Υπάρχει κάτι βαθιά συμβολικό σε αυτή τη φωτογραφία, που ήρθε πρόσφατα στη δημοσιότητα. Η Ακρόπολη – μικρή σχεδόν μέσα στην απεραντοσύνη της Αθήνας – συνεχίζει να στέκει όχι λόγω ύψους αλλά λόγω μέτρου. Δεν επιβάλλεται. Δεν ουρλιάζει. Δεν ζητά να την κοιτάξεις. Κι όμως την κοιτάς.

Ads

Γιατί δεν είναι απλώς ένα μνημείο. Είναι μια ιδέα του κόσμου. Μια ιδέα όπου το ανθρώπινο μέτρο, το φως, η αναλογία και η σχέση με τον ορίζοντα είχαν μεγαλύτερη σημασία από την επίδειξη ισχύος. Και πίσω της, προς τη θάλασσα, υψώνεται ήδη ένας άλλος κόσμος. Ένας πύργος από γυαλί και μπετόν που μοιάζει να μην συνομιλεί με τίποτα γύρω του. Ούτε με το αττικό φως, ούτε με την ιστορία, ούτε με την κλίμακα της πόλης. Μόνο με τον εαυτό του. Με την ανάγκη του να κυριαρχήσει στο βλέμμα.

Ads

Το αποκαλούν «ανάπτυξη». Όμως πολλές φορές η λέξη ανάπτυξη χρησιμοποιείται όπως παλιά χρησιμοποιούσαν τη λέξη «πρόοδος»: σαν ηθικό άλλοθι. Αν αντιδράς, είσαι εναντίον του μέλλοντος. Αν αμφισβητείς, είσαι οπισθοδρομικός. Κι έτσι, πίσω από τα renders και τα φωτισμένα βίντεο των επενδυτών, κρύβεται ένα πολύ απλό ερώτημα: Ποιος αποφάσισε ότι η Αθήνα πρέπει να μοιάσει στο Ντουμπάι;

Ads

Γιατί αυτή δεν είναι εξέλιξη οργανική. Είναι εισβολή αισθητικής και εξουσίας. Η πόλη παύει να χτίζεται οριζόντια, ανθρώπινα, με σχέση προς τον ουρανό και τη γη. Αρχίζει να υψώνεται φαλλικά. Τεράστιοι φαλλοί από γυαλί και μπετόν ορθώνονται στην ακτογραμμή σαν σύμβολα οικονομικής κυριαρχίας. Όχι αρχιτεκτονική που συνομιλεί με τον τόπο, αλλά αρχιτεκτονική που απαιτεί την υποταγή του βλέμματος.

Ads

Οι νέοι πύργοι δεν χτίζονται απλώς για να κατοικηθούν. Χτίζονται για να φαίνονται. Για να φωτογραφίζονται από drones. Για να λειτουργούν ως σύμβολα νίκης ενός μοντέλου όπου η πόλη μετατρέπεται σε χρηματοοικονομικό προϊόν και η θέα σε προνόμιο αγοράς.

Και τότε η ακτογραμμή παύει να είναι δημόσιος ορίζοντας. Γίνεται το σκηνικό μιας ιδιωτικοποιημένης ουτοπίας. Μιας γυαλιστερής απομόνωσης για λίγους, ενώ γύρω η πραγματική Αθήνα συνεχίζει να ασφυκτιά · χωρίς πράσινο, χωρίς πολεοδομικό σχέδιο, χωρίς χώρο να αναπνεύσει.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι ο ίδιος ο πύργος. Είναι η σιωπή γύρω του. Η ταχύτητα με την οποία συνηθίζουμε την αλλοίωση. Όπως συνηθίζεις έναν θόρυβο δίπλα στο σπίτι σου μέχρι να πάψεις να τον ακούς. Έτσι συνηθίζουμε και την απώλεια του ορίζοντα. Την αλλοίωση της κλίμακας. Τη μετατροπή της πόλης σε σκηνικό real estate.

Κάποτε οι πόλεις χτίζονταν γύρω από ναούς, πλατείες, αγορές και χώρους συνάντησης. Σήμερα χτίζονται γύρω από πύργους. Και κάθε πύργος κουβαλά μια σιωπηλή δήλωση εξουσίας: «Κοίτα με. Είμαι το μέλλον.» Μόνο που το μέλλον δεν είναι πάντα πρόοδος. Καμιά φορά είναι απλώς η πιο ακριβή μορφή βαρβαρότητας.

Και κάπως έτσι, αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, η Αθήνα κινδυνεύει να πάψει να είναι πόλη μνήμης και να μετατραπεί σε πόλη επίδειξης. Μια πόλη όπου το βλέμμα δεν θα οδηγείται πια προς τον βράχο της Ακρόπολης αλλά προς τους γυάλινους πύργους της αγοράς.

Ίσως γι’ αυτό αυτή η εικόνα προκαλεί τόση αμηχανία. Γιατί δεν δείχνει απλώς μια οικοδομή. Δείχνει μια αλλαγή παραδείγματος. Από τον πολιτισμό του μέτρου στον πολιτισμό της επιβολής. Από την πόλη ως κοινό τόπο στην πόλη ως τρόπαιο. Και τότε η Ακρόπολη αρχίζει να μοιάζει σχεδόν εύθραυστη. Σαν το τελευταίο ίχνος μιας άλλης ιδέας του κόσμου που επιβίωσε ανάμεσα σε πολυκατοικίες, κεραίες και επενδυτικά μεγαθήρια. Από μακριά μοιάζουν ήδη σαν μεταλλικοί φαλλοί μιας νέας εποχής, φυτεμένοι στην αττική γη όχι για να κατοικηθούν αλλά για να κυριαρχήσουν.

Ο Κάφκα έγραφε για έναν Πύργο απρόσιτο, ακατανόητο, μια αόρατη εξουσία που υψώνεται πάνω από τον άνθρωπο χωρίς ποτέ να εξηγείται πραγματικά. Ίσως οι νέοι πύργοι των πόλεών μας να είναι ακριβώς αυτό: όχι απλώς κτίρια, αλλά σύμβολα μιας εξουσίας απρόσωπης και απρόσιτης, που αποφασίζει για τον χώρο χωρίς να ανήκει πραγματικά σε αυτόν. Κι εμείς από κάτω, ολοένα μικρότεροι, να συνηθίζουμε σιγά – σιγά τη σκιά τους.

*Ο Βασίλης Μαζωμένος είναι Έλληνας σκηνοθέτης, καλλιτέχνης και συγγραφέας