[...] Επιτήδειοι Έλληνες, εκμεταλλεύονται στο έπακρο τις ανάγκες των Ελλήνων μεταναστών, ειδικά εκείνων που δεν γνωρίζουν την γλώσσα. Τους βάζουν να δουλέψουν σε εστιατόρια, όλη μέρα στην κουζίνα, δίνοντάς τους ψίχουλα, ενώ διαμένουν σε μικρά δωμάτια, μερικές φορές χωρίς θέρμανση. Στο Μπίλεφελντ για παράδειγμα, όπου ζω 18 χρόνια, κάποιος είχε το σχέδιο να φέρνει από Ελλάδα άστεγους ή σε απελπιστική κατάσταση άνεργους για να τους βάλει να δουλέψουν γι΄ αυτόν σε σφαγεία. Είχε ήδη συμφωνήσει με τον ιδιοκτήτη του σφαγείου να παίρνει για κάθε εργάτη 15 ευρώ την ώρα, ενώ εκείνος θα τους πλήρωνε 6 ευρώ την ώρα. Σωστό σκλαβοπάζαρο [...] Του συγγραφέα Γιώργου Λίλλη

Ενώ από την μια χαίρομαι που το νέο μεταναστευτικό κύμα στη Γερμανία οδήγησε στο να γνωριστώ με ενδιαφέροντες νέους ανθρώπους, από την άλλη λυπάμαι για όλα αυτά που αντιμετωπίζουν με την άφιξή τους εδώ.

Και για να το ξεκαθαρίσω ευθύς εξαρχής: υπεύθυνοι τις περισσότερες φορές για τις δυσκολίες τους αυτές οφείλονται συμπατριώτες μας. Επιτήδειοι Έλληνες, εκμεταλλεύονται στο έπακρο τις ανάγκες των Ελλήνων μεταναστών, ειδικά εκείνων που δεν γνωρίζουν την γλώσσα. Τους βάζουν να δουλέψουν σε εστιατόρια, όλη μέρα στην κουζίνα, δίνοντάς τους ψίχουλα, ενώ διαμένουν σε μικρά δωμάτια, μερικές φορές χωρίς θέρμανση.

Στο Μπίλεφελντ για παράδειγμα, όπου ζω 18 χρόνια, κάποιος είχε το σχέδιο να φέρνει από Ελλάδα άστεγους ή σε απελπιστική κατάσταση άνεργους για να τους βάλει να δουλέψουν γι΄ αυτόν σε σφαγεία.

Είχε ήδη συμφωνήσει με τον ιδιοκτήτη του σφαγείου να παίρνει για κάθε εργάτη 15 ευρώ την ώρα, ενώ εκείνος θα τους πλήρωνε 6 ευρώ την ώρα. Σωστό σκλαβοπάζαρο.

Και να ήταν μόνο αυτό; Τους νοίκιαζε και διαμερίσματα, έφτιαχνε τα χαρτιά τους, μιας και δεν γνώριζαν γερμανικά και έπαιρνε κάθε φορά γι΄ αυτή την αγαθοεργία 50 ευρώ. Πρόσφατα έμαθα πως το σχέδιό του πέτυχε και έχει ήδη φέρει από την Ελλάδα 300 άτομα.

Λυπάμαι πολύ για όλα αυτά. Ξέρω από πρώτο χέρι τι σημαίνει να είσαι μετανάστης. Πόσο άβολα νιώθεις όταν δεν ξέρεις την γλώσσα. Πόσο δύσκολο είναι να προσαρμοστείς. Και να έχεις και από πάνω κάθε είδους επιτήδειους που θέλουν να σε εκμεταλλευτούν.

Είναι λυπηρό να ακούς για ανθρώπους που τους έχουν πετάξει στο δρόμο και δεν έχουν να φάνε, μέσα στο κρύο, επειδή ζήτησαν το μεροκάματο που δικαιούνταν. Είναι λυπηρό να έρχονται σε μια ξένη χώρα, ως τελευταία ελπίδα και να βρίσκονται αντιμέτωποι με την πονηριά και την απληστία των ίδιων τους των συμπατριωτών.

Έχω την αίσθηση, αν και υπάρχουν εξαιρέσεις, πως σαν λαός ποτέ δεν είμαστε ενωμένοι. Το παρατηρούσα από την αρχή αυτό όταν είχα έρθει στη Γερμανία.

Οι Τούρκοι για παράδειγμα, ότι και να έκαναν, είχαν την υποστήριξη των συμπατριωτών τους. Γι΄ αυτό γέμισε η πόλη με μανάβικα, ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια Τούρκικα.

Αν κάποιος Έλληνας άνοιγε κάποιο μανάβικο θα έκλεινε για τον λόγο ότι κανένας Έλληνας δεν θα πήγαινε να αγοράσει από αυτόν. Έχουμε την τάση να ζηλεύουμε και να είμαστε καχύποπτοι με όλους και όλα.

Μπορεί ν΄ ακούγομαι υπερβολικά απλοϊκός, αλλά δεν θα ήθελα να κρυφτώ πίσω από το δαχτυλάκι μου, όταν τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους.

Ακόμα και σ΄ αυτές τις δύσκολες και οριακές στιγμές αν κάποιος κοιτάζει το δικό του και μόνο συμφέρον, αδιαφορώντας για τον συνάνθρωπό του, οδηγείται, σε μια καθαρά εγωκεντρική στάση. Ας μην απορήσουμε αν στο μέλλον, η μοναξιά θα είναι το χαρακτηριστικό μας γνώρισμα.-

*Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στα πλαίσια της Έρευνας για την Κρίση, που ξεκίνησε το 2010 η Κρυσταλία Πατούλη, με τη συμμετοχή προσώπων των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών, που απαντούν για τις αιτίες και τις λύσεις της κρίσης, σε έναν δημόσιο διάλογο του tvxs.gr με πάνω από 260 άρθρα και συνεντεύξεις συνολικά.

Ο Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974. Ένα χρόνο αργότερα με την οικογένειά του εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Στην αρχή στην Αθήνα και μετά στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του, μέχρι την επιστροφή στη Γερμανία το 1996 όπου ζει και εργάζεται από τότε.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά κι έχουν παρουσιαστεί σε περιοδικά και ανθολογίες του εξωτερικού. Μεταφράσεις, ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί και σε διάφορα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά (Ποίηση, Μανδραγόρας, Δέντρο, Ακτή, Γραφή).  Έχει μεταφράσει στα ελληνικά Ντουρς Γκρίνμπαϊν, Βισλάβα Σιμπόρσκα, Έριχ Φριντ, Λι Τάι Πε καθώς και Ινδιάνους ποιητές.

Έργα του: Ίχνη στο χιόνι (μυθιστόρημα 2012), Μικρή διαθήκη (ποιήματα 2012), Τα όρια του λαβυρίνθου (ποιήματα, 2008), Στο σκοτάδι μετέωρος (ποιήματα, 2003), Η χώρα των κοιμώμενων υδάτων (ποιήματα, 2001), Το δέρμα της νύχτας (ποιήματα, 1999).