Ο θεατρικός συγγραφέας Παύλος Μάτεσις έχει γράψει για την Έλλη Λαμπέτη: «Αν ήμουν, θρήσκος, θα έλεγα πως, όποιος δεν έχει γοητευθεί από τη Λαμπέτη, θα πάει στην Κόλαση».

Ο «μύθος» που λέγεται Έλλη Λαμπέτη είναι υπεράνω αμφιβολιών και υπερβολών.  Δεν υπήρξε μόνο κορυφαία, αξεπέραστη ηθοποιός, απόλυτα αισθαντική, ποιητική, εύθραυστη, λαμπερή αν και μελαγχολική, τραγική, υπήρξε μια ηρωίδα βγαλμένη από αρχαία ελληνική τραγωδία. Γι’ αυτό και η ζωή και η τέχνη της έχει αποτελέσει θέμα για βιβλία, για δίσκους με αποσπάσματα από τις παραστάσεις της, θέμα για πλήθος άρθρων και συζητήσεων, για θεατρικές παραστάσεις, για τηλεοπτική σειρά.

Η Έλλη Λαμπέτη γεννήθηκε την Τρίτη 13 Απριλίου του 1926 στα Βίλια Αττικής με το όνομα Ελένη Λούκου. Είχε έξι αδέλφια ενώ ήταν δίδυμη με τον αδελφό της Τάκη.

Όταν η Έλλη ήταν δύο ετών η οικογένεια της μετακόμισε στην Αθήνα. Το 1941 και ενώ είναι ακόμη μαθήτρια, ένας θείος της ηθοποιός βλέπει κάτι ιδιαίτερο στο κορίτσι και την πείθει να ασχοληθεί κι εκείνη με την υποκριτική. Αποφασίζουν ότι το Λούκου δεν είναι αρκετά θεατρικό και δανείζονται το όνομα Λαμπέτη από το έργο του Βαλαωρίτη «Αστραπόγιαννος».

Το εθνικό θέατρο την απορρίπτει στις εισαγωγικές εξετάσεις για δύο συνεχόμενα χρόνια. Έτσι, πηγαίνει στην δραματική σχόλη της Μαρίκας Κοτοπούλη. Από τότε ανεβαίνει στο σανίδι σε μικρούς ρόλους δίπλα στον Δημήτρη Χορν που πρωταγωνιστούσε. Το 1942 πρωταγωνιστεί κι εκείνη για πρώτη φορά στο «Η Χανέλε πάει στον παράδεισο». Σε αυτό το χρονικό διάστημα χάνει τον αδελφό της στα 17 του από φυματίωση.

Εγκαταλείπει το θέατρο για έναν έρωτα και ενώ είναι αποφασισμένη να φύγει μαζί του, εκείνος την προδίδει. Αποφασίζει να επιστρέψει στο θέατρο αλλά και η προστάτης της Μαρίκα Κοτοπούλη της έχει γυρίσει την πλάτη. Λίγο αργότερα χάνει και την μητέρα της από αδέσποτη σφαίρα στα Δεκεμβριανά.

Το 1945 γνωρίζει τον Μάριο Πλωρίτη, ενώ ταυτόχρονα ξεκινά η συνεργασία της με τον θίασο του Κώστα Μουσούρη σε έργα ανάλαφρα. Η συνεργασία αυτή κρατά από το 1944 μέχρι το 1947. Τότε ξεκινά η συνεργασία της με τον Κάρολο Κουν. «Γυάλινος κόσμος», «Αντιγόνη του Ανούιγ», «Ματωμένος γάμος» είναι κάποια από τα έργα που θα παίξουν μαζί.

Το 1949 επιστρέφει στο Εθνικό Θέατρο στο πλευρό του Δημήτρη Χορν, ως συμπρωταγωνίστρια πια και όχι ως απλή κομπάρσος. Η αντιπάθεια που τρέφουν όμως πλέον είναι εμφανής και διάχυτη.

Ερωτεύεται τον Αλέκο Αλεξανδράκη, φοιτητής τότε της δραματικής σχόλης. Μένουν μαζί δύο χρόνια και χωρίζουν. Παντρεύεται τον Μάριο Πλωρίτη που της είχε κάνει πρόταση γάμου ήδη από το 1946. Ο γάμος τους κρατά τρία χρόνια (1950-1953).

Το χειμώνα του 1951 κι ύστερα από μια περιπέτεια της υγείας της δημιουργεί δικό της θίασο με τον Γιώργο Παππά και τον Χορν, που ωστόσο η κόντρα της μαζί του καλά κρατεί.

Το Μάρτιο του 1953 στην πρεμιέρα του «Αγαπούλα» πεθαίνει ο πατέρας της, αλλά τελικά η πρεμιέρα γίνεται κανονικά. Το καλοκαίρι του ‘53 γίνεται τελικά και επίσημα ζευγάρι με τον Χορν, στην Αίγυπτο όπου οι δυο τους βρίσκονται για τα γυρίσματα της ταινίας «Κυριακάτικο ξύπνημα».

Όλα τους τα έργα να γίνονται τεράστιες επιτυχίες, όπως η «Κάλπικη λίρα» που προβάλλεται το 1955, ωστόσο η μοίρα την χτυπά ξανά, αφού την ίδια χρονιά χάνει από καρκίνο την αδελφή της Κουλά και η ίδια παθαίνει ξανά πάρεση, (παράλυση στο πρόσωπο) κάτι που έχει ως αποτέλεσμα αυτήν τη φορά να χάσει το φώς της.

Το 1958 πρωταγωνιστεί στην ταινία «Το Τελευταίο Ψέμα» του Μιχάλη Κακογιάννη, πεθαίνει η άλλη αδελφή της Ειρήνη, παράλληλα αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα ενώ οι δύο εκτρώσεις που κάνει, καθώς ο Χορν δεν ήθελε παιδιά, οδηγούν τη σχέση σε αδιέξοδο.

Στο φεστιβάλ των Καννών γνωρίζει τον Φρεντερίκ Ουέηκμαν, ο οποίος γοητεύεται από εκείνην. Χωρίζει, αλλά συνεχίζει να παίζει μαζί με τον πρώην σύντροφό της λόγω κάποιων οικονομικών θεμάτων. Το καλοκαίρι του 1959 έρχεται το οριστικό τέλος, με την Λαμπέτη να φεύγει για Αμερική, όπου εκεί την περιμένει ο Ουέηκμαν.

Τον παντρεύεται άμεσα, ωστόσο αξίζει να σημειώσουμε πως χρόνια μετά έλεγε σε συνεντεύξεις της πως ούτε η ίδια γνώριζε το λόγο. Την καλούν από την FOX, της προτείνουν πολυετές συμβόλαιο, αλλά εκείνη αρνείται και επιστρέφει στην Αθήνα. Λίγο αργότερα η αδελφή της Φωτεινή φεύγει χτυπημένη από τον καρκίνο.

Είναι πλέον σίγουρη ότι δεν θα γλιτώσει ούτε η ίδια από την επάρατη νόσο, με την οποία εκείνη την περίοδο παλεύει και κερδίζει τη μάχη για τη ζωή η τελευταία αδελφή της Αντιγόνη. Η Λαμπέτη γυρίζει κάποιες ταινίες στην Ιταλία.

Το 1962 επιστρέφει στην Αθήνα και στο θεατρικό σανίδι που την είχε χάσει για τρία χρόνια. «Το θαύμα της Αννί Σάλιβαν», «η Μικρή μας πόλη» και « Το ανοιξιάτικο τραγούδι» είναι τα έργα εκείνης της περιόδου που μόνο επιτυχής δε θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Ωστόσο, κλείνει θριαμβευτικά με την επανάληψη μιας παλιάς της επιτυχίας, το «Πεγκ καρδούλα μου».

Συχνά πρότεινε στο κοινό ένα νέο ποιητικό έργο και στη συνέχεια απαντούσε στην αποτυχία με ένα σίγουρο χαρτί, που δεν ήταν άλλο από κάποια παλιά της επιτυχία.

«Ξυπόλητοι στο πάρκο» και «Λεωφορείο ο πόθος», είναι κάποιες από τις προσπάθειές της. Η ίδια είχε πει ότι ευχόταν να προλάβει να παίξει την Μπλάνς πριν την επισκεφθεί ο καρκίνος.

Φεύγει ξανά για την Αμερική το 1965, όπου εκεί μένει για αρκετό διάστημα ώσπου λαμβάνει ένα τηλεγράφημα του Χορν να παίξουν ξανά μαζί, επτά χρόνια μετά το χωρισμό τους.

Η σύμπραξη όμως δεν γίνεται ποτέ. Η Λαμπέτη απογοητεύεται και τελικώς μένει ξανά εκτός θεάτρου για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επιστρέφει το 1967 με το μιούζικαλ «Μις Πέπσυ».

Το 1968 ο καρκίνος που τον περίμενε με φόβο για χρόνια έρχεται και τον πολεμάει με πάθος. Αφήνει το θέατρο και φεύγει στο εξωτερικό για χημειοθεραπείες.

Επιστρέφει στο θέατρο ανεβάζοντας το έργο «Σαράντα Καράτια» στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα. Στο μεταξύ παρουσιάζει μετάσταση, αλλά δεν διακόπτει τις παραστάσεις της. Υποβάλλεται σε μαστεκτομή και επιστρέφει στο θέατρο.

Το 1970 το όνειρό της για ένα παιδί επιστρέφει. Με φυσικό τρόπο όμως δεν θα μπορούσε να το πραγματοποιήσει αφού ήταν τότε 45 ετών και είχε κάνει τρεις εκτρώσεις . Κάποιος συνεργάτης της είχε αποκτήσει ένα εξώγαμο παιδί και αφού η μητέρα του παιδιού δεν μπορούσε να το κρατήσει, η Έλλη του πρότεινε να το το κάνει εκείνη έως ότου τακτοποιηθεί το διαζύγιό του για να μπορέσει να παντρευτεί την νεαρή μητέρα του παιδιού. Η Λαμπέτη παίρνει πράγματι το κορίτσι στο σπίτι της. Όταν οι φυσικοί γονείς ζητούν πίσω το παιδί τους αρνείται να το δώσει παρ’ ότι την ίδια εποχή έχει τεράστια οικονομικά προβλήματα, αφού από τότε που απέκτησε την μικρή Ελίζα σταμάτησε το θέατρο για να πέρνα περισσότερο χρόνο μαζί της. Το 1974 οι πραγματικοί γονείς διεκδικούν το παιδί τους, αλλά η Λαμπέτη έχει μαζί της τον Τύπο. Ωστόσο τον Μάιο του ‘75 η δικαστική απόφαση δεν την δικαιώνει.

Το 1975 επιστρέφει στο θέατρο, κάνοντας τεράστια επιτυχία με το «Δεσποινίς Μαργαρίτα» καθώς έχει λείψει αφάνταστα στο κοινό της. Ακολουθούν το «Φθινοπωρινή ιστορία» και το «Φιλουμένα μαρτουράνο», ενώ την ίδια περίοδο ο καρκίνος επιστρέφει.

Έντεκα χρόνια μετά, στο νοσοκομείο «Όρος Σινά» της Νέας Υόρκης, στην πρώτη συνάντηση της με τους γιατρούς τους λέει: «Πρώτον δεν κλαίω ποτέ, δεύτερον θα κάνω ότι μου πείτε γιατί αυτό με συμφέρει όσο κι εσάς και τρίτον το ξέρω ότι σύντομα θα πεθάνω».

Το 1980 βρίσκεται ξανά στην Αθήνα, όπου σε μια από τις θεραπείες της μια ακτίνα λέιζερ «χτύπησε» τις φωνητικές της χορδές, με αποτέλεσμα αυτές να παραλύσουν και σχεδόν να μην μπορεί να μιλήσει.

Ούτε αυτό όμως ήταν ικανό να την κρατήσει μακριά από το σανίδι. Βρίσκει το έργο «Παιδιά ενός κατώτερου Θεού» και υποδύεται την Σάρα που είναι κωφάλαλη, μαθαίνοντας μάλιστα τέλεια την γλώσσα τον κωφαλάλων. Το κοινό από ένστικτο καταλαβαίνει ότι πρόκειται για το κύκνειο άσμα της και της χαρίζει μια τεράστια επιτυχία.

Τους τελευταίους 18 μήνες της ζωής της τους περνά σε νοσοκομεία της Ελλάδας και της Αμερικής. Φεύγει από τη ζωή στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983.

Στο σύνολο της καριέρας της πρωταγωνίστησε σε πάνω από 80 θεατρικά έργα, με καλύτερες εμφανίσεις της:  «Γυάλινος Κόσμος», «Αντιγόνη», «Ήταν Όλοι τους Παιδιά μου», «Ματωμένος Γάμος», «Η Κληρονόμος», «Νυφικό Κρεβάτι», «Λεωφορείο ο Πόθος», «Μαμζέλ Πέπσι», «Γλυκιά Ίρμα»,  «Βυσσινόκηπος», «Δεσποινίς Μαργαρίτα», «Φιλουμένα Μαρτουράνο», «Νόρα», «Μονόπρακτα» και πολλά άλλα, με κορυφαία ίσως, την τελευταία εμφάνισή της το 1981, στα «Παιδιά ενός Κατώτερου Θεού», που υποδυόταν με μοναδικό τρόπο την κωφάλαλη Σάρα, δίνοντας ρεσιτάλ ηθοποιίας.

Στον κινηματογράφο, αν και  έκανε  την πρώτη της εμφάνισή το 1946, στην ταινία «Αδούλωτοι Σκλάβοι», δεν συμμετείχε,  παρά σε δέκα μόνο ταινίες σε όλη της την καριέρα. Εντούτοις οι ερμηνείες της στις πολυβραβευμένες ταινίες  «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1954), «Το κορίτσι με τα Μαύρα» (1956) και «Το Τελευταίο Ψέμα» (1958) του Μιχάλη Κακογιάννη, καθώς και στην «Κάλπικη Λίρα» (1955) του Γ. Τζαβέλλα, πήραν τις καλύτερες κριτικές σε Ελλάδα και εξωτερικό. Με τη Φίνος Φιλμ συνεργάστηκε μόνο στην ταινία «Το Τελευταίο Ψέμμα», η οποία συμμετείχε στο Φεστιβάλ των Καννών με ιδιαίτερα κολακευτικά σχόλια. Σ’ αυτή την ταινία η Λαμπέτη κέρδισε το βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αγγλίας, οι οποίοι και την αποκάλεσαν αρχαία θεά και  νέα Γκρέτα Γκάρμπο.

«Ποτέ απ' την εποχή της Γκάρμπο ο φακός δεν ερωτεύτηκε τόσο μια πρωταγωνίστρια» έγραψαν οι The N.Y. Times.

«H Λαμπέτη ήταν σπουδαία ηθοποιός, ένας άνθρωπος χαρισματικός με μεγάλα αποθέματα ψυχικής δύναμης και συνάμα μια τραγική φιγούρα» είπε η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη όταν υποδύθηκε την Έλλη Λαμπέτη στην βιογραφική τηλεοπτική σειρά «H τελευταία παράσταση» και συμπύκνωσε αυτήν την μοναδική, ιδιαίτερη ανθρώπινη ύπαρξη.