Τον Απρίλιο του 2017, δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neuron μια μελέτη, σύμφωνα με την οποία η αϋπνία που βιώνουν ενήλικα άτομα προκύπτει εξαιτίας του ότι συγκεκριμένοι μηχανισμοί του εγκεφάλου αλλάζουν όσο μεγαλώνουμε.

Πιο συγκεκριμένα, αυτό που συμβαίνει είναι ότι σταδιακά ατροφούν και χάνονται νευρολογικοί σύνδεσμοι του εγκεφάλου, η δουλειά των οποίων είναι να μεταφέρουν σε αυτόν το μήνυμα ότι είμαστε κουρασμένοι. Ενώ δηλαδή είναι "γραμμένο" στον ανθρώπινο εγκέφαλο το πόσο χρειαζόμαστε να κοιμηθούμε για να ξεκουραστούμε πραγματικά, με το πέρασμα του χρόνου αυτός αδυνατεί να "πιάσει" τα μηνύματα που μεταφέρονται σε αυτόν για να περάσει στη λειτουργία του ύπνου.

Ενώ για πολλά χρόνια η επιστημονική κοινότητα θεωρούσε πως η αϋπνία είναι συνέπεια του γήρατος, το συμπέρασμα στο οποίο έρχεται τώρα είναι ότι η έλλειψη ύπνου είναι ένας παράγοντας που μπορεί να οδηγήσει ο ίδιος στη γήρανση. Για την ακρίβεια, επιστήμονες ανακάλυψαν ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ της έλλειψης ύπνου με καρδιοαγγειακά νοσήματα, το διαβήτη και την παχυσαρκία. 

Σύμφωνα δε με μελέτες που διεξήχθησαν από νοσοκόμες στο Πανεπιστήμιο του Harvard, η μνήμη μας είναι επίσης μια λειτουργία του εγκεφάλου που επηρεάζεται άμεσα από τις συνήθειες μας σε σχέση με τον ύπνο. Τόσο ο πολύς ύπνος, όσο και η έλλειψή του μπορούν να την επηρεάσουν αρνητικά.

Σύμφωνα με το Sleep Foundation, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι χρειάζονται επτά με εννιά ώρες ύπνου κάθε νύχτα για να είναι πλήρως ξεκούραστοι, όσες δηλαδή χρειάζονται και οι νεότεροι άνθρωποι, χωρίς όμως να τις λαμβάνουν. Μάλιστα, υπολογίζεται πως το 13% του ανδρικού πληθυσμού και το 36% του γυναικείου άνω των 65 ετών χρειάζονται πάνω από μισή ώρα για να αποκοιμηθούν αφού έχουν ξαπλώσει στο κρεβάτι τους, ενώ ο ύπνος τους είναι ελαφρύς και συχνά διακοπτόμενος.

Αυτό που κρίνεται ανησυχητικό ωστόσο, είναι το γεγονός ότι η έλλειψη ύπνου είναι ένα φαινόμενο που εντοπίζεται πλέον και σε νεότερες ηλικίες, δηλαδή στα τέλη των 20's και τις αρχές των 30's. Στην ηλικία των 50 ετών, ο μέσος άνθρωπος θα έχει φτάσει στο σημείο να λαμβάνει 50% λιγότερες ώρες βαθέος ύπνου, ενώ στα 70 τα πράγματα χειροτερεύουν ακόμη περισσότερο με το μέσο άνθρωπο να μην λαμβάνει σχεδόν καθόλου ποιοτικό ύπνο.

Στον απόηχο των ευρυμάτων αυτών, θα έλεγε κανείς πως τα υπνωτικά χάπια θα μπορούσαν να αποτελέσουν λύση. Ωστόσο, ένας υποβοηθούμενος από φαρμακευτικά σκευάσματα ύπνος, πέρα από το θετικό στοιχείο του ότι είναι συνεχόμενος, δυστυχώς δεν είναι βαθύς όσο χρειάζεται ο οργανισμός για να ξεκουραστεί πραγματικά.