Στις σελίδες της ιστορίας του ποδοσφαίρου μπορεί να βρει κανείς αρκετούς πρωταγωνιστές του που δεν επέλεξαν την εύκολη οδό της προσαρμογής στο ήδη υπάρχον, αλλά αναζήτησαν το ριζοσπαστικό, προσφέροντας στο παιχνίδι κάτι φρέσκο: από τους Ούγγρους του 50’ και το «κατενάτσιο» του Ελένιο Ερέρα, μέχρι την Ντιναμό Κιέβου του Βαλερί Λομπανόφσκι και την Μπαρτσελόνα του «τίκι-τάκα», τα κεφάλαια της εξέλιξης του αθλήματος έχουν γραφτεί μέσα από επαναστατικές ιδέες, επιτυχίες, αποτυχίες, τρόπαια, αμφισβήτηση και δικαίωση.  

Ωστόσο, αν κάποιος αναζητά το κομβικό σημείο, έναν διακόπτη που γύρισε και έθεσε τις βάσεις για τη σύγχρονη μορφή του ποδοσφαίρου που απολαμβάνουμε τον 21ο αιώνα, τότε αναμφίβολα θα πρέπει να σταθεί στην «επανάσταση» που ξεκίνησε από την Ολλανδία τη δεκαετία του ’60, με μπροστάρη τον Ρίνους Μίχελς. Εναν ιδιοφυή προπονητή που κατανόησε ότι μια ομάδα, «αλλάζοντας» τις διαστάσεις του γηπέδου αναλόγως με το αν αμύνεται ή επιτίθεται, μπορεί αυτόματα να ελέγξει απόλυτα το παιχνίδι.

Γεννημένος στις 9 Φλεβάρη του 1928 στο Αμστερνταμ, ο Μίχελς μεγάλωσε λίγα στενά μακριά από το Ολυμπιακό Στάδιο της πόλης. Σε ηλικία μόλις 30 ετών, ένας τραυματισμός στη μέση τον αναγκάζει να βάλει τέλος στην ποδοσφαιρική του καριέρα, κατά τη διάρκεια της οποίας, ως επιθετικός του Αγιαξ, πέτυχε 122 γκολ σε 264 εμφανίσεις.  Το 1965 αναλαμβάνει την τεχνική ηγεσία του συλλόγου και αφού την πρώτη του χρονιά καταφέρνει να τον σώσει από υποβιβασμό, από την επόμενη σεζόν χτίζει τις βάσεις για την ποδοσφαιρική επανάσταση που θα ακολουθούσε.

Στον «Αίαντα», ο Μίχελς βρίσκει ένα απόλυτα πρόσφορο έδαφος για να φέρει τις μεγάλες αλλαγές. Αφενός, μια προικισμένη φουρνιά ποδοσφαιριστών, καθοδηγούμενη από την πιο πληθωρική ίσως προσωπικότητα που πάτησε ποτέ ποδοσφαιρικό γρασίδι, τον Γιόχαν Κρόιφ. Αφετέρου, μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα έτοιμη πάντοτε να κυοφορήσει επαναστατικές ιδέες σε μια εποχή που ο κόσμος άλλαζε. Το Αμστερνταμ, από μια συντηρητική πόλη μέχρι και τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, είχε μετατραπεί σε «πρωτεύουσα της νεανικής εξέγερσης», όπως την είχε χαρακτηρίσει την δεκαετία του ’60 ο Τσαρλς Ράντκλιφ, ένας από τους γνωστότερους Αγγλους αναρχικούς ακτιβιστές. Εκεί, ο Μίχελς βρίσκει το περιβάλλον που αναζητούσε.

Ετσι ξεκινά και μια διαδρομή μεγάλων επιτυχιών για τον Ολλανδό, ο οποίος κατακτά με τον Αγιαξ 4 πρωταθλήματα, 3 κύπελλα και ένα κύπελλο πρωταθλητριών μέσα σε έξι χρόνια. Συνεχίζει με ένα πρωτάθλημα και ένα κύπελλο στον πάγκο της Μπαρτσελόνα, ενώ το 1974 οδηγεί την Εθνική Ολλανδίας στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όπου ηττάται από την οικοδέσποινα Δυτική Γερμανία με 2-1,παρότι προηγείται πριν οι Γερμανοί προλάβουν να ακουμπήσουν τη μπάλα.

Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο

Ωστόσο, το παλμαρέ και οι τίτλοι του Μίχελς δεν συνθέτουν και την ουσία της διαδρομής του. Αντιθέτως, η αγωνιστική φιλοσοφία και οι καινοτομίες που παρουσίασε, ήταν τα στοιχεία που έμελλε να αλλάξουν το άθλημα για πάντα.

«Το παιχνίδι ήταν θέμα του χώρου αλλά και του τρόπου με τον οποίον ελέγχεις αυτό το χώρο. Μεγάλωσε τον χώρο όταν έχεις τη μπάλα και είναι εύκολο να διατηρήσεις την κατοχή. Περιόρισε τον όταν δεν έχεις την κατοχή και είναι πολύ πιο δύσκολο για τον αντίπαλο να την διατηρήσει», γράφει ο Τζόναθαν Γουίλσον στο βιβλίο «Inverting the pyramid» («Αντιστρέφοντας την πυραμίδα»), την πληρέστερη ίσως ιστορική καταγραφή της εξέλιξης της τακτικής του ποδοσφαίρου, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως σήμερα.

Αυτό που προσπαθεί να εξηγήσει σε λίγες γραμμές, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την βασική αρχή του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου» («Τotal Football»), ενός όρου που υιοθετήθηκε μεν για να περιγράψει τις εμφανίσεις της Ολλανδίας στο Μουντιάλ του ’74, ωστόσο στην πραγματικότητα αποτελεί ένα είδος «δόγματος» της ποδοσφαιρικής επανάστασης την οποία σηματοδότησε o ίδιος ο Μίχελς.

«Συζητούσαμε συνέχεια για τους κενούς χώρους. Πώς να τους δημιουργούμε, να τους οργανώνουμε και να τους εκμεταλλευόμαστε. Κάτι σαν αρχιτεκτονική του ποδοσφαίρου», σημειώνει σε συνέντευξή του ο Μπάρι Χουλσόφ, αμυντικός της «χρυσής» γενιάς του Αγιαξ, δείχνοντας την σημασία που έδινε ο Ολλανδός τεχνικός στην διαχείριση των χώρων του γηπέδου, κάτι επαναστατικό για την εποχή.

Κι αν εύλογα προκύπτει η απορία πώς μια μικρή ευρωπαϊκή χώρα, η οποία μέχρι τότε δεν είχε απολύτως τίποτα να επιδείξει σε ποδοσφαιρικό επίπεδο, ξαφνικά αλλάζει τον «χάρτη» του αθλήματος, μια αρκετά πειστική θεωρία αναπτύσσεται στο βιβλίο «The Brilliant Orange» («Οι φανταστικοί πορτοκαλί»), το οποίο εξιστορεί  την τεράστια ολλανδική επιρροή στην εξέλιξη του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Ο συγγραφέας του, Ντέιβιντ Γουίνερ, προσπαθώντας να εξηγήσει το γιατί οι Ολλανδοί ήταν ουσιαστικά οι πρώτοι που κατανόησαν την σημασία της διαχείρισης του χώρου, υποστηρίζει ότι λόγω της φύσης της χώρας τους (από τις πλέον πυκνοκατοικημένες του πλανήτη), αναγκάζονται να αναπτύξουν αυτή την αρετή και στην καθημερινή τους ζωή, κάτι που τους καθιστά ιδιαίτερα ευπροσάρμοστους σε τέτοιες συνθήκες.

Μια ανεκτίμητη κληρονομιά

Παρά το γεγονός ότι πρώτοι κατανόησαν και εφάρμοσαν το «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο», οι Ολλανδοί την δεκαετία του ’70 δεν κατάφεραν να κατακτήσουν την κορυφή του κόσμου, χάνοντας σε δύο σερί τελικούς Παγκοσμίων Κυπέλλων από τους εκάστοτε διοργανωτές. Το 2-1 από τους Γερμανούς το ’74, ακολούθησε η ήττα με 3-1 τέσσερα χρόνια αργότερα από την Αργεντινή στο Μπουένος Αϊρες, χωρίς τον Μίχελς αυτή τη φορά στον πάγκο, αλλά με την εφαρμογή του ποδοσφαίρου που εκείνος εισήγαγε.

Οι τίτλοι σε συλλογικό επίπεδο καθιέρωσαν πλέον την Ολλανδία σαν μια παραδοσιακή δύναμη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, ωστόσο διεθνώς, θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι το 1988 για να γευτούν επιτέλους την χαρά της κυριαρχίας. Στην τρίτη από τις τέσσερις συνολικά θητείες του στον πάγκο των «οράνιε», στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1988, ο Μίχελς φτάνει επιτέλους στην κορυφή του Ολύμπου και μάλιστα στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου, γήπεδο στο οποίο 14 χρόνια πριν είχε ηττηθεί στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Εκεί, πανηγυρίζει τον πρώτο και μοναδικό μέχρι σήμερα τίτλο των Ολλανδών σε μεγάλη διοργάνωση, επικρατώντας με 2-0 της Σοβιετικής Ενωσης του Βαλερί Λομπανόφσκι, με το απίθανο γκολ του Μάρκο Φαν Μπάστεν να παραμένει μέχρι και σήμερα ένα από τα πλέον εντυπωσιακά όλων των εποχών.

Το 1992 ο Μίχελς αποχωρεί οριστικά από την ενεργό δράση, κάνοντας για περίπου μια δεκαετία συχνές εμφανίσεις στο γήπεδο του αγαπημένου του Αγιαξ, ως θεατής. Το 1999 η Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τον ανακηρύσσει κορυφαίο προπονητή του 20ου αιώνα, ενώ στις 3 Μαρτίου του 2005, αφήνει την τελευταία του πνοή στην βελγική πόλη Ααλστ, μετά την δεύτερη εγχείριση καρδιάς στην οποία υποβλήθηκε.

Ενας προικισμένος και διορατικός τεχνικός, επαναστατικό πνεύμα, αλλά και λάτρης της πειθαρχίας, ο οποίος όχι μόνο άλλαξε τον τρόπο παιχνιδιού και καθιέρωσε όρους όπως το πρέσινγκ και το τεχνητό οφσάιντ, αλλά έφερε μεγάλες αλλαγές και στη φύση της προπόνησης: έδωσε προτεραιότητα στη δουλειά με τη μπάλα, βάζοντας τα θεμέλια της τεχνικής αρτιότητας, εκσυγχρόνισε τον τρόπο διαχείρισης μιας ομάδας και μέσω του Αγιαξ έδωσε άλλη έννοια στον ποδοσφαιρικό επαγγελματισμό.

Κι αν κάποιος αναζητήσει την κληρονομιά του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου σε σύγχρονες εικόνες, δεν χρειάζεται να πάει πολύ μακριά. Η επιρροή του ίδιου, αλλά και άλλων ακόμη Ολλανδών τεχνικών στην Μπαρτσελόνα, είναι κάτι παραπάνω από εμφανής στον τρόπο που η ισπανική ομάδα εκμεταλλεύεται τους χώρους και πρεσάρει σήμερα, αποτελώντας ένα είδος τελειοποίησης αυτού που ξεκίνησε πριν μερικές δεκαετίες στο Αμστερνταμ.

Αλλωστε, η διάσημη πλέον «Μασία», η ακαδημία από την οποία ξεπετάχτηκαν όλοι οι σημερινοί αστέρες των Καταλανών, αποτελεί έμπνευση ενός Ολλανδού, του Γιόχαν Κρόιφ, στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Συνθέτοντας έτσι μια νοητή «ποδοσφαιρική αλυσίδα» που ξετυλίγεται από τα μέσα των επαναστατικών 60's και φτάνει μέχρι τις μέρες μας.

Πηγή: Καθημερινή