Καλοκαίρι είναι τα παιδιά που τρέχουν στην παραλία και τσαλαβουτάνε στα νερά, πολλές φορές ολόγυμνα με τις σταγόνες να λάμπουν  πάνω στο σώμα τους... 

Είναι οι γυναίκες - μάνες που τα τυλίγουν απαλά για να τα σκουπίσουν κι οι άλλες που περπατούν κατά μήκος της παραλίας... Είναι οι ψαράδες που βγάζουν την ψαριά στην ακτή... Είναι τα λαμπερά μεσημέρια στη Βαλένθια όπως τα είδε ο Χοακίν Σορόγια. Ο ζωγράφος του φωτός.

Γεννήθηκε στη Βαλένθια στις 27 Φεβρουαρίου 1863. Ο Joaquin Sorolla y Bastida ήταν ο γιος ενός εμπόρου που λεγόταν επίσης Joaquin και της συζύγου του Concepcion Bastida.  Αυτός και η μικρότερη αδερφή του πρόλαβαν ελάχιστα τους γονείς τους που έφυγαν δυο χρόνια αργότερα μαζί, από χολέρα, αφήνοντας τα αδέρφια ορφανά σε τρυφερή ηλικία. 

Από μικρός ο Joaquin έδειξε το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική αφού δεν έκανε άλλο από το να σχεδιάζει όλη μέρα αντί να διαβάζει. Στα δεκατέσσερά του άρχισε τα πρώτα του μαθήματα . Στα δεκαοκτώ ταξίδεψε στη Μαδίτη για να σπουδάσει τους μεγάλους ζωγράφους στο Μουσείο Prado, επέστρεψε όμως το 1988 για να παντρευτεί την αγαπημένη του Clotilde Garcia del Castillo, που είχε γνωρίσει εννιά χρόνια νωρίτερα στο ατελιέ του πατέρα της.

Αυτοπροσωπογραφία

Βιβλία για τη ζωγραφική: 

Τα βραβεία και οι διακρίσεις στις Διεθνείς Εκθέσεις

Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία ήρθε με το έργο του “Μια άλλη Μαργαρίτα(1892) το οποίο κέρδισε το χρυσό μετάλλιο  στην Εθνική Έκθεση στη Μαδρίτη και το πρώτο βραβείο στη Διεθνή Έκθεση του Σικάγο. Έγινε αμέσως γνωστός ως ο ζωγράφος της Μοντέρνας Ισπανικής Σχολής. Το επόμενο έργο του Επιστροφή από το ψάρεμα (1894) κατέκτησε τα γαλλικά σαλόνια και αποκτήθηκε από το Μουσείο του Λουξεμβούργου. 

“Μια άλλη Μαργαρίτα”

“Επιστροφή από το ψάρεμα”

Ένα ακόμη πιο σημαντικό έργο-σταθμός στην καριέρα του Σορόγια ήταν το έργο του Θλιβερή Κληρονομιά (1899), ένας πίνακας τεραστίων διαστάσεων που αναπαριστά μια ομάδα από παιδιά με αναπηρίες καθώς προσπαθούν να μπουν στη θάλασσα με τη βοήθεια ενός μοναχού. Είναι το θαλασσινό νερό εξαγνιστικό[;] κι η παραλία μια αχανής κολυμπήθρα του Σιλωάμ [;] ή είναι απλώς η θάλασσα μια ευκαιρία για παιχνίδι που δεν κάνει διακρίσεις σε παιδιά με κινητικά προβλήματα;

Όπως κι αν έχει, το έργο κατέκτησε τη μεγαλύτερη διάκριση που έλαβε ο Σορόγια: Το Μέγα Βραβείο και το μετάλλιο της τιμής στη Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι το 1900 και το μετάλλιο της τιμής στη Διεθνή Έκθεση στη Μαδρίτη το 1901.


 
“Θλιβερή Κληρονομιά”

Στις λαμπερές παραλίες της Βαλένθια...

Μετά από αυτό το έργο, σαν να του τέλειωσε το μαύρο, ο Σορόγια αφιερώθηκε στο φως, στο λευκό και τα καθαρά χρώματα. Στα λαμπερά καλοκαίρια της Βαλένθια, στις χαρούμενες στιγμές στην παραλία, στα παιδιά που χαίρονται το νερό. Στα πανιά που τα φουσκώνει ο άνεμος, στις βάρκες και τα μικρά βαρκάκια των αγοριών, στα κορίτσια με τα ροζ φορέματα και τις γυναίκες με τα λευκά. 

Τα λευκά του είναι εκτυφλωτικά. Ιδιαίτερα στα γυναικεία ρούχα. Υπάρχουν βέβαια και τα πανιά των πλοίων. Εδώ το λευκό είναι πιο χλωμό, το ύφασμα πιο χοντρό, λίγο γαριασμένο από την αρμύρα. Είναι και τα άσπρα των τοίχων. Το κάτασπρο του ασβέστη που γκριζάρει αδιόρατα στο φως. Ο καυτός μεσογειακός ήλιος αναδεικνύει τη μοναδικότητα κάθε απόχρωσης. 

Πολλοί τον θεωρούν ιμπρεσσιονιστή, αλλά ο Σορόγια είναι μάλλον o εκπρόσωπος του “luminism” [ή μήπως του “sorollism”;], o δάσκαλος του φωτός. Μα εκτός από την εξαιρετική απόδοση του φωτός, ο Σορόγια κάνει και κάτι ακόμη: καταφέρνει να ξυπνήσει κι άλλες αισθήσεις εκτός από την όραση. Τα έργα του είναι σαν να εκπέμπουν ήχους: το κύμα που σκάει στην ακτή, τα γέλια των παιδιών, το θρόισμα των φορεμάτων... Σαν να αναδίδουν θερμότητα… Σαν να νιώθεις στο πρόσωπο τον καυτό μεσημεριανό ήλιο και την αύρα που φτάνει στα ακρογιάλια της Βαλένθια.

Το 1920, ενώ ζωγράφιζε στον κήπο του σπιτιού του στη Μαδρίτη, ο Σορόγια έπαθε εγκεφαλικό κι έμεινε παράλυτος [χειρότερα από τα αγόρια με την πολυομυελίτιδα που ζωγράφισε στο βραβευμένο έργο του]. Έζησε έτσι τρία χρόνια μέχρι τις 10 Αυγούστου του 1923 που το φως από τα μάτια του έσβησε εντελώς.

Βιβλία για τη ζωγραφική: