Τον μεγάλο Έλληνα τραγουδοποιό, τον ευρηματικό, ευφυή, ταλαντούχο και σίγουρα πιο επιδραστικό, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον θρηνούμε σήμερα όλοι.

Ads

Τον θρηνούμε και εμείς που ταυτιστήκαμε μαζί του από τα πρώτα του ακόμη βήματα, από τη δεκαετία του ’60 και τον στίχο στο Φορτηγό του:

«Μέρα με ήλιο σαν κι αυτό να την τρώει το αφεντικό»

Τον θρηνούν, όμως, και όσοι τον γνώρισαν και τον αποθέωσαν όψιμα, στο δεύτερο μισό της καλλιτεχνικής του ζωής, τότε που κάποιοι από εμάς αισθανθήκαμε ότι μας πρόδωσε, επειδή άλλαξε γνώμη και πήρε το μέρος εκείνων που εκμεταλλεύονται «τον αγώνα του συντρόφου» και πνίγουν «την αγωνία αυτού του τόπου για ζωή».

Ads

Βέβαια ο καλλιτέχνης, άνθρωπος κι αυτός, έχει το δικαίωμα και να υποκύπτει στις αδυναμίες του, αλλά και να αλλάζει γνώμη. Και δείχνει γενναιότητα όταν το λέει ευθαρσώς, χωρίς φόβο και χωρίς πάθος.

Μια γενναιότητα που ο Διονύσης και την έδειξε, αλλά και την πλήρωσε με την απόρριψη του κοινού τα πρώτα χρόνια της αλλαγής του, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε εκ των υστέρων.

Το καλό, λοιπόν, με αυτή την πάνδημη αναγνώριση του Σαββόπουλου σήμερα είναι ότι κατάφερε και μίλησε όχι μόνο «της κάθε μιας γενιάς», αλλά και της κάθε μιας πολιτικής αντίληψης.

Το κακό είναι ότι αυτό, η συνομιλία του, δηλαδή, με όλες τις απόψεις, δεν συνέβη ταυτόχρονα.

Πρώτα, πριν και μετά τη χούντα μίλησε στην ψυχή των αριστερών και προοδευτικών και στη συνέχεια, στο «Βρώμικο ‘89», στο δεύτερο μισό της καλλιτεχνικής του δημιουργίας, μίλησε και στα δεξιά… αφεντικά.

Το ερώτημα με αυτή την… αντιφατική στάση του, όπως εύστοχα την περιέγραψε η Ναταλί Χαντζηαντωνίου στην Εφημερίδα των Συντακτών και όπως πολύ αγαπητικά την δικαιολόγησε ο Φοίβος Δεληβοριάς, αποδίδοντάς την στην επιθυμία του καλλιτέχνη να μας περιλάβει όλους, είναι αν κατάφερε τελικά με τη στάση του να ενώσει ή να διχάσει περισσότερο τις δυο Ελλάδες.

«Τους δυο μας ποταμούς, από τους οποίους θα γευτεί μια νύχτα η έρημος καρπούς», για τους οποίους μίλησε ο ίδιος με πλήρη επίγνωση της «κατάρας» της φυλής, αλλά και με πόνο ψυχής στην πρώτη και πιο αυθόρμητη, ακόμη, φάση της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.

Το τραγικό, πάντως, με τον Σαββόπουλο είναι ότι όλοι εκείνοι οι όψιμοι φίλοι του, μεταξύ των οποίων κατά δήλωσή του και ο ίδιος ο σημερινός πρωθυπουργός, που θα παραστούν στην κηδεία του και θα απονείμουν τιμές και θα ντύσουν με ωραία λόγια την απώλειά του, δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το τραγούδι «Θάλασσα πλατιά» του άλλου μεγάλου φευγάτου από καιρό αλλά παρόντα πάντοτε, του Μάνου Χατζηδάκη, από το «Μια θάλασσα μικρή» του Διονύση Σαββόπουλου.

Και ο νοών νοείτω…

Γιατί αυτή η… άλλη Ελλάδα από εκείνην που ύμνησε ο Σαββόπουλος τις πρώτες δεκαετίες της δημιουργίας του, που θριαμβικά θρηνεί σήμερα έναν δημιουργό που κάποτε τραγουδούσε και ξεσήκωνε τους νέους απέναντι στο κατεστημένο, δηλαδή απέναντι σε αυτό που αυτοί εκφράζουν σήμερα, με το «Είμαι δεκαεξάρης σας γ…ώ τα λύκεια», ούτε ερωτεύτηκαν ποτέ με τα τραγούδια του, ούτε τα τραγούδησαν σε παρέες με κιθάρες, ούτε ταυτίστηκαν με αυτά, ούτε όμως και έκλαψαν ποτέ μαζί τους.


Αν αυτό είναι, πράγματι, τραγικό με τον μεγάλο Έλληνα δημιουργό, να αναγνωριστεί δηλαδή όψιμα από εκείνους που ποτέ δεν τον κατάλαβαν, αλλά είδαν τη στροφή του αποκλειστικά σαν δικαίωση των δικών τους επιλογών, υπάρχει και κάτι άλλο που αγγίζει τα όρια της τραγικής ειρωνείας.

Είναι εκείνο που σε κάνει να σκέφτεσαι ότι, ρε παιδί μου, τελικά η ζωή γράφει πάντα τα καλύτερα σενάρια και σκηνοθετεί τις μεγαλύτερες και πιο εύστοχες ανατροπές.

Και αναφέρομαι, ασφαλώς, στην… τραγική σύμπτωση της ημέρας του θανάτου του τραγουδοποιού της Πλατείας που ήταν γεμάτη, με τη συζήτηση στη Βουλή για την κατάργηση των συγκεντρώσεων στην πλατεία μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη, από τον φίλο του εκλιπόντος, πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του.

Η… τραγική αυτή σύμπτωση η ημέρα του θανάτου του μεγάλου Έλληνα καλλιτέχνη να συμπέσει με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του δικαιώματος της πλατείας να είναι «γεμάτη» και μαζί με αυτήν και του δικού μας δικαιώματος να συγκεντρωνόμαστε και να διαδηλώνουμε στην πλατεία, είναι πράγματι επιπέδου τραγικής ειρωνείας.

Μιας τραγικής ειρωνείας όπως ο ίδιος την τραγούδησε στους εξαιρετικούς Αχαρνής του, στον στίχο:

«Οι θεατές μας να ξέρουν την αλήθεια, μα ο χορός σαν χαζός να μας κοιτάει, καθώς θα λέμε τα χοντρά μας παραμύθια…»

Πρόκειται, άραγε, για σύμπτωση ή μήπως για συγχρονισμό;

Είναι, δηλαδή, τυχαίο γεγονός ότι ο καλλιτέχνης πέθανε μαζί με το τραγούδι του και με ό,τι αυτό εννοούσε;

Ή μήπως είναι η «Εκδίκηση της Γυφτιάς», σύμφωνα με τον εξαιρετικό δίσκο της παρέας Ξυδάκη, Ρασούλη και Παπάζογλου, που άλλαξε την ελληνική μουσική στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και ο οποίος δεν θα έβγαινε αν δεν έκανε την παραγωγή ο μεγάλος διορατικός Διονύσης Σαββόπουλος, που όπως όλοι οι ποιητές είχε το χάρισμα να βλέπει μπροστά;

Και γιατί είναι τραγική ειρωνεία η σύμπτωση της ημέρας του θανάτου του δημιουργού με την ημέρα της δολοφονίας του δημιουργήματός του;

Πρώτα από όλα γιατί η κυβέρνηση νομίζει ότι υπέγραψε την καταδίκη του δικαιώματος της Πλατείας να είναι γεμάτη. Όμως το τραγούδι του… φίλου τους του Σαββόπουλου, όπως και ό,τι αυτό εκπροσωπούσε όταν το έγραφε, δεν θα πεθάνει ποτέ.

Θα μείνει αθάνατο, να θυμίζει ότι οι πλατείες είναι εκείνες που στην ιστορία «φωτίζουν τις αιτίες που μας αφήνουνε μισούς».

Θα μείνει, όμως, αθάνατο για να θυμίζει και την μικροψυχία και την ιδιοτέλεια της Δεξιάς.

Η οποία το 2015-2016, εν μέσω αντί ΣΥΡΙΖΑ μετώπου και διαδηλώσεων στον Άγνωστο Στρατιώτη για να πέσει η κυβέρνηση της Αριστεράς, δεν αισθάνθηκε ούτε στιγμή ότι προσβάλλονταν η ιερότητα του μνημείου της πλατείας.

Δεν αισθάνθηκαν, ακόμη, την ιερότητα της πλατείας να προσβάλλεται ούτε από τα αντεθνικά συνθήματα τύπου «Γερούν γερά» που ακούγονταν τότε από τους σημερινούς οπαδούς της κυβέρνησης Μητσοτάκη και τα οποία ζητούσαν από τους δανειστές μας να αντισταθούν στις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να αναδιαρθρώσει το χρέος που η Δεξιά δημιούργησε και που στη συνέχεια, με την κυβέρνηση Σαμαρά, δεν μπόρεσε να διευθετήσει.

Πρώτη φορά που η Δεξιά αισθάνθηκε την υποχρέωση να προστατέψει την ιερότητα του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, ήταν όταν ο τραγικός πατέρας και εκπρόσωπος του κινήματος των Τεμπών, ο Πάνος Ρούτσι, έκανε απεργία πείνας μπροστά στη Βουλή.

Το στραπάτσο της κυβέρνησης από μια απεργία πείνας που αποκάλυψε στα μάτια του κόσμου την επιχείρηση συγκάλυψης του Εγκλήματος των Τεμπών ήταν η πραγματική αιτία για την οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη νομοθέτησε την απαγόρευση των συγκεντρώσεων στην πλατεία μπροστά στη Βουλή.

Γιατί αυτή είναι η Δεξιά. Ιδιοτελής και από μικροπολιτικά κίνητρα ωθούμενη πάντοτε.

Και πάντοτε επιβάλλοντας τη θέλησή της με τη δύναμη του χρήματος και της εξουσίας.

Αν, όμως, η σημερινή Δεξιά ήταν πραγματικά Σαββοπουλική και είχε όντως διδαχτεί το αρχαίο πνεύμα που συνέλαβε ο Διονύσης στους μοναδικούς Αχαρνής του, θα είχε αντιληφθεί και το νόημα της Σοφόκλειας τραγωδίας της Αντιγόνης και του διλήμματος μεταξύ νόμιμου και ηθικού.

Το νόημα του διλήμματος, δηλαδή, μεταξύ εκείνου που με ιδιοτέλεια νομοθετούν οι τύραννοι με τη δύναμη της εξουσίας τους και που προσκρούει στη βούληση του λαού αφενός και εκείνου που επιβάλλει η ηθική, η παιδεία και οι παραδόσεις του λαού, αφετέρου.

Αν η Δεξιά και οι εκφραστές της είχαν «σκύψει» στο πνεύμα του διλήμματος της αρχαίας τραγωδίας, την οποία εύκολα χειροκροτούν τα καλοκαίρια στην Επίδαυρο και στο Ηρώδειο, όσο εύκολα αποθέωναν τον Σαββόπουλο και την «Συγκέντρωση της ΕΦΕΕ» τόσα χρόνια, για να έρθουν σήμερα και να καταργήσουν με τον χουντικής έμπνευσης νόμο τους αυτό που το τραγούδι εξέφραζε και εννοούσε, θα είχαν αντιληφθεί ότι οι νόμοι δεν επιβάλλονται με τη δύναμη, αλλά δοκιμάζονται πάντοτε από την αποδοχή που έχουν από το λαό.

Γι αυτό και ο Κρέοντας, που δεν υπηρετούσε τα συμφέροντα του λαού, αλλά δικά του, μικροπολιτικά και ιδιοτελή συμφέροντα διατήρησής του στην εξουσία, είναι διαχρονικά ο μεγάλος χαμένος της ιστορίας.

Σε αντίθεση με την Αντιγόνη, που η αντίθεσή της με μια σκληρή και αυταρχική εξουσία προκειμένου να ακολουθήσει εκείνο που της επέβαλαν οι κανόνες της ηθικής και της παιδείας της, την έκανε διαχρονικό παράδειγμα ηρωικής αντίστασης.

Ο Διονύσης δεν είναι πια μαζί μας. Τον αποχαιρετούμε με μεγάλη θλίψη και βαθύ σεβασμό.

Θα μείνει, όμως, αθάνατος.

Όπως αθάνατος έμεινε και ο Σοφοκλής που έγραψε την Αντιγόνη και ο Αριστοφάνης που έγραψε τους Αχαρνής.

Αθάνατη και γεμάτη όμως, θα μείνει και η Πλατεία του Σαββόπουλου. Για να συνεχίσει να έχει το νόημα που έχει κάτι από τις φωτιές.

Και για να συνεχίσει να φωτίζει τον αγώνα του συντρόφου και την αγωνία αυτού του τόπου για ζωή.