Σαν σήμερα, στις 17 Φεβρουαρίου 1982, έφυγε από τη ζωή ο αριστοτέχνης πιανίστας και συνθέτης της τζαζ Τελόνιους Μονκ (Thelonious Monk).

Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες της τζαζ. Όμως λόγω της ιδιαιτερότητας του στυλ του, της άρνησης του να συμβιβαστεί, και της εκκεντρικότητας του, το πρωτοφανές ταλέντο του Μονκ δεν αναγνωρίστηκε για πολλά χρόνια.  

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές και δημοφιλείς συνθέσεις του Μονκ είναι το  Blue Monk:

Ένας αυτοδίδακτος ιδιοφυής συνθέτης

Ο Μονκ γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1917. Ήταν ένας αυτοδίδακτος πιανίστας, που άρχισε να παίζει πιάνο σε ηλικία 5 χρονών. Ο Μονκ επηρεάστηκε από τους δύο «μαέστρους» του stride στυλ στο πιάνο, τον Ντιουκ Έλινγκτον και τον J.P. Johnson. Το 1941 συνέθεσε το Round Midnight για το γκρουπ του τρομπετίστα Cootie Williams,  ένα κλασικό κομμάτι που έχουν παίξει οι περισσότεροι μουσικοί της τζαζ. Είναι ενδεικτικό της εκτίμησης του Μονκ από τους άλλους μουσικούς ότι ένα από τα πιο γνωστά φιλμ για την τζαζ ονομάστηκε από αυτό το κομμάτι. Πολλές άλλες συνθέσεις του Μονκ, όπως το 52nd Street, και το Straight, No Chaser έγιναν επίσης κλασικά κομμάτια της τζαζ.

Ένα από τα άλμπουμ του Μονκ που υποδεικνύουν τη συνθετική ιδιοφυΐα του είναι το Misterioso, το οποίο έχει εμπνεύσει όχι μόνο μουσικούς, αλλά ακόμη και το ομώνυμο βιβλίο του Σουηδού συγγραφέα Arne Dahl, πάνω στο οποίο βασίστηκε και  η σχετική τηλεοπτική σειρά. Το ομώνυμο κομμάτι, παρά τη φαινομενική απλότητα του, αποτελεί μια πολυδιάστατη σύνθεση:

Ο Μονκ συνεργάστηκε με διάσημους μουσικούς, όπως τον Κόλμαν Χόκινς και το Μάιλς Ντέιβις. Όμως, όταν κατά τη διάρκεια μίας ηχογράφησης ο Ντέιβις ζήτησε από το Μονκ να μην το συνοδεύει στο πιάνο, γιατί δεν μπορούσε να αυτοσχεδιάσει όταν έπαιζε ο Μονκ με το πολύ ιδιαίτερο στυλ του, οι δύο μουσικοί τσακώθηκαν άσχημα. Το 1947 ο Μονκ άρχισε να ηχογραφεί για τη δισκογραφική εταιρεία  Blue Note, αλλά η μουσική του δεν βρήκε μεγάλη απήχηση.

Εκκεντρικότητα και απόρριψη κάθε συμβιβασμού

Ο Μονκ αντιμετώπισε πολλά εμπόδια μέχρι να αναγνωριστεί το ταλέντο του. Ένας κύριος λόγος ήταν η ιδιαιτερότητα των συνθέσεών του. Πολλοί κριτικοί δεν μπορούσαν να τον κατατάξουν σε καμία από τις γνωστές κατηγορίες τζαζ και για ένα μεγάλο διάστημα κατέκριναν τη μουσική του. Ένας άλλος λόγος ήταν ότι αρνιόταν επίμονα να συμβιβαστεί στη μουσική, όπως και στη ζωή. Για παράδειγμα, ο Μονκ αρνήθηκε να καταθέσει κατά του φίλου του πιανίστα Μπαντ Πάουελ, όταν το 1951 η αστυνομία βρήκε ναρκωτικά που ανήκαν στον Πάουελ σε ένα αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσαν και οι δύο τους. Οι τοπικές αρχές τιμώρησαν το Μονκ, αφαιρώντας του την άδεια που είχε για να παίζει σε μέρη που πωλούσαν αλκοόλ: έτσι ο Μονκ δεν μπορούσε να παίξει μουσική σε τζαζ κλαμπ για 6 χρόνια.

Ένας τρίτος λόγος ήταν η εκκεντρικότητα του Μονκ, η οποία εκδηλωνόταν ακόμη σε ζωντανές παραστάσεις: μερικές φορές σηκωνόταν από το σκαμνί του πιάνου του και άρχιζε να χορεύει. Τα διάφορα βιβλία και άρθρα που έχουν γραφεί για τη ζωή του είναι γεμάτα αντιφάσεις. Μερικά αποδίδουν την εκκεντρικότητα του σε ψυχασθένεια. Όμως ο συσχετισμός ιδιοφυΐας και εκκεντρικότητας/μη συμβατικής συμπεριφοράς είναι γνωστός. Όπως είχε σχολιάσει ο Άγγλος φιλόσοφος John Stuart Mill, η εκκεντρικότητα γενικά συναντάται σε αναλογία με την ιδιοφυΐα, την πνευματική ευρωστία και το ψυχικό σθένος.

Ο διάσημος ντραμίστας Μαξ Ρόουτς είχε σχολιάσει ότι «ο Μονκ σκεπτόταν διαφορετικά από κάθε άλλο μουσικό ... συνέθετε πανέμορφη μουσική, στην οποία (για πολλά χρόνια) κανείς δεν έδινε σημασία».  Ακόμη και ο τρόπος που έπαιζε πιάνο ο Μονκ ήταν διαφορετικός, σχεδόν χωρίς να λυγίζει τα δάχτυλά του, όπως φαίνεται στο σόλο του στο Don’t Blame Me:

Ο επιμένων νικά

Ακόμη και όταν δεν μπορούσε να παίξει σε κλαμπ, ο Μονκ εξακολούθησε να συνθέτει. Πολλές συνθέσεις του ήταν τόσο πολύπλοκες που προβλημάτιζαν τους μουσικούς με τους οποίους συνεργαζόταν. Αρκετές συνθέσεις του Μονκ φαίνονται επιφανειακά απλές, με επανάληψη του ιδίου μοτίβου, αλλά στην ουσία είναι πολύπλοκες, όπως το Straight No Chaser:

Η αναγνώριση του Μονκ ως πιανίστα και συνθέτη επισφραγίστηκε το 1957, όταν η εταιρεία Riverside κυκλοφόρησε το άλμπουμ του Brilliant Corners: οι κριτικές ήταν ενθουσιώδεις και ο κόσμος της τζαζ αναγνώρισε το εξαιρετικό ταλέντο του. Μετά από  χρόνια σχετικής αφάνειας και επίμονης άρνησης να συμβιβαστεί, ο Μονκ αναγνωρίστηκε ως ένας από τους γίγαντες της τζαζ.

Ο Μονκ αποσύρθηκε από την τζαζ κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του. Είχε όμως ήδη αφήσει ένα από τα πιο αξιοσημείωτα στίγματα στην ιστορία της τζαζ. Όπως αναφέρθηκε όταν του απονεμήθηκε το βραβείο Πούλιτζερ μετά το θάνατό του, το έργο του άφησε «ένα σημαντικό και διαρκή αντίκτυπο στην εξέλιξη της τζαζ».