«Αυτή η Μπεκατώρου τώρα δηλαδή θυμήθηκε ότι τη βίασε ο προπονητής της πριν είκοσι χρόνια;». «Και αυτά τα πουστράκια που έκαναν πιάτσα τάχα τα βίασε ο Λιγνάδης;». Δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχετε ακούσει τέτοιες δηλώσεις κάπου γύρω σας τους τελευταίους μήνες.

Ads

Οι αποκαλύψεις ιστοριών σεξουαλικής κακοποίησης στην ελληνική κοινωνία ενέχουν ένα μεγάλο ρίσκο για το θύμα: να μη βρει κατανόηση, εμπιστοσύνη, αλληλεγγύη, παρηγοριά, πόσο μάλλον δικαίωση. Να θεωρηθεί η ίδια ή ο ίδιος (γιατί ναι, ο Βαγγέλης Γιακουμάκης υπήρξε ένας άνδρας που κακοποιήθηκε σεξουαλικά με βάναυσο τρόπο) ως υπαίτιος. Να ταπεινωθεί. Να στιγματιστεί. Να ζήσει την απόλυτη ματαίωση. Γιατί λοιπόν να μιλήσει ένα θύμα για τον θύτη του;

Ας μη γελιόμαστε. Μια κοινωνία που είναι έτοιμη να ισχυριστεί ότι «η Ελένη πήγαινε γυρεύοντας και τα ζητούσε ο οργανισμός της» ή ότι «ο Βαγγέλης ήταν μαλθακός και δεν ήταν αντράκι» έχει την απόλυτη ευθύνη για τα επόμενα θύματα. Αυτήν την κοινωνία φέρνει στο φως το τελευταίο βιβλίο της Αγγελικής Σπανού, το ευρηματικό στη γραφή του μυθιστόρημα «Η καλύτερή μου φίλη» που κυκλοφόρησε προσφάτως από τις Εκδόσεις Τόπος. Και το φως που πέφτει πάνω στα απύθμενα σκοτάδια της ανθρώπινης φύσης πονάει.

«Τα πράγματα μπορεί να πάνε πολύ άσχημα χωρίς να υπάρχει απολύτως κανένας λόγος», συλλογίζεται η ηρωίδα στην ίσως σπαρακτικότερη αράδα του μυθιστορήματος. Και είναι αυτή η απάντηση σε όσους ισχυρίζονται ότι ένα θύμα μπορεί ποτέ να έχει την ευθύνη του εγκλήματος σε βάρος του.

Ads

Η Αγγελική Σπανού πετυχαίνει, για άλλη μια φορά, με έναν σπάνιο τρόπο να μεταβολίσει τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ σε βαθιές σκέψεις για την δομή και την υφή της κοινωνίας μας. Και αυτή η ανάγνωση του συλλογικού μας βίου μέσα από τα γεγονότα που τρέχουν καθιστά τη γραφή της πανάξια.

image