Λίγο πριν ξεκινήσει η μεταρρύθμιση Διαμαντοπούλου στα ΑΕΙ το 2009-2010, είχε προηγηθεί μοναδική στην ιστορία δυσφήμιση των ΑΕΙ, με υποτιμητικά σχόλια για τους Έλληνες πανεπιστημιακούς, τα περιφερειακά πανεπιστήμια κλπ., με αναφορές σε πτυχία για εργασία σε σουβλατζίδικα και συμβολή των ΑΕΙ σε γάμους με ντόπιες νύφες και γαμπρούς.  Ακολούθησε το brain drain μισού εκατομμυρίου επιστημόνων, μ’ ευθύνη των πολιτικών και των μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων που έκλεισαν, αλλά και χάρη των Ελληνικών πανεπιστημίων που παρήγαγαν αποφοίτους που είναι ανταγωνιστικοί διεθνώς..

Ads

Το 2015 που έγιναν διαθέσιμες διεθνείς βάσεις δεδομένων δημοσιεύσαμε δεδομένα που αποδείκνυαν ότι το 2009 το συνολικό έργο των Ελληνικών ΑΕΙ βρισκόταν στη θέση 24 παγκοσμίως1 με βάση τον όγκο δημοσιεύσεων και διεθνούς αναγνώρισης. Θέση καθόλου ευκαταφρόνητη αν λάβουμε υπόψη ότι στην Ελλάδα ξοδεύαμε το 0.5% του ΑΕΠ για έρευνα και ανάπτυξη2, όταν σε όλες τις προηγμένες χώρες ξοδεύαν μεταξύ 2% και 4.5%.  Φυσικά, ψηλότερα στη λίστα ήταν γενικά πολύ μεγαλύτερες χώρες με πολύ μεγαλύτερο αριθμό επιστημόνων και όγκο ερευνητικού έργου. 

Ευτυχώς οι πολιτικοί μας μαθαίνουν. Τώρα, πριν την προκείμενη μεταρρύθμιση στα ΑΕΙ προηγείται η έκθεση ενός επιτελείου υπό την επίβλεψη νομπελίστα. Στην έκθεση προτείνεται δραστική αλλαγή του τρόπου διοίκησης των Ελληνικών ΑΕΙ με επαναφορά των συμβουλίων του ν. Διαμαντοπούλου, που τότε είχε δημιουργήσει τεράστιες αντιδράσεις.  Ωστόσο τόσο στην ενδιάμεση όσο και στην τελική έκθεση αυτής της επιτροπής, ο μόνος δείκτης για αρνητική κριτική που παρατέθηκε ήταν ότι κανένα Ελληνικό ΑΕΙ δεν βρίσκεται μεταξύ των 100 πρώτων παγκοσμίως. Όμως αυτό δεν αποτελεί στέρεο κριτήριο ποιότητας των ΑΕΙ.

Όλα αυτά τα 100 πρώτα διεθνή ΑΕΙ βρίσκονται (1) σε κράτη που όλες τις προηγούμενες δεκαετίες επένδυαν 2-4% του ΑΕΠ σε έρευνα ενώ στην Ελλάδα επένδυαν το 0.5% του ΑΕΠ2, (2) δίπλα σε τεράστιες επιχειρήσεις που επενδύουν τεράστια ποσά σε έρευνα και καινοτομία σε συνεργασία με τα ΑΕΙ, το 2% του ΑΕΠ αυτών των χωρών, ενώ στην Ελλάδα οι Ελληνικές επιχειρήσεις επένδυαν το 0.1% του ΑΕΠ!3 Τεράστιο μέρος αυτών των πόρων αξιοποιούνται απ’ αυτά τα ΑΕΙ για να παράγουν καινοτομίες και επιστημονικές δημοσιεύσεις που τα διαφημίζουν και προβάλουν το επιστημονικό έργο τους. Όλα αυτά είναι παντελώς ανύπαρκτα πράγματα για την Ελλάδα. Στη χώρα μας, το έργο των Ελλήνων πανεπιστημιακών παράγεται αποκλειστικά με δικές τους πρωτοβουλίες, είτε χωρίς χρηματοδότηση είτε κερδίζοντας Ευρωπαϊκά προγράμματα σε ανταγωνισμό με Ευρωπαίους ερευνητές.
 
Εδώ θα παραθέσουμε κάποια στοιχεία για την αναγνωρισημότητα και την παγκόσμια επιρροή καθηγητών των Ελληνικών ΑΕΙ τα οποία δίνουν μια διαφορετική εικόνα απ’ τη μίζερη εικόνα που προβάλλεται για τα Ελληνικά ΑΕΙ. Παρουσιάζονται δεδομένα που αφορούν στους Έλληνες επιστήμονες που κατατάσσονται στους κορυφαίους 2% με τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως στο αντικείμενό τους. Προέρχονται από τη βάση δεδομένων που ανέπτυξαν οι John Ioannidis και συνεργάτες του που βρίσκεται ελεύθερα διαθέσιμη στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Biology4.  

Ads

Οι επιστήμονες αυτοί δημιούργησαν αυτή τη λίστα αντλώντας δεδομένα από τη βάση SCOPUS και χρησιμοποιώντας μια σειρά παραμέτρους που κατατάσσει τους επιστήμονες με βάση τις αναφορές στην έρευνά τους (συμπεριλαμβανομένων  αυτοαναφορών και μη), την συμβολή του κάθε επιστήμονα στις επιστημονικές δημοσιεύσεις, κλπ. Περιλαμβάνει πάνω από 100.000 επιστήμονες απ’ όλα τα επιστημονικά αντικείμενα που βρίσκονται στους κορυφαίους 2% μεταξύ 7 εκατομμυρίων επιστημόνων που έχουν δημοσιεύσει τουλάχιστον πέντε άρθρα που περιλαμβάνονται στη λίστα SCOPUS.

Στη λίστα με την «αφρόκρεμα» των κορυφαίων 2% με τη μεγαλύτερη επιρροή στον αντικείμενό τους παγκοσμίως βρίσκονται 647 Έλληνες πανεπιστημιακοί και ερευνητές, με την πλειοψηφία τους να βρίσκονται σε ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά σε 17 Ελληνικά πανεπιστήμια, ακόμη και σε 4 πρώην ΤΕΙ που τόσο λοιδορήθηκαν με την πανεπιστημιοποίησή τους (με ειδικές εξαιρέσεις που ίσως έχουν εξήγηση) (Πίνακας 1).  Απ’ αυτούς 522 είναι καθηγητές σε Ελληνικά ΑΕΙ οι οποίοι το 2015 σχεδόν όλοι εργαζόταν σε 17 Ελληνικά ΑΕΙ για τα οποία βρήκαμε στοιχεία για τον αριθμό μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ). Αυτά τα 17 ΑΕΙ το 2015 απασχολούσαν συνολικά 8707 μέλη ΔΕΠ (αμελητέες αλλαγές υπήρξαν από τότε).

 Όπως φαίνεται στον Πίνακα 1, το 6% των Ελλήνων πανεπιστημιακών αυτών των ΑΕΙ βρίσκονται στο κορυφαίο 2% των καλύτερων επιστημόνων παγκοσμίως. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ποσοστά αυτά προκύπτουν από εκατομμύρια δεδομένα, οι στατιστικολόγοι μπορούν να εξηγήσουν καλύτερα πόσο σημαντικό είναι ως μέγεθος το 6% εντός του 2% των καλύτερων παγκοσμίως και γιατί δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να μειωθεί ιδιαίτερα το 6% στα προσεχή χρόνια και για όσο διάστημα αυτοί οι επιστήμονες καταγράφονται στα Ελληνικά ΑΕΙ.  

image
image

Όπως φαίνεται στον Πίνακα 1 υπάρχουν τουλάχιστον 10 Ελληνικά ΑΕΙ με διψήφιο αριθμό μελών ΔΕΠ που συμπεριλαμβάνονται στην λίστα των κορυφαίων παγκοσμίως και μάλιστα πολλά περιφερειακά ΑΕΙ μεταξύ αυτών, το οποίο καταρρίπτει το μύθο της έλλειψης αριστείας στα περιφερειακά ΑΕΙ. Βεβαίως εντυπωσιάζουν τα πολύ υψηλά ποσοστά των πολυτεχνείων Κρήτης και ΕΜΠ, η ποιότητα των οποίων ήταν γενικά γνωστή.

Το επίσης πολύ ενδιαφέρον είναι ότι οι κορυφαίοι αυτοί καθηγητές θεραπεύουν τις περισσότερες επιστήμες, από Αναλυτική Χημεία, Ενέργεια, Δίκτυα, Ογκολογία, έως Επιστήμες Στρατηγικής και Άμυνας, Εκπαίδευση και Αθλητικές Επιστήμες.  Στον Πίνακα 2 οι κορυφαίοι αυτοί Έλληνες επιστήμονες κατατάσσονται ανά επιστημονικό αντικείμενο.  Ο τίτλος των αντικειμένων δίνεται στην Αγγλική Γλώσσα όπως προκύπτει από την κατάταξη των επιστημόνων κατά αντικείμενο που χρησιμοποίησαν οι Ιωαννίδης και συνεργάτες του.  Κυριαρχούν οι λεγόμενες «σκληρές επιστήμες» που συναντώνται στα πολυτεχνεία και στις θετικές επιστήμες και ακολουθούν πολλοί επιστήμονες ιατρικής.

Υπάρχει πολύ μεγάλος αριθμός κορυφαίων ερευνητών στις επιστήμες αιχμής που έχει ανάγκη η χώρα, όπως υπολογιστές, δίκτυα, ενέργεια, τρόφιμα, περιβάλλον.  Τα στοιχεία αυτά αποτελούν τρανή απόδειξη ότι η μη ανάπτυξη καινοτομίας και ανταγωνιστικότητας των Ελληνικών επιχειρήσεων σ’ αυτούς τους τομείς μόνο στην έλλειψη των πλέον ικανών επιστημόνων δεν οφείλεται. Οι πολιτικοί και επιχειρηματίες χρειάζεται να ψάξουν αλλού τις αιτίες της μιζέριας τους και όχι στην έλλειψη επιστημόνων, για παράδειγμα στις μηδενικές επενδύσεις επιχειρηματιών σε έρευνα και ανάπτυξη εδώ και δεκαετίες, όπως προκύπτει από τα δεδομένα διεθνών οργανισμών.

Υπάρχουν και επιστήμες που μοιάζουν να απουσιάζουν σ’ αυτόν τον Πίνακα, όπως οτιδήποτε σχετικό με business και economics.  Βεβαίως, όπως φαίνεται στον Πίνακα 1, υπάρχουν κορυφαίοι επιστήμονες στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, όμως έχουν καταταγεί πρωτίστως με τίτλους όπως “networking & telecommunications” ή «Artificial Intelligence». Οι συνάδελφοι αυτοί ίσως αξίζει να το ελέγξουν.  

Στοιχεία για τη θέση της Ελλάδος σ’ αυτές τις κατατάξεις συγκριτικά με άλλες αναπτυγμένες χώρες θα παρουσιαστούν στο επόμενο άρθρο.

Κλείνοντας, οι μαθητές αυτής της χώρας, προς το παρόν τουλάχιστον δεν χρειάζεται να αγωνιούν για την ποιότητα σπουδών και έρευνας στην Ελλάδα, τουλάχιστον στα περισσότερα Ελληνικά ΑΕΙ και για τα περισσότερα αντικείμενα της χώρας. Όσοι διαβάζουν επιστημονικές εργασίες γνώριζαν την ποιότητά τους. Εδώ παρουσιάζονται δεδομένα για να ενημερωθεί και το πλατύ κοινό αυτής της χώρας.

 Ευελπιστούμε ότι κοινωνία και πολιτεία θα συναποφασίσουν ν’ αυξήσουν τους πόρους για έρευνα και καινοτομία, υπάρχουν εξαιρετικοί επιστήμονες για να τους αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο τρόπο σε έργα που θα συμβάλουν στην ανάπτυξη και πρόοδο της χώρας.

image
image
image

Αναφορές

  1. Παπαϊωάννου Α. (2015). Η κρίση έπληξε βαθιά και την επιστημονική έρευνα στην Ελλάδα.  https://tvxs.gr/news/ellada/i-krisi-eplikse-bathia-kai-tin-epistimoniki-ereyna-stin-ellada
  2. Organisation for Economic Co-operation and Development (OECD, 2020).   Gross domestic spending on R&D.  https://data.oecd.org/rd/gross-domestic-spending-on-r-d.htm
  3. Sheehan, J., & Wyckoff, A. (2003). Targeting R&D: Economic and policy implications of increasing R&D spending.  https://www.oecd.org/science/inno/33719708.pdf
  4. Ioannidis, J. P., Boyack, K. W., & Baas, J. (2020). Updated science-wide author databases of standardized citation indicators. PLoS Biology18(10), e3000918. 

* Ο Αθανάσιος Παπαϊωάννου είναι καθηγητής πανεπιστημίου Θεσσαλίας