Το φιλμ «Κλέφτης Ποδηλάτων» του Βιττόριο ντε Σίκα, κυκλοφόρησε στις 24 Νοεμβρίου του 1948. Εξήντα εννέα (69) χρόνια μετά, συνεχίζει να αποτελεί μία από τις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών. Ένα έργο το οποίο απέσπασε το ειδικό βραβείο Όσκαρ για καλύτερη ξένη ταινία, 7 χρόνια πριν καθιερωθεί αυτή η κατηγορία. Προβάλλεται την Παρασκευή 1η Δεκεμβρίου με ελεύθερη είσοδο για το κοινό - στο Αφιέρωμα «Μολυβένια Χρόνια - Εικόνες της Παιδικής Ηλικίας» - δίνοντας μας την ευκαιρία να την απολαύσουμε και πάλι στην μεγάλη οθόνη.

Η ταινία ξεκινάει σε μια αλάνα όπου ένα γεμάτο αγωνία τσούρμο ανέργων περιμένει να ακούσει ένα καλό νέο από τον υπεύθυνο του γραφείου εύρεσης εργασίας. Η τύχη χαμογελά σε κάποιον άνδρα που ονομάζεται Αντόνιο Ρίτσι, ο οποίος επιλέχθηκε από τον δήμο της Ρώμης να εργαστεί ως αφισοκολλητής.

Η δουλειά όμως απαιτεί ποδήλατο και ο Ρίτσι δεν έχει πια, καθώς το έχει δώσει ως ενέχυρο. Έτσι, θα πει ψέματα, θα πάρει τη δουλειά και μαζί μία ωραία στολή. Μέχρι αύριο όμως θα πρέπει να βρει ένα ποδήλατο.

Η γυναίκα του φαίνεται να έχει τη λύση. Δίνει ενέχυρο τα σεντόνια της προίκας της και το ποδήλατο επιστρέφει στην οικογένεια. Πριν ξημερώσει οι ποδηλάτες - αφισοκολλητές ξεχύνονται στους δρόμους. Ανάμεσά τους και ο ευτυχισμένος ακόμα Ρίτσι.

Την ώρα όμως που ανεβασμένος στη σκάλα του κολλά μια αφίσα που διαφημίζει την τελευταία ταινία της Ρίτα Χέιγουορθ, κάποιοι του κλέβουν το ποδήλατο. Η Ρίτα Χέιγουορθ κοιτά χαμογελαστή από τον τοίχο τον Ρίτσι να κυνηγά απεγνωσμένα τον κλέφτη...

Η επιβίωση της οικογένειας όμως εξαρτάται από το ποδήλατο. Έτσι, την επόμενη μέρα αρχίζει η αναζήτηση. Ο θεατής σιγά σιγά αρχίζει να συμπάσχει με τον Ρίτσι και με τον μικρό του γιο, ακολουθώντας τους στις ατέρμονες περιπλανήσεις τους στους δρόμους της Ρώμης. Ταξιδεύουμε έτσι στις υπαίθριες αγορές, στα συσσίτια της εκκλησίας και στις φτωχογειτονιές, με οδηγό την ελπίδα.

Το φιλμ «Κλέφτης Ποδηλάτων» (Bicycle Thieves / Ladri di Biciclette - 1948) του Βιττόριο ντε Σίκα, είναι ένα κλασσικό αριστούργημα, όχι μόνο του Ιταλικού, αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου, για το οποίο ο μεγάλος Όρσον Γουέλς, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Ο Ντε Σίκα κατάφερε κάτι αδιανόητο, εξαφάνισε την κάμερα!».

Στην ταινία τα κάδρα γεμίζουν από ρόδες, τιμόνια και κάθε είδους εξαρτήματα ποδηλάτου, όλα εντείνοντας το δράμα του ήρωα μας. Παράλληλα το σχόλιο του ντε Σίκα στη σκηνή με τη Ρίτα Χέιγουορθ για τον εμπορικό κινηματογράφο της εποχής και για τη σχέση του με την πραγματικότητα, είναι κάτι παραπάνω από σαφές.

Ο «Κλέφτης Ποδηλάτων» θεωρείται δικαίως ως μία από τις κορυφαίες ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Το φιλμ κέρδισε το ειδικό βραβείο Όσκαρ για καλύτερη ξένη ταινία 7 χρόνια πριν καθιερωθεί αυτή η κατηγορία.

Η ιστορία, μας μιλά για τον αγώνα των απλών ανθρώπων. Την προσπάθεια για επιβίωση, την αδικία που βιώνουν, την αγωνία για την επόμενη ημέρα, αλλά και τη στοργή, την αγάπη και την ανθρωπιά, που περικλείει όλους τους καθημερινούς ανθρώπους, που προσπαθούν και ελπίζουν, για ένα καλύτερο αύριο.

Σε μία μνημειώδης σκηνή, πατέρας και γιος κάθονται να φάνε σ' ένα εστιατόριο. Εκεί υπό τους ήχους της λαϊκής ορχήστρας και με το στομάχι γεμάτο η αισιοδοξία επιστρέφει. Ο μικρός Μπρούνο πίνει κρασί. Μοιάζει να έχει ενηλικιωθεί μέσα σε μία μόλις ημέρα. Ωστόσο, το όνειρο διακόπτεται, όταν ξαναρχίζει η περιπλάνηση.

Ξαφνικά έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με τον κλέφτη. Ο Ρίτσι τον πιάνει και τον πιέζει να του δώσει πίσω το ποδήλατό του. Οι φτωχοί γείτονές του, σπεύδουν να τον βοηθήσουν. Ο αστυνομικός που φτάνει κάνει έρευνα στο σπίτι του κλέφτη ­ένα σπίτι πανομοιότυπο σχεδόν με εκείνο της οικογένειας Ρίτσι. Δεν βρίσκει το ποδήλατο, μάρτυρες δεν υπάρχουν, τα πάντα χάνονται. Πατέρας και γιος φεύγουν σχεδόν κυνηγημένοι από τη γειτονιά.

Βαθιά απελπισμένος πια ο ήρωας μας, αποφασίζει να κλέψει ένα από τα εκατοντάδες ποδήλατα που βρίσκονται γύρω του. Το δράμα κορυφώνεται. Αρπάζει πράγματι ένα, όμως καθώς είναι άπειρος, συλλαμβάνεται αμέσως από τους περαστικούς.

Στη θέα του τρομοκρατημένου Μπρούνο ο ιδιοκτήτης θα δείξει οίκτο προς τον κλέφτη και θα τον αφήσει ελεύθερο. Τότε ο ήρωας θα ξεσπάσει σ' ένα σπαρακτικό κλάμα και αγκαλιά με το γιο του θα γίνει και πάλι ανώνυμος μέσα στο πλήθος των περαστικών...

Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο «Κλέφτης Ποδηλάτων» άλλαξε τη ροή της κινηματογραφικής τέχνης και δεν έχουν άδικο. Ο φτωχός εργάτης Λαμπέρτο Ματζοράνι και οι άλλοι ερασιτέχνες ηθοποιοί της ταινίας - ­μεταξύ αυτών και ο δεκαεξάχρονος τότε Σέρτζιο Λεόνε, που υποδυόταν ένα από τα παπαδοπαίδια στη σκηνή της καταιγίδας­ - δίδαξαν στους ακριβοπληρωμένους σταρ της εποχής έναν νέον τρόπο προσέγγισης της υποκριτικής τέχνης.

Παράλληλα η ταινία του Βιττόριο ντε Σίκα αποτελεί και μία υπέροχη απόδειξη για το πώς μπορεί κανείς να φτιάξει μία πραγματικά σπουδαία ταινία χωρίς την βοήθεια ψηφιακών εφέ ή μπάτζετ εκατομμυρίων. Το φιλμ βασίζεται σ' ένα απλό σενάριο, από την ομώνυμη νουβέλα του Λουίτζι Μπαρτολίνι, που όμως δεν μπορεί παρά να συγκινήσει τον θεατή.

Οι ερμηνείες αν και προέρχονται από ερασιτέχνες ηθοποιούς είναι βγαλμένες από τη ζωή, σήμα κατατεθέν άλλωστε του νεορεαλισμού. Το σημαντικότερο είναι ότι ο σκηνοθέτης, με την κάμερα του καταγράφει την Ιταλία μετά τα συντρίμμια που άφησε πίσω του ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μια Ιταλία γεμάτη ανασφάλειες και σκοτεινούς ανθρώπους που είναι έτοιμοι με μια σπίθα να γίνουν φωτιά και να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον.

Βλέποντας την ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος της παρατηρούμε ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην μεταπολεμική Ιταλία και την μετεμφυλιακή Ελλάδα. Τα ίδια προβλήματα, οι ίδιες ανασφάλειες, τα αγωνιώδη βλέμματα και οι ίδιοι καχύποπτοι άνθρωποι. Γι’ αυτό εξάλλου και πολλές ελληνικές μετεμφυλιακές ταινίες δανείστηκαν στοιχεία από τον ιταλικό νεορεαλισμό.

Ο Βιττόριο ντε Σίκα, με την συγκεκριμένη ταινία του, καταφέρνει να μας συναρπάσει με την απλότητά του και ταυτόχρονα με το συναίσθημα που βγάζει μέσα από την ιστορία που αφηγείται. Η μουσική υπόκρουση είναι χαρακτηριστική και έχει μείνει διαχρονικά ως μία από τις καλύτερες και πλέον συγκινητικές, στην ιστορία του σινεμά.

Βρισκόμαστε στο 1945. Ο καταστρεπτικός και ισοπεδωτικός Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει και η κινηματογραφική σχολή εγκαταλείπει σταδιακά το φανταστικό, το εξωπραγματικό, το παραμορφωμένο και ατομικό, για να περάσει σε πιο ρεαλιστικά πλαίσια.

Η Νέα αυτή Κινηματογραφική Σχολή έχει τη ρίζα της γέννησής της στην Ιταλία, όπως αυτή διαμορφώθηκε, μετά το 1945. Ο Κινηματογραφικός φακός πλέον εγκαταλείπει το στούντιο και τις παραμορφώσεις του και εγκαθίσταται μέσα στην πόλη και στο λεγόμενο αστικό περιβάλλον της.

Ο νεορεαλισμός έρχεται να εισαγάγει στον Κινηματογράφο την σκέψη για το κοινωνικό είναι και γίγνεσθαι. Να βάλει τον θεατή στη θέση του πρωταγωνιστή και από εκεί, στην καρδιά της ιστορίας και του προβλήματος.

Η νέα αυτή τάση της εποχής, ήρθε να αντιπαρατεθεί στο κοσμικό μελό, την αισθηματική κωμωδία, την θεαματική υπερπαραγωγή και όλες αυτές τις ταινίες που χαρακτήριζαν την προηγούμενη περίοδο και που καμία νύξη δεν περιείχαν για τα διογκωμένα κοινωνικά προβλήματα και τις αγωνίες του απλού καθημερινού ανθρώπου.

Διαβάστε επίσης:
Βιττόριο ντε Σίκα: Ο πατέρας του Ιταλικού Νεορεαλισμού

Το φιλμ «Κλέφτης Ποδηλάτων» (Bicycle Thieves / Ladri di Biciclette - 1948) του Βιττόριο ντε Σίκα, προβάλλεται την Παρασκευή 1η Δεκεμβρίου με ελεύθερη είσοδο για το κοινό, στο Αφιέρωμα «Μολυβένια Χρόνια - Εικόνες της Παιδικής Ηλικίας», στην Κινηματογραφική Λέσχη του Δήμου Βύρωνα, όπου τις ταινίες επιλέγει και παρουσιάζει ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Στέλιος Χαραλαμπόπουλος.