Η λογική σκέψη θεωρείται χαρακτηριστικό του ανθρώπου, όμως νέα πειράματα με ζώα αποκαλύπτουν πως η ικανότητα λογικής συμπερασματολογίας ίσως δεν είναι αποκλειστικά ανθρώπινη υπόθεση.

Ads

Επιστήμονες σε όλο τον κόσμο έχουν δοκιμάσει να πειραματιστούν με διαφορετικά είδη, από πιθήκους και περιστέρια μέχρι ψάρια και σφήκες, με στόχο να διαπιστώσουν αν μπορούν να κάνουν «μεταβατικά συμπεράσματα»,  μια μορφή λογικής σκέψης που αφορά τη σχέση μεταξύ στοιχείων που δεν έχουν συγκριθεί απευθείας μεταξύ τους.

Ads

Η μεταβατική συμπερασματολογία (transitive inference) είναι η διαδικασία κατά την οποία το άτομο ή το ζώο συμπεραίνει ότι αν το Α είναι καλύτερο από το Β και το Β καλύτερο από το Γ, τότε το Α είναι καλύτερο από το Γ, παρότι δεν είδε ποτέ το Α και το Γ μαζί ή σε σύγκριση. Η λειτουργία σκέψης  αυτή είναι τόσο αυτοματοποιημένη στον άνθρωπο που σπάνια την αντιλαμβάνεται. Το εντυπωσιακό είναι πως αυτή η ικανότητα δεν περιορίζεται σε ανθρώπους: πολλά ζώα τα καταφέρνουν εξίσου καλά.

Ads

Σε πειράματα, τα ζώα εκπαιδεύονται να διαλέγουν εικόνες σε ζεύγη, με μία να συνοδεύεται από ανταμοιβή (συνήθως τροφή). Για παράδειγμα, η εικόνα με τα χέρια (Α) είναι σωστή όταν εμφανίζεται με την εικόνα της τάξης (Β), η οποία με τη σειρά της είναι σωστή έναντι μιας εικόνας με θάμνους (C), και ούτω καθεξής μέχρι πέντε εικόνες.

Ads

Όταν τους παρουσιάζεται ένα ζεύγος που δεν είχαν ξαναδεί –π.χ. Β έναντι D– και επιλέγουν σωστά, οι ερευνητές θεωρούν πως έχουν σχηματίσει εσωτερική ιεραρχία (A > B > C > D > E). Αυτό σημαίνει ότι κατανοούν μια αφηρημένη δομή σχέσεων, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουν τι απεικονίζουν οι φωτογραφίες.

Γιατί έχει σημασία η διαφορά μεταξύ μεταβατικής σκέψης και μεταβατικότητας

Ωστόσο, η επιτυχία στη μεταβατική συμπερασματολογία δεν σημαίνει ότι όλα τα είδη είναι ικανά για κάθε είδος λογικής. Υπάρχει μια διαφορετική λογική δομή που ονομάζεται «μεταβατικότητα» (transitivity) η οποία διαφέρει από τη  μεταβατική συμπερασματολογία και αφορά ισοδυναμία, όχι ιεραρχία. Σε αυτή την περίπτωση, το ζητούμενο είναι η αναγνώριση ότι δύο στοιχεία σχετίζονται μέσω ενός τρίτου, χωρίς να συγκρίνονται ευθέως.

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είδη λογικής είναι κρίσιμη για τη μελέτη της σκέψης και της νοημοσύνης όχι μόνο στα ζώα, αλλά και στους ανθρώπους. Αν και φαίνονται παρόμοιες, οι δύο δοκιμασίες φαίνεται να ενεργοποιούν διαφορετικές νοητικές διεργασίες. Έτσι, η επιτυχία στη μία δεν εξασφαλίζει την επιτυχία στην άλλη.

Αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ψυχολογική έρευνα, καθώς τέτοιες λογικές δοκιμασίες χρησιμοποιούνται σε μελέτες για τον αυτισμό, την εγκεφαλική βλάβη ή την έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών λόγω ηλικίας. Αν δύο φαινομενικά παρόμοιες δοκιμασίες μετρούν τελικά διαφορετικά πράγματα, τότε η επιλογή της ακατάλληλης μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα για τις ικανότητες ενός ατόμου ή ενός ζώου.

Για παράδειγμα, όταν ένας άνθρωπος κρίνει ότι το γάλα Α είναι πιο παχύρρευστο από το Β και το Β πιο παχύρρευστο από το Γ, μπορεί να συμπεράνει εύκολα ότι το Α είναι καλύτερο από το Γ, εφόσον προτιμά τα παχύρρευστα ροφήματα (μεταβατική σκέψη). Όμως, αν το Α και το Γ ανήκουν και τα δύο στην κατηγορία «barista blend» μια ποικιλία με κοινή υφή, μπορεί να τα θεωρήσει ισότιμα, ακόμη και χωρίς να τα δοκιμάσει  μια σκέψη που βασίζεται σε μεταβατικότητα, δηλαδή σε κοινή κατηγοριοποίηση.

Το στοίχημα της κατανόησης της σκέψης

Η ειρωνεία είναι ότι όσο πιο πολύπλοκα γίνονται τα τεστ για να μετρηθεί η σκέψη, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται η σημασία της διατύπωσης των ερωτήσεων. Οι ερευνητές προσπαθούν να ανακαλύψουν αν διαφορετικά είδη λογικής σκέψης είναι όντως ξεχωριστές διαδικασίες ή αν αποτελούν παραλλαγές της ίδιας γνωστικής ικανότητας.

Το πείραμα παραμένει ανοιχτό. Οι επιστήμονες συνεχίζουν να σχεδιάζουν δημιουργικά πειράματα για να κατανοήσουν τι σημαίνει τελικά «λογική σκέψη» – και αν αυτή είναι πράγματι αποκλειστικό προνόμιο του ανθρώπου. Όπως και στο στοίχημα του March Madness, σημασία έχει  πώς έφτασε η επιστήμη στη σωστή απάντηση.