρηματοδότηση της Εκκλησίας και θα συνοδευόταν από έναν Πορτογάλο Ιησουίτη, έμπειρο και πρεσβύτερο. Έμειναν οι δύο τους για μερικούς μήνες στην Άγκρα, μέχρι να μπορέσουν να οργανώσουν το ταξίδι τους στα ενδότερα και διαλέγοντας μια ομάδα ικανών αχθοφόρων – ιχνηλατών.

Επόμενος σταθμός των ιεραποστόλων, μετά τις μεγάλες πόλεις με τα περίτεχνα τζάμια της Βόρειας Ινδίας, ήταν το Κασμίρ των Σιιτών και ύστερα το βουδιστικό Λαντάκ, ένα βασίλειο κρυμμένο πίσω από απότομες βουνοπλαγιές. Από εκεί και πέρα, οι δυσκολίες πολλαπλασιάστηκαν, καθώς ο δρόμος τούς ήταν άγνωστος.
Για ατέλειωτες εβδομάδες, μέσα σε συνθήκες ακραίου ψύχους, μέσα από χιόνια, θύελλες και χαράδρες, οι δύο μοναχοί, μαζί και με ελάχιστους ντόπιους βαστάζους, ήρθαν πολλές φορές αντιμέτωποι με την απόλυτη απελπισία, το φόβο της επιβίωσης και την συντριπτική απογοήτευση.
Είναι το συναίσθημα του ταξιδιώτη που καταλαβαίνει ότι το σώμα του δεν μπορεί να προχωρήσει περισσότερο και αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται μπροστά στην κρίσιμη απόφαση της οριστικής εγκατάλειψης και επιστροφής. Η Φύση και τα φαινόμενά της μπορούν να αποθαρρύνουν και τον πιο ισχυρό και τον πιο επίμονο, όταν σε κάθε ασταθές βήμα στα ορεινά, παραμονεύει ο θάνατος…
Κι όμως, ο Ιταλός Ιησουίτης μαζί με τον Πορτογάλο συνοδοιπόρο του, τα κατάφεραν. Όπως ο ίδιος γράφει στα βιβλία του, ο Θεός τους έστειλε μια απροσδόκητη βοήθεια, σε μια στιγμή που η αποστολή έμοιαζε χαμένη και καταδικασμένη. Και ποια ήταν η βοήθεια που έστειλε ο καλός Θεός σε δυο καθολικούς μοναχούς, στα βάθη της Ασίας; Μία γυναίκα! Αυτό τους έστειλε! Αυτή ήταν η σωτηρία τους και μάλιστα ήταν μια γυναίκα ευγενής και πλούσια, με μογγολική – ταταρική καταγωγή…
Ναι, στη μέση του πουθενά, στη σκιά των Ιμαλαΐων, μέσα στις ατέλειωτες ερήμους, κάπου εκεί, ανάμεσα στο Λαντάκ και στο Δυτικό Θιβέτ, στα μονοπάτια της απελπισίας και στα περάσματα του θανάτου, σε ένα ξεχασμένο από τον Θεό φρούριο, εκεί, οι δύο Ιησουίτες μοναχοί συνάντησαν μία χήρα.
Μία χήρα την οποία περιτριγύριζαν και προστάτευαν δεκάδες πάνοπλοι Μογγόλοι στρατιώτες. Ένα συναπάντημα από τα πολύ περίεργα, από τα πλέον αταίριαστα και απροσδόκητα. Αυτό που ένας άνθρωπος πιστός θα ονόμαζε, χωρίς αμφιβολία, “δώρο Θεού”.
Οι δύο μοναχοί κατάφεραν και ήρθαν σε επαφή μαζί της άμεσα. Αυτή η γυναίκα ήταν καλόκαρδη και προσηνής, η ζωή μάλλον της είχε χαρίσει πλούτη, άνεση, αλλά κυρίως σοφία. Είχε χάσει τον άντρα της δύο χρόνια πριν και ετοιμαζόταν, μαζί με τη στρατιωτική της συνοδεία, να αποχωρήσει από τη γη του Θιβέτ και να συνεχίσει τη ζωή της κάπου αλλού, πιο μακριά, μιας και ο ρόλος της είχε ολοκληρωθεί. Μέρος αυτής της επιστροφής και αποχώρησης ήταν και το πέρασμά της από το όρος Καϊλάς, το ιερό προσκύνημα στο Δυτικό Θιβέτ.

Αυτή λοιπόν η γυναίκα -πρόθυμα- προσέφερε άσυλο και βοήθεια στους δύο μοναχούς οι οποίοι είχαν βρεθεί στα όρια της απελπισίας. Τους έδωσε προμήθειες και τους βοήθησε να βρουν το δρόμο τους. Ταξίδεψαν μαζί της για μερικές εβδομάδες και εν τέλει τους οδήγησε στη γη του Σιγκατσέ, στο κεντρικό Θιβέτ.
Εκεί είδαν για πρώτη φορά τα μεγάλα Τζονγκ (Dzong), τα Καστρομονάστηρα, τις Καστροπολιτείες, τα ισχυρά αυτά οικοδομήματα που πάντοτε αντικρίζουν το Νότο και ορθώνονται προς τον καθαρό ουρανό του οροπεδίου. Τα ισχυρά αυτά φρούρια είναι η ίδια η ταυτότητα του φεουδαρχικού Θιβέτ, τα κτίρια τα οποία ενώνουν και συμπυκνώνουν, πίσω από τους πέτρινους, απόρθητους τοίχους τους, τη θρησκευτική με την κοσμική εξουσία.
Το Μάρτιο του 1716, μετά από τρια και πλέον χρόνια περιπετειών και ταξιδιών, μετά από αμέτρητες βουνοκορφές, απίστευτες δυσκολίες, επικίνδυνα περάσματα, ανύπαρκτες και εύθραυστες γέφυρες, ανυπέρβλητα εμπόδια, πολλούς κινδύνους, περισσότερους εχθρούς, ελάχιστους συνοδοιπόρους, οι δύο μοναχοί έφτασαν στη Λάσα.
Ας φανταστούμε τη συγκίνηση δύο ανθρώπων που προέρχονταν από μια τόσο διαφορετική κουλτούρα και από τόσο μακριά, να αντικρίζουν, ανεβαίνοντας από την κοιλάδα του ποταμού προς τα βραχώδη βουνά, λίγο πιο βόρεια, το λόφο όπου βρίσκεται το υπέρλαμπρο παλάτι: Η Ποτάλα, η λευκή και η κόκκινη.

Ένα τεράστιο πέτρινο παραλληλόγραμμο ακουμπισμένο από τον άνθρωπο πάνω σε έναν κοκκινωπό, βραχώδη λόφο.
Μία βάση με μήκος 400 μέτρα και πλάτος 350 μέτρα. Μία κλιμακωτή κατασκευή με πανίσχυρα τείχη πλάτους 5 μέτρων στη βάση τους, στα οποία -μάλιστα- έχει χυθεί και χαλκός για να τα προστατεύει από τους σεισμούς και από τα ρήγματα.
Δεκατρείς όροφοι, αναρίθμητα παράθυρα και δωμάτια, κλιμακοστάσια και μπαλκόνια που κοιτάζουν προς την κοιλάδα όπου γεννιέται ο Βραχμαπούτρα και χαιρετούν από μακριά τα Ιμαλάια.
Δεν υπάρχει μέρος πιο επιβλητικό, πιο στιβαρό από την ίδια του τη θέση, πιο σταθερό, πάνω σε θεμέλια από πέτρα και πίστη.
Και μέσα του τόσα μυστικά και τόσα μέρη άδυτα, ναοί σκοτεινοί με είδωλα αρχαία, μυρωδιές από βούτυρο γιακ και από τσάι, ήχοι από καμπάνες και μεταλλικά κρόταλα, δώρα φαγώσιμα και ταπεινά από τους πιστούς, άνθρωποι να σέρνονται και να γίνονται ένα με το έδαφος για να δείξουν την απόλυτη υποταγή στην πίστη τους, καραβάνια από φτωχούς προσκυνητές που ήρθαν από μια επαρχία μακρινή, φορώντας κόκκινες κορδέλες στα μαλλιά τους, λίγο πιο εκεί και ζητιάνοι, και πιο κάτω οι έμποροι και οι τεχνίτες που φτιάχνουν χάλκινα σκεύη και μικρά δοχεία προσφορών και οι μοναχοί να περπατούν ή να στέκονται, να περιμένουν, να απαγγέλλουν, να κοιτούν το φως του ουρανού ή τις λιγες χάντρες στο κομποσκοίνι στα χέρια τους…

Η Ποτάλα, το παλάτι του φωτός. Η λευκή Ποτάλα των πολλών στρατιωτών, των Τατάρων φρουρών, της ισχυρής εξουσίας, του φεουδαρχικού ελέγχου. Η κόκκινη Ποτάλα στα ενδότερα, η πολύτιμη, η χρυσή, η κρυμμένη, η Ποτάλα της πίστης, των αμέτρητων βωμών, των θυμιαμάτων, των χιλιάδων αγαλμάτων, της χλιδής, του μυστηρίου, των προσκυνητών, των ατελείωτων ψαλμωδιών και των ιερωμένων…
Ήταν απόλυτη η έκπληξη, ο ενθουσιασμός, αλλά και το δέος που ένιωσαν οι δύο μοναχοί όταν αντίκρυσαν όλα αυτά, ένα παλάτι δίχρωμο, κατάλευκο και κατακόκκινο το οποίο είχε κτιστεί μόλις λίγα χρόνια πριν, από το 1645 και ύστερα, όταν η Λάσα έγινε σημείο ενοποίησης της εξουσίας, υπό τον Δαλάι Λάμα.
Παρά το δέος και τη συγκίνηση, ο ένας εκ των δύο μοναχών, ο πρεσβύτερος, ο Πορτογάλος, είχε φτάσει πλέον στα όρια της αντοχής του. Το σώμα και το μυαλό του είχαν ήδη αναχωρήσει για τον πιο φιλόξενο Νότο. Έμεινε ελάχιστα εκεί στα ορεινά. Δεν δέχτηκε να χαρεί το τελείωμα του ταξιδιού του, δεν πήρε το δώρο που του δόθηκε. Έφυγε πολύ πιο γρήγορα, μέσα από τον πιο γνωστό και σίγουρο δρόμο του Νεπάλ και από κει, μέσα από τις κοιλάδες των ποταμών, πάλι πίσω, προς την Ινδία.
Ο άλλος όμως, ο πιο επίμονος, ο πιο νέος, ο Ιταλός, έμεινε, ενθουσιάστηκε.
Αυτή η πρώτη ματιά που έριξε στο παλάτι του φωτός, στην Ποτάλα, τον είχε αλλάξει, δεν θα μπορούσε ίσως να γίνει αλλιώς. Αυτό το ισχυρό, διαχρονικό, πέτρινο σύμβολο εξουσίας και πίστης που ορθώνεται προς τον αμόλυντο ουρανό, τον είχε συνεπάρει. Αυτός, γύρω στα 30 του τότε, σε μια ηλικία που το κίνητρο της γνώσης έδινε φτερά στα πόδια του και κουράγιο στο μυαλό του, επέμεινε και συνέχισε.
Πολύ σύντομα, όπως αναμενόταν, τον κάλεσαν οι Τάταροι φρουροί του Δαλάι Λάμα και του ζήτησαν εξηγήσεις. Γιατί είχε πάει εκεί, ποιος ήταν, τι δουλειά έκανε, τι έψαχνε. Όλοι τους εντυπωσιάστηκαν με τα όσα άκουσαν για το ταξίδι και την πορεία του.

Αυτός ο νέος μιλούσε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Είχε μάθει ακόμα και θιβετιανά, μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Χειριζόταν άνετα τις γλώσσες της Ινδίας και της Περσίας και μιλούσε για έναν άγνωστο θεό, επέμενε να κηρύττει την τόσο μακρινή κι εξωτική του πίστη που όμως είχε πολλές κοινές φιλοσοφικές ανησυχίες με αυτές των βουδιστών.
Τον δέχτηκαν με σεβασμό, γιατί φάνηκε ότι η γνώση είναι τελικά πιο ισχυρή από κάθε διαβατήριο και πιο διεισδυτική από κάθε πολεμική μηχανή. Και μόνο το γεγονός ότι είχε καταφέρει να φτάσει έως εκεί, μετά από ένα τέτοιο πνευματικό οδοιπορικό, τον έκανε στα μάτια των ντόπιων άξιο και αποδεκτό.
Αυτός ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος, ο οποίος έμεινε στη Λάσα για μια συνεχόμενη περίοδο, για λίγα χρόνια. Εγκαταστάθηκε εκεί, όχι από συμφέρον, αλλά ως ειλικρινής υπηρέτης της δικής του πίστης και κυρίως ως εραστής της πραγματικής γνώσης.
Δίδαξε και διδάχτηκε, έγραψε θρησκευτικά κείμενα σε μορφή στίχων, συμμετείχε σε πολλές θρησκευτικές ακροάσεις με τους ντόπιους λάμα και κέρδισε το σεβασμό τους.

Καταφύγιό του εγινε το μοναστήρι Σέρα, σε μια πλαγιά, πολύ κοντά στην Λάσα. Έμεινε κλεισμένος για πολύ καιρό στις βιβλιοθήκες και τα αρχεία του ησυχαστηρίου αυτού και κατάφερε κι έμαθε την αρχαία θιβετιανή γλώσσα. Υπήρξε επίσης αυτόπτης μάρτυρας της περίφημης πρακτικής της έκθεσης των νεκρών στα όρνια.
Πρόκειται για μια θιβετιανή αρχαία παράδοση που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, σε μέρη κρυφά και δυσπρόσιτα και σηματοδοτεί την κάθαρση και την άνοδο στον ουρανό. Οι νεκροί δεν θάβονται, παρά αφήνονται βορά και λεία για τα αγρίμια που είναι οι απεσταλμένοι των Θεών.
Στη Σέρα ο Ιησουίτης πήρε μέρος στους φιλοσοφικούς διαλόγους, σε αυτή τη μέθοδο διαλεκτικής θεολογίας που ακολουθούν ακόμα και σήμερα σε αυτόν τον ιερό τόπο, σχεδόν καθημερινά.
Όταν μίλησε στους βουδιστές για το συμβολικό μυστήριο της θείας κοινωνίας, αυτοί του έκαναν την τιμή να τον μυήσουν σε ένα δικό τους μυστήριο: μέσα σε μια περίτεχνη “καπάλα”, μια κούπα φτιαγμένη από ανθρώπινο κρανίο και ντυμένη με ασήμι και πετράδια, έβαλαν ένα ποτό μαζί με ζύμη σε μορφή ματιών και τον οδήγησαν στο πιο σκοτεινό, στο πιο μυστικό, στο πιο απόκρυφο από τα παρεκκλήσια τους, δίπλα στη μεγάλη αίθουσα των προσευχών.
Εκεί, ψέλνοντας και χτυπώντας ρυθμικά ένα μεγάλο τύμπανο, του έδειξαν πώς κάνουν τις χοές και τις προσφορές εξευμενισμού προς τις οργισμένες θεότητες, προς τους τερατόμορφους αλλά δίκαιους “προστάτες”.
Προσέφεραν “αίμα και σώμα”, κρασί και αλεύρι, βούτυρο και σπόρους από κριθάρι προς τις φιγούρες εκείνες με το θυμωμένο, κόκκινο πρόσωπο που είναι στολισμένες με κρανία και όπλα φωτιάς και πόνου… Ήταν η δική τους προσφορά κάθαρσης και δικαιοσύνης προς τα πνεύματα που θα αποδώσουν την ισορροπία, την προστασία και την εύλογη εκδίκηση… και ο χριστιανός ιεραπόστολος θαύμασε το ύφος και τον τρόπο αυτών των τελετουργιών και διέκρινε πολλές ομοιότητες ανάμεσα στους δύο τόσο μακρινούς θεολογικούς κόσμους.
Από τη Λάσα, ο ιεραπόστολος αναγκάστηκε τελικά να φύγει, λόγω των πολέμων που ξέσπασαν λίγο αργότερα, στα τέλη του 1717, αλλά και λόγω της διαμάχης που προέκυψε με τους Καπουτσίνους που ήθελαν και αυτοί να έχουν ιεραποστολική παρουσία στην περιοχή.
Ο Ιησουίτης διατάχθηκε να αποχωρήσει οριστικά από το Θιβέτ το 1721.
Συνέχισε το έργο του στην Ινδία, έμαθε κι άλλες γλώσσες, έκανε ακόμα πιο πολλές μεταφράσεις… Στο οροπέδιο όμως δεν επέστρεψε ποτέ, έκτοτε, παρότι ένα κομμάτι της ψυχής του και της νεανικής γνώσης του είχε μείνει για πάντα εκεί.
Το Θιβέτ τότε άλλαζε, τα πράγματα έπαιρναν μια άλλη τροπή, ξανά, όπως συνήθως μας δείχνει η Ιστορία… Ήταν η εποχή κατά την οποία η κινεζική διοίκηση, η δυναστεία των Τσινγκ, θέλησε να ασκήσει άμεσα την εξουσία της στο Θιβέτ και κατέλυσε την προηγούμενη στρατιωτική διοίκηση των Μογγόλων (Τζουνγκάρων). Οι Κινέζοι διόρισαν έναν νέο Δαλάι Λάμα της αρεσκείας τους και εγκαθίδρυσαν μια νέα πολιτική πραγματικότητα που θα διαρκούσε στην περιοχή ως τις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο Ιησουίτης αυτός ταξιδευτής, πρωτοπόρος και προπομπός, άνοιξε έναν δρόμο που προηγουμένως δεν υπήρχε. Άνοιξε ένα βιβλίο που δεν είχε ποτέ έως τότε διαβαστεί. Θεωρείται δικαίως ως ο πρώτος φωτισμένος άνθρωπος, ο πρώτος λόγιος, που μετέφερε στην Ευρώπη τις διδαχές, την ταυτότητα και τις ρίζες του Θιβετιανού Βουδισμού. Αυτός ήταν ο Ιππόλυτος Ντεζιντέρι (Ippolito Desideri 1684 – 1733), ο Ιταλός Ιησουίτης μοναχός από την Πιστόια της Ιταλίας, που πραγματοποίησε ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα ταξίδια στην Κεντρική Ασία και στο Θιβέτ, στις αρχές του 18ου αιώνα. Ο Ευρωπαίος που άνοιξε την πύλη του Θιβέτ προς τον έξω κόσμο.
Αντικρίζοντας ξανά την Ποτάλα σήμερα, τόσα χρόνια μετά, το δέος παραμένει έντονο, το μυστήριο συνεχίζει να κυριαρχεί, ο τόπος είναι ιερός και αξεπέραστος, η έμπνευση που μας δίνει διατηρείται ασίγαστη, η ομορφιά του οχυρού ανεξίτηλη, τα πάθη των ανθρώπων που ανεβαίνουν εκεί για παρακλήσεις ίδια, τα λάθη τους παρόμοια, οι προσευχές πανομοιότυπες…
Αντί για τους Τάταρους φρουρούς του 1700, βλέπουμε παντού την κινεζική αστυνομία, με τα υπερσυγχρονα μέσα της, να προσπαθεί να δει και να μάθει τα πάντα. Όλα άλλαξαν, αλλά και όλα παραμένουν μοιραία δεμένα με την ίδια κλωστή της ιστορικής συνέχειας…
Δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε το πόσο δύσκολο υπήρξε και πόσο επίπονο αποδείχτηκε το έργο τέτοιων ταξιδευτών και πνευματικών ανθρώπων, πόση η θέληση, πόση η τόλμη τους και πόση εν τέλει η προσφορά τους…



