Ο σπουδαίος Έλληνας κινηματογραφιστής Αλέξης Δαμιανός, έφυγε σαν σήμερα, στις 4 Μαΐου του 2006. Με αφορμή τη συμπλήρωση έντεκα (11) χρόνων από τον θάνατό του αξιόλογου δημιουργού - και πενήντα (50) χρόνια από την προβολή της πρώτης του ταινίας «Μέχρι το Πλοίο» (1967) - παρουσιάζουμε ένα μικρό θεματικό αφιέρωμα στο έργο του ποιητή, συγγραφέα, σκηνοθέτη και ηθοποιού, Αλέξη Δαμιανού. Διαβάστε επίσης: Η αληθινή ιστορία της κινηματογραφικής «Ευδοκίας».

«Το θέμα είναι πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο. Πάμε να του βρούμε την ταυτότητά του, όλοι. Ψάχνουμε μια ταυτότητα όλοι μας, άλλοι πιο πολύ άλλοι λιγότερο, άλλοι με περισσότερα ελαττώματα άλλοι με λιγότερα. Ανθρωπάκια του Θεού είμαστε όλοι. Τα επιτεύγματά μας δεν έχουν τόση σημασία. Σημασία έχει η μάχη του καθενός μας. Πήραμε την συνταγή την ξένη και προσπαθήσαμε να την εφαρμόσουμε εδώ. Και γίναμε γελοίοι. Και την γελοιότητα αυτή την κάναμε αποδεκτή. Από έναν λαό που τραγουδούσε τα δημοτικά τραγούδια, ένα λαό τόσο ερωτικό που πάλλεται, που τρέχει σαν το νεράκι. Όλες αυτές τις μνήμες για την καταγωγή πρέπει να τις ξυπνήσουμε. Η λήθη που υπάρχει δεν μπορεί να πάει παραπέρα. Πρέπει να φτάσουμε στην Αλήθεια που σημαίνει μη Λήθη, το στερητικό Α και τη Λήθη. Να φτάσουμε στην ομολογία, στη ταπείνωση. Και ν’ αγαπάμε, όποιος δεν αγαπά εκείνος  χάνει.» - Αλέξης Δαμιανός (Παρασκήνιο 1995)

Ο Αλέξης Δαμιανός, γεννήθηκε στις 21 Ιανουαρίου του 1921 στην Αθήνα. Ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ιδρυτής του «Πειραματικού Θεάτρου» και του Θεάτρου «Πορεία», όπου σκηνοθέτησε πολλά θεατρικά έργα.

Έχει σκηνοθετήσει τρεις μεγάλου μήκους ταινίες και έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλές ταινίες Ελλήνων σκηνοθετών όπως στον «Κλέφτη» του Παντελή Βούλγαρη, στο «Σύντομο Διάλειμμα» του Ντίνου Κατσουρίδη, στον «Φόβο» του Κώστα Μανουσάκη, και στον «Καιρό των Ελλήνων» του Λάκη Παπαστάθη. Οι ταινίες του απέσπασαν πολλά βραβεία και του χάρισαν διεθνή αναγνώριση. Πέθανε στις 4 Μαΐου του 2006.

Οι ταινίες του Αλέξη Δαμιανού, τρεις στο σύνολό τους, διασχίζουν σχεδόν σαράντα χρόνια και σφραγίζουν ανεξίτηλα την πορεία του νέου ελληνικού κινηματογράφου. Το τρίπτυχο του έργου του ξεκινά το 1966 με το «Μέχρι το Πλοίο» και μαζί του ξετυλίγεται η ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου.

Σταθμός στο 1971 και στην «Ευδοκία», μία από τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών. Επόμενος σταθμός το 1995 και ο «Ηνίοχος», η πιο πολυαναμενόμενη κινηματογραφική επιστροφή που γνώρισε το ελληνικό σινεμά. Σκληρή ποίηση, κοινωνική διείσδυση, ιστορικός προβληματισμός με επίκεντρο πάντα τον άνθρωπο χαρακτηρίζει το μοναδικό έργο του Αλέξη Δαμιανού.

Οι τρεις ταινίες του σκηνοθέτη και σεναριογράφου, Αλέξη Δαμιανού:

«Μέχρι το Πλοίο» (1967)

Ταινία βασισμένη στο «Δαχτυλίδι» του Σπήλιου Πασαγιάννη, τη «Νανότα» του Γρηγόρη Ξενόπουλου και ένα δημοτικό τραγούδι. Πρόκειται για την κατάβαση ενός άντρα από το βουνό στον κάμπο κι από εκεί στο λιμάνι προκειμένου να φύγει μετανάστης στην Αυστραλία. Ένα φιλμ σκληρής ποίησης - καταγραφή αρχέτυπων συμπεριφορών, ένας ύμνος σε πανάρχαιες δομές, μια ελεγεία με φόντο την ελληνική φύση και πρόσωπα ανθρώπων της υπαίθρου και του μόχθου.

Η ταινία κέρδισε παμψηφεί το πρώτο βραβείο ξένης ταινίας στο Φεστιβάλ της Ιέρ και εξασφάλισε διανομή στο Παρίσι. Οι Γάλλοι κριτικοί ενθουσιάστηκαν με το σπάνιο κινηματογραφικό διαμάντι από την Ελλάδα.

«Ευδοκία» (1971)

Έναν χρόνο μετά έρχεται η δικτατορία των συνταγματαρχών. Ο Αλέξης Δαμιανός με τη σύζυγό του Άρτεμη και τα τρία παιδιά τους μετακομίζουν για έναν χρόνο στην Αγγλία. Το σενάριο με τίτλο εργασίας «Η Πόρνη και ο Στρατιώτης» μπαίνει στην τελική ευθεία. Παραγωγοί ο ίδιος με τη γυναίκα του, ωστόσο αποφάσισαν να βρουν έναν Άγγλο συμπαραγωγό ώστε να προστατεύσουν την ταινία από κάθε λογής επιπλοκές στην Ελλάδα.

Ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι, αυθόρμητο, καθόλου χυδαίο, ερωτικό μέσα από την αθωότητα που εξέπεμπε, η Μαρία Βασιλείου, κυπριακής καταγωγής, από τις λαϊκές συνοικίες του Λονδίνου, επιλέχθηκε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ ο λοχίας βρέθηκε σ' ένα γιαπί στον Πειραιά. Ένα αγόρι 21 χρόνων, ο Γιώργος Κουτούζης, ωραίος, ψηλός, αψεγάδιαστης αντρικής συμπεριφοράς, έσφυζε από νιάτα και δύναμη.

Η «Ευδοκία», όπως ήταν ο τελικός τίτλος της ταινίας, το όνομα της ηρωίδας αλλά και το όνομα της μάνας του Δαμιανού, γυρίστηκε στα αγγλικά. Στην ελληνική εκδοχή, η τραγουδίστρια Ελένη Ροδά ντουμπλάρισε τον κεντρικό ρόλο, με βραχνή φωνή -κράμα χυδαιότητας και πίκρας - συμβάλλοντας καθοριστικά στην ερμηνεία της Βασιλείου.

Η μουσική του Μάνου Λοΐζου, βασισμένη σε βυζαντινά μοτίβα που έψαλε ο ίδιος ο Δαμιανός για να τον καθοδηγήσει, καθαγιάζει την ταινία:

Μερικές εικόνες που μένουν ανεξίτηλες στη μνήμη: το αυθαίρετο σπίτι στα Ανω Λιόσια λουσμένο στο φως (εκπληκτική η φωτογραφία του Χρήστου Μάγκου), με το μπανάλ εσωτερικό του, η ιεροτελεστική επίδειξη ασκήσεων με τη γυμνή διμοιρία κάτω από το λιοπύρι, το τραμπάλισμα με τη σχοινένια κούνια στην Πάρνηθα και το σπαραχτικό γέλιο της Ευδοκίας...

Αυτή η μοναδική ταινία, λιτή αλλά με την αρχιτεκτονική σύγχρονης τραγωδίας, προβλήθηκε στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης του 1971 (12o Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, 1971) αλλά με εξαίρεση το Βραβείο Ά Γυναικείου Ρόλου (Μάρω Βασιλείου), δεν δέχτηκε καλές κριτικές, ενώ παράλληλα πέρασε από άπειρες επιτροπές λογοκρισίας, μέχρι να της δοθεί άδεια προβολής. Παρ’ όλα αυτά, η ταινία του Αλέξη Δαμιανού δικαιώθηκε πλήρως το 1985, η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.), την ανακήρυξε ως την σημαντικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών.

«Ηνίοχος» (1995)

Ο Δαμιανός έκανε είκοσι χρόνια να επιστρέψει στον κινηματογράφο. Στα χρόνια που ακολούθησαν την «Ευδοκία», επέλεξε να αποτραβηχτεί στο χωριό Βασιλικά, στη Βόρεια Εύβοια. Αυτό για το οποίο αγωνιούσε πια ήταν να αφηγηθεί την τραγωδία τής σύγχρονης Ελλάδας. Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια γυρισμάτων και την ολική οικονομική καταστροφή του, καθώς το επίσημο κράτος ήταν απόν και σ’ αυτό το εγχείρημα του σπουδαίου καλλιτέχνη.

Ο «Ηνίοχος» ολοκληρώθηκε το 1995, χάρη στη συνδρομή εκατοντάδων επαγγελματιών και ερασιτεχνών, «ένα κίνημα» όπως το αποκαλούσε ο ίδιος. Μια ταινία αφάνταστου λυρισμού, ανυπέρβλητης αισθητικής, ένας αφηγηματικός λαβύρινθος σπάνιας κινηματογραφικής ομορφιάς.