[...] Τρεις γενιές αναμονής. Χιλιάδες άνθρωποι λες και στέκουν στην ουρά της δημόσιας υπηρεσίας του μέλλοντος. Ένα έθνος που αναμένει, κουράζεται, στέκει να ξαποστάσει, και είναι ακριβώς σ’αυτή του τη στάση απάνω που ξεχνιέται. [...] Από την Ρένια Πουρνάρα*

Τί κάνεις αυτό τον καιρό; Με ρωτούν. Περιμένω, τους λέω. Ένα φθινόπωρο ολόκληρο. Ν’αρχίσει η εξεταστική, να γίνει η εξεταστική, να ολοκληρωθεί η εξεταστική. Βλέπεις πρόκειται για Αυτήν την εξεταστική. Την τελευταία. Της ελπίδας. Της αγωνίας.

Έπιασα λοιπόν τον εαυτό μου να περιμένει επί 4 μήνες τώρα. Και δεν είναι δα που ειν’ η πρώτη φορά. Όχι. Είναι όμως αυτή η φορά που η δική μου αναμονή συνδέεται κατά περιεχόμενο και κατά συνείδηση με χιλιάδων άλλων.

Οι διοικητικοί αναμένουν το αυτονόητο: να διατηρήσουν τη δουλειά τους. Την αξιοπρέπειά τους. Να διασφαλίσουν την λειτουργία της παιδείας που τους δίνει ψωμί κι ελευθερία. Οι καθαρίστριες αναμένουν το αυτονόητο. Οι δάσκαλοι αναμένουν το αυτονόητο. Οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ, οι κάτοικοι στην Χαλκιδική, οι αγρότες, οι συνταξιούχοι, οι εργάτες, οι μετανάστες, αναμένουν το αυτονόητο.

Οι άνεργοι, οι απολυμένοι, οι απολυμένοι με τον τίτλο «διαθεσιμότητα», οι απολυμένοι με τον τίτλο «πτώχευση ιδιώτη», οι απολυμένοι με το έτσι θέλω. Αναμένουν το αυτονόητο.

Μόνον ορισμένοι δεν αναμένουν πια. Τους είπαν λέει, αυτόχειρες. Περίεργο αν σκεφτείς πως ο εαυτός συναντάται στην ελπίδα αλλά και στην άρνησή της. Αυτονόητη για κάποιους.

Κι έπειτα διερωτάσαι ευλόγως, πού κρύβεται η νόηση και πώς την θεωρούμε κοινό τόπο στην αυτοαναφορά της; Νομίζω στην αξιοπρέπεια κρύβεται. Στην τιμιότητα του ν’ανοίγεις το στόμα και να τιμάς τον αέρα που ανασαίνεις εκπνέοντας λέξεις. Στο να μιλάς όταν έχεις κάτι να πεις με μάτια που λαμπυρίζουν ελπίδα, μετάνοια, αλλαγή.

Η γιαγιά μου 17 χρονών, θύμα του Εμφυλίου, περίμενε να τελειώσει η εξορία στην κεντρική Ευρώπη και να γυρίσει στην πατρίδα. Να κάνει οικογένεια, να ζήσει. Τώρα περιμένει με φόβο να περάσει στ’αστέρια.

Η μαμά μου, 21 χρονών της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, περίμενε να έρθει απ’το χωριό της στην Αθήνα. Να δουλέψει, να βγάλει λεφτά, να ζήσει. Τώρα περιμένει με φόβο να ξεχρεώσει. Να περισώσει ό,τι ελάχιστο υλικό της απόμεινε.

Εγώ 18 χρονών, της Ελλάδας του ευρώ και του υπέρ-μάρκετ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, περίμενα να τελειώσω το πανεπιστήμιο και ν’ακολουθήσω μέλλον Λαμπρόν. Εργασίας και προσφοράς. Τώρα περιμένω με φόβο να φύγω.

Τρεις γενιές αναμονής. Χιλιάδες άνθρωποι λες και στέκουν στην ουρά της δημόσιας υπηρεσίας του μέλλοντος. Ένα έθνος που αναμένει, κουράζεται, στέκει να ξαποστάσει, και είναι ακριβώς σ’αυτή του τη στάση απάνω που ξεχνιέται.

Ή ξεχασμένο έτσι αναμένοντας, βλέπει τον χρόνο διασταλμένο να περνάει αργά και δύσκολα. Δεν είναι όμως αυτή η διαστολή του χρόνου κατά την αναμονή το πρόβλημα. Άλλωστε αυτή με περισσή λαχτάρα την απαντάμε στον έρωτα. Είναι ακριβώς η μετάβαση απ’την ελπίδα στον φόβο. Γι’αυτήν δεν πρέπει να σταματήσουμε να αναμένουμε διεκδικώντας το αυτονόητο. Για την αναστολή αυτής της μετάβασης και την κατάργησή της.

Γι’αυτό θα σταθώ δίπλα στους απεργούς εργαζόμενους, όπως δίπλα μου ήθελα να’ναι κι αυτοί όταν εγώ ήμουν στους δρόμους για τον Αλέξη, τον Σαχτζάτ, την Αμυγδαλέζα. Κι ας μην ήταν.

Γι’αυτό θα σταθώ δίπλα στα συνδικάτα, όπως δίπλα μου ήθελα να’ναι κι αυτοί όταν εγώ ήμουν στους δρόμους για τον αντιφασισμό. Κι ας μην ήταν.

Γι’αυτό θα σταθώ δίπλα στους εργαζόμενους της ΕΡΤ, όπως δίπλα μου ήθελα να’ναι κι αυτοί όταν εγώ φώναζα για την αντιπληροφόρηση. Κι ας μην ήταν.

Όσες εξεταστικές κι αν παν χαμένες, όσα πτυχία, όσα ενοίκια, ώρες και χρήμα. Γιατί είναι ίσως τώρα η ώρα να φτάσουμε. Να μην αναμένουμε πια.-

*H Ρένια Πουρνάρα είναι επί πτυχίω φοιτήτρια Νομικής στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 2012 άρχισε τη μετάφραση δράσεων αλληλεγγύης και συνεντεύξεων από Ελληνικά σε Αγγλικά και Ιταλικά, με πρώτο το κίνημα υπογραφών υπέρ του Πέτρου Καπετανόπουλου. Το καλοκαίρι του 2013 ως οργανωτικό μέλος του CrisisArt Festival στο Arezzo της Ιταλίας, προσκάλεσε την Κρυσταλία Πατούλη για να παρουσιάσει την ακτιβιστική Έρευνα για την Κρίση, όπου επιμελήθηκε τη μετάφραση της απάντησης του ανθρωπολόγου Σωτήρη Δημητρίου, και διεξήγαγε γενικά τη διερμηνεία. Έως και σήμερα συνεχίζει να μεταφράζει άρθρα και συνεντεύξεις στα πλαίσια του δημόσιου διαλόγου στο Tvxs, αλλά και άλλα κείμενα, όπως π.χ. Τα τελευταία λεπτά της ελληνικής ραδιοφωνίας, και αρθρογραφεί.