Τα τελευταία χρόνια, ο χαρακτηρισμός «λαϊκιστικό» έχει μετατραπεί από αναλυτικό εργαλείο σε μηχανισμό αποφυγής.

Ads

Χρησιμοποιείται όλο και πιο συχνά για να απορρίψει, σχεδόν αυτοματοποιημένα, κάθε έργο τέχνης ή πολιτική θέση που τολμά να σταθεί απέναντι στην ανθρώπινη τραγωδία χωρίς ειρωνεία, χωρίς απόσταση, χωρίς προστατευτικό κυνισμό.

Ads

Στον κινηματογράφο αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές. Μια ταινία που ασχολείται με την απώλεια, τη φτώχεια, τη μετανάστευση, τον πόνο, κινδυνεύει άμεσα να κατηγορηθεί ως «λαϊκιστική», λες και η ίδια η ενασχόληση με το ανθρώπινο δράμα αποτελεί αισθητικό ή ηθικό ατόπημα. Σαν να υπάρχει μια άτυπη επιταγή: αν μιλήσεις για τον άνθρωπο, πρέπει να το κάνεις με απόσταση, αλλιώς είσαι ύποπτος.

Ads

Αλλά τι σημαίνει τελικά «λαϊκισμός»;

Αν σημαίνει απλοποίηση για να κερδηθεί εύκολη συγκίνηση, τότε ναι είναι μια υπαρκτή παγίδα. Όμως δεν είναι κάθε συγκίνηση απλοϊκή. Δεν είναι κάθε αναφορά στον ανθρώπινο πόνο χειραγώγηση. Και κυρίως, δεν είναι κάθε προσπάθεια επικοινωνίας με έναν ευρύτερο άνθρωπο υποβάθμιση.

Ads

Αυτό που συχνά βαφτίζεται «λαϊκισμός» είναι στην πραγματικότητα η απροθυμία κάποιων να έρθουν σε επαφή με το άμεσο, το εκτεθειμένο, το μη προστατευμένο. Είναι πιο ασφαλές να αποδομήσεις ένα έργο παρά να αφεθείς σε αυτό. Πιο εύκολο να τοποθετήσεις μια ετικέτα παρά να αναμετρηθείς με αυτό που σε αφορά.


Και εδώ εμφανίζεται μια παράδοξη αντίφαση: εκείνοι που αυτοπροσδιορίζονται ως «προοδευτικοί» συχνά σπεύδουν να υπερασπιστούν το θέαμα αντί για την αλήθεια. Προτιμούν την επεξεργασμένη εικόνα του πόνου, την αισθητικοποιημένη εκδοχή του, εκεί όπου η συγκίνηση είναι ελεγχόμενη και ακίνδυνη.

Αντίθετα, η κατά μέτωπο αποκάλυψη, η ωμή, μη διαμεσολαβημένη παρουσία της ανθρώπινης συνθήκης, τους προκαλεί αμηχανία. Και τότε, πολύ εύκολα, βαφτίζεται «λαϊκισμός».

Η τέχνη, όμως, δεν υπάρχει για να προστατεύει τον θεατή. Υπάρχει για να τον εκθέτει. Και η ανθρώπινη τραγωδία δεν είναι ούτε cliché ούτε εργαλείο· είναι η πρώτη ύλη της ίδιας της εμπειρίας. Αν αρχίσουμε να τη φοβόμαστε ως «λαϊκιστική», τότε ίσως δεν έχουμε πρόβλημα με την τέχνη, αλλά με την ίδια την ανθρώπινη συνθήκη.