Το προηγούμενο διάστημα ήρθε για λίγο στη δημοσιότητα ξανά η κατάσταση στις ελληνικές φυλακές, με σημεία αιχμής την ραγδαία αύξηση του αριθμού των κρατουμένων, τις συνθήκες διαβίωσής τους, την αύξηση του αριθμού των ανηλίκων κρατουμένων (κατά 60% σε σχέση με το προηγούμενο έτος) και την τελευταία καταδίκη της χώρας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ads

Η μάλλον στερεότυπη αντίδραση των αρμοδίων ήταν οι ανακοινώσεις του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη για τα 11 νέα καταστήματα κράτησης και την εγκατάσταση συστημάτων εντοπισμού απαγορευμένων ουσιών (Μαγνητικές Πύλες, μηχανήματα ΧRay κλπ).

Ads

Στη συνέχεια η παραβίαση των όρων της άδειας  και κήρυξή ως δραπέτη του διάσημου κρατούμενου Αλκέτ Ριτζάϊ, μετά την εμπλοκή του σε πυροβολισμό, συνέβαλε ώστε το πρόβλημα του υπερσυνωστισμού στις φυλακές να αποδοθεί στην παρουσία των αλλοδαπών κρατουμένων εκεί και να συσχετισθεί με την απειλή της ασφάλειας των πολιτών.

Ads

Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι τροπή αυτή των δημόσιων τοποθετήσεων οφείλεται σε ανώτατο δικαστικό λειτουργό που έχει διατελέσει επί μακρόν και σε δημόσιες θέσεις ευθύνης. Eίναι όμως ιδιαίτερα προβληματικό αν όχι τραγικό όμως, ότι έχοντας την πεποίθηση πως οι αλλοδαποί ευθύνονται για τον υπερπληθυσμό προτείνεται ότι οι αλλοδαποί «… για την ανακούφιση του σωφρονιστικού συστήματος, θα μπορούσαν να κρατηθούν σε ένα έρημο νησί, π.χ. στη Γυάρο, και στη συνέχεια να απελαθούν…».

Ads

Προκαλεί αλγεινή εντύπωση, το γεγονός ότι ένας ανώτατος δικαστικός λειτουργός αγνοεί ή απαξιώνει αφενός το ιστορικό βάρος και το συλλογικό ιστορικό τραύμα του λαού μας από τις εμπειρίες της εξορίας ή της έκτισης ποινών στέρησης της ελευθερίας σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε έρημα και απρόσιτα τότε νησιά.

Η πρόταση αυτή επιπλέον αγνοεί ή απαξιώνει τα όσα η εγκληματολογία και η  σωφρονιστική επιστήμη έχουν καταθέσει εδώ και χρόνια διεθνώς για την αχαλίνωτη και χαοτική βία που επικρατεί σε τέτοιους τόπους, για την καταστροφική επίδραση τέτοιων «λύσεων» στην προσωπικότητα και την ψυχική υγεία των κρατουμένων, των εξόριστων αλλά και του προσωπικού σωμάτων ασφαλείας και των φυλάκων, που αναλάμβαναν την μεταχείριση των επιτηρούμενων και των κρατουμένων.

Αγνοούνται επίσης και όσα οι επίσημες στατιστικές καταγραφές δείχνουν για την αναλογία αλλοδαπών -ημεδαπών στις ελληνικές φυλακές. Κυρίως όμως είναι λυπηρό ότι αγνοείται το πνεύμα και το γράμμα του Συντάγματος, προτείνοντας  την εισαγωγή διακρίσεων και μεταχείριση κρατουμένων που παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα και μεταμορφώνει ανθρώπους σε πειθήνιες, μη αυτόβουλες και δυστυχείς υπάρξεις όπως δείχνει η εγκληματολογική έρευνα.

Βέβαια, τα τελευταία χρόνια με μεγάλη ευκολία υποστηρίζεται και επιβάλλεται η αυστηροποίηση των ποινών στην χώρα μας και υπονομεύεται και επίσημα κάθε αντίθετη πρόταση. Αλλά το γεγονός ότι πράγματι έχει αλλάξει η εγκληματικότητα δεν νομιμοποιεί κανέναν, να γυρίζει την επιστήμη και την αντεγκληματική πολιτική 70 χρόνια πίσω, ούτε και να υπερβαίνει τα όρια που οι διεθνείς συμβάσεις, οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες και η εξέλιξη του δικαίου έχουν διαμορφώσει και εμπεδώσει.


Τέτοιες προτάσεις ωστόσο μεταξύ άλλων θέτουν τρία γενικότερα ζητήματα:

πρώτον πως διαμορφώνεται το πολιτισμικό -επαγγελματικό υπόβαθρο των λειτουργών της δικαιοσύνης;

Δεύτερον, τι σημασία και τι επίδραση έχουν τέτοιες προτάσεις στην ευρύτερη κοινωνία, στο πολιτικό σύστημα και στη διαμόρφωση των αντιλήψεων των πολιτών σε συνδυασμό με την απαξίωση δημοκρατικών θεσμών; Διότι τα έγκριτα μέλη της κοινωνίας διαμορφώνουν τάσεις και στάσεις στο ευρύτερο πληθυσμό.

Τρίτον, γιατί δεν υπήρξαν επίσημες αντιδράσεις σε τέτοιες τοποθετήσεις; Εκτός και θεωρούνται χρήσιμες για το μέλλον τέτοιες προτάσεις.

Παρόλα αυτά και επειδή η παρούσα συγκυρία χαρακτηρίζεται από πολλές αντιφάσεις  στο ίδιο διάστημα όπου συνέβησαν τα παραπάνω, πραγματοποιήθηκε στη Σύρο ένα συνέδριο με θέμα ακριβώς τους τόπους εξορίας στα νησιά (σε συνδιοργάνωση υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Αιγαίου και πολλών άλλων φορέων).

Ευτυχώς, διότι παρά τις πολιτικές λήθης που συστηματικά ακολουθούνται σχετικά με την καταστολή που επιβάλλεται σε χώρους τους οποίους η κοινωνία θέλει να ξεχνάει, αυτή η χώρα δεν έχει αποκτήσει «μνήμη χρυσόψαρου»: αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εφησυχάζουμε.

Στο μεταξύ, καλό είναι να θυμόμαστε επίσης, ότι οι φυλακές δεν γεμίζουν μόνες τους και ότι ο αριθμός των κρατουμένων ΔΕΝ αντιστοιχεί με διακυμάνσεις της εγκληματικότητας, αλλά με το ύψος των επιβαλλομένων ποινών σε συνάρτηση με τους όρους επιβολής τους.

  • τ. Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής Παντειο Πανεπιστήμιο