Ήταν 10 Οκτωβρίου 1813. Στο χωριό Λε Ρονκολε, στην Ιταλική επαρχία της Πάρμα, ο Κάρλο Τζουζέπε Βέρντι και η Λουίτζια Ουττίνι υποδέχονταν στον κόσμο το νεογέννητο γιο τους. Ο μικρός, θα έπαιρνε τα ονόματα Τζουζέπε, Φορτουνίνο, Φραντσέσκο. Και οι Μοίρες, θα τον προόριζαν να γίνει ο αγαπημένος της όπερας…

Οι γονείς του, είχαν το μοναδικό μαγαζάκι του χωριού. Και μπορεί να μην έμαθαν ποτέ γραφή και ανάγνωση, κατάλαβαν όμως από νωρίς ότι το παιδί τους ήταν προικισμένο με ένα μεγάλο ταλέντο! Έτσι, αν και φτωχοί άνθρωποι, όταν ο μικρός Τζουζέπε μεγάλωσε λίγο του αγόρασαν ένα σπινέττο, (δηλαδή ένα μικρό «ξαδελφάκι» του τσέμπαλου). Στα 12, ήταν ήδη οργανίστας στην εκκλησία του χωριού!

Ένας προμηθευτής του πατέρα Βέρντι, ο Αντόνιο Μπαρέτζι, ήταν όχι μόνον πολύ πλούσιος αλλά και φιλόμουσος. Βλέποντας το ταλέντο του μικρού, τον πήρε μαζί του στο Μπουσέτο και ανέλαβε να στηρίξει τη μουσική εκπαίδευσή του. Έτσι, το νεαρό αγόρι μάθαινε πιάνο, κλαρινέτο, φλάουτο, μπάσο και κόρνο. Δεν ξεχνούσε το χωριό του όμως… Περπατούσε μέχρι εκεί (ξυπόλητος, υποστηρίζουν βιογράφοι) κάθε Κυριακή για να παίξει Όργανο στην εκκλησία…

Ήταν 18 χρόνων, όταν έκανε αίτηση για να γραφτεί στο Ωδείο του Μιλάνου. Και όμως…τον απέρριψαν! Και αυτό, διότι είχε υπερβεί το όριο ηλικίας!

Διαβάστε επισης: «Βέρντι: η ζωή, το έργο, η εποχή του» του Γιώργου Δρόσου

Στα 23, παντρεύτηκε την κόρη του Μπαρέτζι, Μαργκερίτα. Το ζευγάρι ήταν ευτυχισμένο, απέκτησε δυο παιδιά, ο Βέρντι είχε αναλάβει διευθυντής της Φιλαρμονικής ορχήστρας του Μπουσετο. Όμως, η ευτυχία δεν θα κρατούσε πολύ… Δυο χρόνια μετά, τα δυο παιδάκια πέθαναν. Λιγο αργότερα θα τα ακολουθούσε η απαρηγόρητη μητέρα τους.

Ένα χρόνο περίπου πριν το θάνατο της Μαργκερίτα o Βέρντι είχε ανεβάσει την πρώτη του όπερα, «Oberto» στη Σκάλα του Μιλάνου. Η επιτυχία ήταν τεράστια, έτσι ο συνθέτης κλήθηκε να ανεβάσει άλλες τρεις όπερες.

Δυστυχώς, η δεύτερη όπερά του «Μια μέρα Βασιλείας» (Un Giorno di Regno) δεν είχε την επιτυχία της πρώτης. Ο Βέρντι κλείστηκε στο σπίτι του καταρρακωμένος τόσο από την προσωπική του τραγωδία, όσο και από την επαγγελματική αποτυχία.

Η επιτυχία θα ερχόταν ξανά το 1842. Ο διευθυντής της Σκάλας του Μιλάνου, του πρότεινε να μελοποιήσει ένα λιμπρέτο που πραγματευόταν την υποδούλωση των Εβραίων από τον Ναβουχοδονόσορα. Έτσι, δημιουργήθηκε η όπερα «Ναμπούκο» που χάρισε στον Βέρντι τη φήμη που ονειρευόταν, εν μια νυκτί!

Η επιτυχία όμως ήταν τόσο μεγάλη, που από τότε, δηλ. το 1843 μέχρι το 1851, ο Βέρντι έπρεπε να «εξαργυρώνει» τη φήμη του γράφοντας όπερες κατά παραγγελία. Ο ίδιος, παρομοίαζε τότε τη ζωή του με… κάτεργο! «Παράθυρο» βέβαια φωτεινό σε αυτήν την περίοδο ήταν η γνωριμία και ο έρωτάς του με την τραγουδίστρια Τζουζεπίνα Στρεπόνι το 1849. Θα παντρεύονταν 10 χρόνια αργότερα. Όμως, στα τέλη του 1850, ο Βέρντι θα έβρισκε πάλι τη χαρά στη δημιουργία. Το 1851, παρουσίασε τον «Ριγκολέτο». Η όπερα αυτή, βασίστηκε στο έργο του Ουγκώ «Ο βασιλιάς διασκεδάζει» (αφού πρώτα υπέστη αρκετή λογοκρισία).

Η πρεμιέρα σφράγισε έναν ακόμη θρίαμβο! Και δυο χρόνια αργότερα, θα έρχονταν άλλοι δύο! «Τροβατόρε» και «Τραβιάτα».

Εκείνη τη δεκαετία, το όνομα του Βέρντι ταυτίστηκε με το κίνημα για την ένωση της Ιταλίας. «Viva VERDI» έγραφε ο κόσμος στους δρόμους. Οι Αυστριακοί, που διαφέντευαν τμήματα της Β. Ιταλίας πίστευαν το προφανές. Ότι δηλαδή ο κόσμος εκθείαζε τον αγαπημένο συνθέτη. Όμως κάτω από το «Ζήτω ο VERDI» κρυβόταν το σύνθημα «Ζήτω ο Βιττόριο Εμμανουέλε Βασιλιάς της Ιταλίας» (Vittorio Emmanuelle Re Di Italia)!

Το 1871, ο Βέρντι, παρουσίασε την «Αϊντα». Ήταν μια παραγγελία του Χεδίβη του Καϊρου για τον εορτασμό του ανοίγματος της διώρυγας του Σουέζ (1869)

Για δύο χρόνια, από το 1873 έως το 1875, δε συνέθεσε καμμία όπερα. Και ξαφνικά, στα 72 του συνέθεσσε τον «Οθέλλο». Και στα 80, τον «Φάλσταφ».

Ο Τζουζέπε Βέρντι, ήταν από τους λίγους συνθέτες που πρόλαβαν να γεράσουν… Πέθανε το 1901 σε ηλικία 88 ετών.

«Ας ξαναγυρίσουμε στους παλιούς καιρούς. Αυτό θα είναι πρόοδος» έλεγε…

Πηγή: athina984.gr