Ο "Επίμονος Κηπουρός", μυθιστόρημα του διάσημου συγγραφέα Τζον Λε Καρρέ, κυκλοφόρησε το 2001 (μετέπειτα έγινε και ταινία), και υπήρξε το πιο διάσημο δείγμα στον 21ο αιώνα για το μέχρι που μπορεί να φτάσει η εκμετάλλευση των πολιτών σε περιπτώσεις ιατρικής έρευνας. Στο βιβλίο παρακολουθούμε την ιστορία του Τζάστιν Κουέιλ, ενός διπλωμάτη παντρεμένου με μια ακτιβίστρια που δραστηριοποιείται στην Κένυα της Αφρικής. Όταν η σύζυγος του Κουέιλ βρίσκεται δολοφονημένη, εκείνος αποφασίζει να ερευνήσει το θάνατό της και βρίσκεται αντιμέτωπος με μια βρώμικη υπόθεση: η Τέσα έχει ανακαλύψει πως μια φαρμακευτική εταιρεία που διοχετεύει στη χώρα φάρμακα για τον HIV, παράλληλα παρέχει δωρεάν αγωγή για τη φυματίωση, χρησιμοποιώντας όμως τους παραλήπτες της ως πειραματόζωα.

Περιστατικά σαν αυτά δεν περιορίζονται ωστόσο στη σφαίρα της φαντασίας. Είναι ευρέως γνωστό πως η ιατρική και φαρμακευτική βιομηχανία διατηρεί διαχρονικά μία παράδοση στην εκμετάλλευση ανθρώπων ανά τον κόσμο, αγνοώντας παντελώς στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Η εν λόγω πρακτική ξεκίνησε να εφαρμόζεται στα μέσα του 20ου αιώνα, με πιο τρανταχτές περιπτώσεις αυτές των πειραμάτων των Ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και των πειραμάτων για την εξάλειψη της σύφιλης εις βάρος άπορων Αφρο-Αμερικανών στην Αλαμπάμα των Η.Π.Α., από το 1932 μέχρι και το 1972, χωρίς να παρέχεται ωστόσο κανενός είδους θεραπεία (η υπόθεση είναι γνωστή ως "δίκες Tuskegee'').

Πως όμως επετράπησαν οι έρευνες αυτές όταν ήταν πασιφανώς βλαβερές προς τους ανθρώπους που συμμετείχαν; Οι ερευνητές είχαν στα χέρια τους οδηγίες και περιορισμούς στα πλαίσια της ηθικής διάστασης του ζητήματος, όμως τα επιστημονικά συμβούλια υπεύθυνα για τέτοιου είδους θέματα ιδρύθηκαν αρκετά χρόνια μετά, στα μέσα του 1970, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να υπάρξουν παρεμβάσεις, πόσο μάλλον στην περίπτωση των στρατοπέδων συγκέντρωσης εν μέσω εμπόλεμων συρράξεων.

Σήμερα τα συμβούλια αυτά φροντίζουν ώστε να μην επαναληφθούν αντίστοιχα περιστατικά εκμετάλλευσης στο βωμό της ιατρικής και της φαρμακευτικής. Φυσικά αυτό αφορά στις δυτικές χώρες, αφού σε άλλα αναπτυσσόμενα κράτη η κατάσταση παραμένει σχεδόν ίδια.

Πολίτες αναπτυσσόμενων χωρών εξακολουθούν να πέφτουν θύματα ανήθικων ιατρικών εφαρμογών και πειραμάτων, καθώς δεν υπάρχουν χρήματα και υποδομές για την ύπαρξη φορέων που θα τα εμπόδιζαν, ενώ οι περιπτώσεις είναι τόσο πολλές που καθίσταται δύσκολη ακόμα και η καταγραφή τους. Οι πρακτικές αυτές περιγράφονται συνοπτικά από την Ευρωπαϊκή Κομμισιόν με τη φράση-όρο ''ethics dumping'' και εφαρμόζονται από ερευνητές ανεπτυγμένων χωρών που εκμεταλλεύονται χαλαρό νομικό πλαίσιο και ανύπαρκτους μηχανισμούς ηθικής άλλων κρατών.

Χαρακτηριστικά ως προς τα παραπάνω είναι τα παραδείγματα της Κίνας, όπου εκατοντάδες πολίτες συμμετέχουν σε διάφορες έρευνες, όπως αιματολογικές, χωρίς να λαμβάνουν ούτε κάποιο αντίτιμο ή αποζημιώσεις σε περίπτωση τραυματισμών ή οποιουδήποτε άλλου ιατρικού λάθους. Το ethics dumping βρίσκει πρόσφορο έδαφος και σε χώρες όπου η οποιαδήποτε νομική κίνηση για άδεια σε ζητήματα ιατρικής ηθικής γίνεται μόνο αν προκύψει ζήτημα μη δημοσιεύσιμων αποτελεσμάτων χωρίς επίσημη έγκριση, αφού όμως πρώτα έχει ολοκληρωθεί η εκάστοτε έρευνα με τις όποιες επιπτώσεις στους συμμετέχοντες. 

Αντίστοιχα είναι τα πράγματα όταν σε κοινότητες όπου διεξάγονται έρευνες δεν υπάρχει καμία επέμβαση όταν είναι εφικτή η παροχή φαρμακευτικής αγωγής που θα γιάτρευε ασθένειες από τι οποίες πάσχουν οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα. Ενδεικτικές ήταν οι αποκαλύψεις του 2014 στην Ινδία, όπου παρά το γεγονός ότι διεξαγόταν διεθνής έρευνα για την εξάλειψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας με 141.000 συμμετέχουσες γυναίκες, 254 από αυτές πέθαναν από την ασθένεια χωρίς να τους χορηγηθεί κανένα φάρμακο που θα καθυστερούσε έστω την εξάπλωσή της.

Γιατί όμως, ενώ αυτού του είδους τα περιστατικά έρχονται αργά ή γρήγορα στο φως της δημοσιότητας, υπάρχουν ακόμα πολίτες που δέχονται να βρεθούν στη θέση του πειραματόζωου; Η διεθνής επιστημονική κοινότητα υποστηρίζει ότι σε μέρη όπου η πρόσβαση σε φαρμακευτική αγωγή είναι δύσκολο να χορηγηθεί κυρίως για οικονομικούς λόγους, πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται επί της ουσίας να κάνουν τέτοιου είδους παραχωρήσεις με την ελπίδα κάποιας θεραπείας στα εκάστοτε προβλήματά τους. Άλλοι από την άλλη πλευρά δέχονται χρηματικά ποσά ικανά να συντηρήσουν τις οικογένειές τους. Υπολογίζεται δε ότι οι μισοί σχεδόν συμμετέχοντες στα προγράμματα ευεργετούνται με κάποιο τρόπο.

Φυσικά η προσέγγιση αυτή του ζητήματος, με όρους ηθικής, καθίσταται απαράδεκτη και οργανώσεις υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλο τον κόσμο επερωτούν κατά πόσο μπορεί να γίνεται ανεκτή.