Τα ναρκωτικά αποτέλεσαν μέρος μιας κουλτούρας («drug culture») που ξεκίνησε από τα μέσα του περασμένου αιώνα και σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά. Μια γενιά που θέλησε να περάσει από το ασπρόμαυρο στο έγχρωμο, τη διαρκή γιορτή, τη διονυσιακή μουσική, τον ελεύθερο έρωτα και την αδελφοσύνη. Όμως τελικά πολλά μέλη της, μεταξύ των οποίων βασικοί εκπρόσωποι της, οι πρωταγωνιστές της, χάθηκαν για πάντα στην κόλαση των ουσιών. 

Η στάση ζωής τους, παρέπεμπε σε ένα τρόπο ύπαρξης που ήταν διαμετρικά αντίθετος με οποιαδήποτε ιδέα δομής, δόγματος ή ιεραρχίας. Μία δυνατότητα φυγής από την κυρίαρχη κουλτούρα που ήταν καταπιεστική, αλλά κι ένα μέσο για την απελευθέρωση του πνεύματος, τη δοκιμή νέων εμπειριών και την αναζήτηση μια νέας αλήθειας.

Έτσι αποτύπωσαν το όρο drug culture όσοι βουτήχτηκαν ως το κόκαλο μέσα σε αυτή την ιδεολογία. Κύριοι εκφραστές ήταν άτομα που ανήκαν στο καλλιτεχνικό στερέωμα, μουσικοί, συγγραφείς, ποιητές και άλλοι διανοούμενοι της εποχής. Ο Timothy Leary ήταν ένα από τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στο Καλοκαίρι της Αγάπης, στα τέλης της δεκαετίας του '60. Ήταν καθηγητής ψυχολογίας και πειραματίστηκε με το LSD, ενώ έμεινε γνωστός με την ιστορική του φράση «Tune in, turn on, drop out», το τρίπτυχο για την αναζήτηση της ευτυχίας. «Tune in» σήμαινε συντονισμός με το σύμπαν μέσω του LSD, «Turn on» ήταν η σεξουαλική ενεργοποίηση και «Drop out» η απομάκρυνση από κάθε τι κοινωνικά πρέπον.

Εκπρόσωποι της drug culture ήταν και η Janis Joplin, ο Hendrix, ο Lou Reed και οι Velvet Undreground, που τόσο με τα τραγούδια και τους στίχους του για τα ναρκωτικά, όσο και με τον τρόπο ζωή τους «επηρέασαν» το κίνημα. Και οι Rolling Stones έπαιξαν το δικό τους ρόλο στο ιδεολογικό κίνημα, καθώς ο δίσκος τους Sticky Fingers (1970) παρουσιάστηκε σαν ψαλτήρι λατρείας οπίου.

H drug culture ξεκίνησε ωστόσο από την γενιά των beat στις δεκαετίες του '50 και του '60. Από το ξεκίνημα των 60ties, οι beat συγγραφείς έδειξαν το δρόμο της «φυγής». Έργα όπως το «Ουρλιαχτό» του Άλεν Γκίνσμπεργκ και το «Στο δρόμο» του Τζακ Κέρουακ, έδωσαν σε πολλούς νέους το ερέθισμα για μια μποέμικη ζωή, γεμάτη όνειρα για έναν καινούργιο ανατρεπτικό κόσμο. Οι πρώτοι στίχοι του ποιήματος του Γκίνσμπεργκ «είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου κατεστραμμένα από την τρέλα, λιμοκτονούντα υστερικά γυμνά, να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή, γυρεύοντας απελπισμένα ένα φιξάκι...» για την κουλτούρα των ναρκωτικών, έθεταν το ιδεατό ηρωικό τοπίο για κάθε «αναζητητή της αλήθειας».

Δεν μπορεί να παραληφθεί από τη «λίστα» και το βιβλίο σταθμός «Junkie» του William Burroughs, μια αυτοβιογραφία που αποτέλεσε ευαγγέλιο για όσους θέλησαν να μυηθούν σε αυτόν τον κόσμο. Επηρεάστηκαν όμως κι από τον συγγραφέα Κάρλος Καστανιέδα και θεωρίες συνωμοσίας που κυκλοφορούσαν τότε για κοινωνίες στο εξωτερικό που βλέπουν περίεργα πράγματα και αποκτούν εξωπραγματικές δυνάμεις. Αυτό τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι υπάρχει μια αλήθεια εκεί, που τους κρύβουν οι «straight». Έψαχναν δηλαδή να μεταμορφωθούν σε κάτι άλλο επειδή δεν τους ικανοποιούσε η κοινωνία που ζούσαν με αποτέλεσμα να καταλήγουν σε «αρρωστημένες ταυτίσεις».

Το κίτρινο σούρουπο στην Ελλάδα

Ο όρος «κίτρινο σούροπο» είναι ο τίτλος της Drug Culture, της κουλτούρα των ναρκωτικών, στη χώρα μας. Αναφέρεται κατά βάση στους Έλληνες καλλιτέχνες, που υποφέροντας από αδιέξοδα και προσωπικούς δαίμονες,  δεν κατόρθωσαν ή και δεν θέλησαν να προσαρμοστούν στην κοινωνία των «υγιών» ανθρώπων, οπως αναφέρει ο Παύλος Σιδηρόπουλος στο τραγούδι «Εν Κατακλείδι».

Εξάλλου και ο όρος «κίτρινο σούροπο» προέρχεται από τους δύο γνωστότερους εκπροσώπους του στην Ελλάδα, δηλαδή τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τη Γιόλα Αναγνωστοπούλου, που τον ανέφεραν κυρίως στα τραγούδια (Ώρα του Stuff) και στα ποιήματα τους αντίστοιχα. Βέβαια, οι ίδιοι ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν τον όρο κίτρινο σούρουπο για τον εαυτό τους. Συνήθως χρησιμοποιούσαν τη λέξη «υποψιασμένοι», επειδή θεωρούσαν ότι μέσα στην χρήση ουσιών θα μπορούσαν να βρουν κάτι, μια δική τους αλήθεια. Δύο ταλαντούχοι νέοι που θέλησαν να ζήσουν στο φως αλλά έγιναν θύματα του φόβου και παγιδεύτηκαν στο σκοτάδι. Τους ένωσε η ηρωίνη η οποία τελικά τους χώρισε.


Η ποιήτρια Γιόλα Αναγνωστοπούλου 

Εκείνη ποιήτρια, ζωγράφος και τοξικομανής από το 1978 μέχρι το θάνατο της. Ξεκίνησε να γράφει ποιήματα από πολύ μικρή ηλικία, εκφράζοντας τα πρώτα σημάδια της μελαγχολίας και της μοναξιάς. Πρόλαβε να εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές και το απόγειο της δόξας της ήταν την περίοδο του κίτρινου σούρουπου με το «Οξείς Μετάλλου Ήχοι περιστρέφουν τις Όψεις της Αποθάρρυνσης» (1979). Ωστόσο, το μεγαλύτερο ποιητικό έργο της παραμένει ανέκδοτο και βρέθηκε μετά τον θάνατό της, σε σκόρπια χαρτιά και σελίδες ημερολογίων.

Πέρα από ποιήτρια υπήρξε και ταλαντούχα ζωγράφος. Ασχολήθηκε συνήθως με πρόσωπα, τα οποία ονόμαζε μάσκες. Όπως και τα ποιήματα της, έτσι και οι ζωγραφιές της ήταν θλιμμένες και μελαγχολικές, με μια δόση πόνου και μοναξιάς. Συνήθιζε να αποτυπώνει στο χαρτί με συμβολικό τρόπο το δικό της πρόσωπο και τα συναισθήματα που βιώνει.


Χειρόγραφο της Γιόλας, όταν έπαθε την πρώτη της χαρμάνα

Εκείνος δεν χρειάζεται και πολλές συστάσεις. Ο «Πρίγκιπας της Ροκ» έχει αφήσει το δικό του ανεξίτηλο στίγμα στην ελληνική μουσική, διαμορφώνοντας ένα ολόκληρο ρεύμα. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο ασυμβίβαστος τραγουδοποιός νικήθηκε από την εξάρτησή του στην ηρωίνη, αφήνοντας όμως πίσω του μια βαριά κληρονομιά, τα τραγούδια του που αντέχουν στον χρόνο.

Ο Σιδηρόπουλος δεν ήταν απλά ένας καλλιτέχνης, που πέθανε από ναρκωτικά, όπως πολλοί θα πουν. Συμμέτοχος στη δημιουργία πολιτικών και μουσικών ρευμάτων  από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 έως τις ημέρες μας και μιλώντας με την σκληρή γλώσσα της πραγματικότητας είναι η απόδειξη πως οι «πρίγκιπες» δεν πεθαίνουν. Μαζί με τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Διονύση Σαβόπουλο και τον Γιώργο Ρωμανό, έβαλαν ξανά τα τραγούδια με ελληνικό στίχο στο προσκήνιο και τα συνέδεσαν ο καθένας με τη δική τους ιδεολογία.

Η αναφορά των ναρκωτικών είναι έκδηλη στα τραγούδια του, από το «voodoo child» στην «Ηρωίνη» και από την «Ύστατη στιγμή» στην «Ώρα του stuff», από όπου, όπως είπαμε, πήρε και το όνομα της, το ρεύμα του κίτρινου σούρουπου. Το τραγούδι εκφράζει δύο δεκαετίες, δύο ρεύματα: από την ελιτίστικη κουλτούρα των ναρκωτικών στη μελαγχολική δεκαετία με την εγκατάλειψη της ελπίδας για επιβίωση.  Για όλους τους εμπλεκόμενους των οπιούχων, «δεν υπάρχει γιατί, πότε και πως», υπάρχει μόνο «αργός θάνατος».


Ο ποιητής Άκης Χανδρινός και η ιδιόχειρη αφιέρωση της ποιητικής του συλλογής, στον Π Σιδηρόπουλο 

Η drug culture δίχασε την ροκ σκηνή πολλές φορές. Ροκ δεν σήμαινε απαραίτητα ότι πρέπει να είσαι μπλεγμένος με ουσίες. Υπήρχαν κι αυτοί που εξέφρασαν έντονα την δυσαρέσκεια τους για τα ναρκωτικά, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως «straight», αλλά με απαξιωτική διάθεση. Κατηγορήθηκαν από το Κίτρινο Σούρουπο  ως άτομα που δεν αναζητούσαν βαθύτερες αλήθειες και καταστάσεις που μπορεί να φέρει η χρήση ουσιών. Αλλά και ο ίδιος ο όρος κίτρινο σούρουπο έχει διχάσει από μόνος του, καθώς υπήρχαν πολλοί που δεν τον δέχτηκαν ποτέ και συνέχιζαν να αποκαλούν αυτή την ιδιαίτερη ιδεολογία drug culture. Ωστόσο οι όροι δεν έχουν καμία σημασία.

Αξίζει να σημειωθεί πως το Κίτρινο Σούρουπο δεν αναφερόταν σε λούμπεν. Ήταν άνθρωποι της αστικής τάξης, φοιτητές, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, που «γεννήθηκαν» από τη μήτρα της βρετανικής έκρηξης και του καλοκαιριού της αγάπης. Ο Παύλος και η Γιόλα δεν είναι οι μόνοι που πέφτουν στην πρέζα. Μια σειρά από τα καλύτερα μυαλά του ελληνικού ροκ «καταστρέφεται» μαζί τους. Εκπρόσωποι του υπήρξαν κι άλλες μεγάλες προσωπικότητες της ροκ σκηνής, της ποίησης, της λογοτεχνίας και των άλλων τεχνών.

Η κυριότερη πηγή πληροφοριών που έχουμε για την γένεση της κουλτούρας του Κίτρινου Σούρουπου, είναι «Το Έπος του Βόλου»(1973). Το «έπος», που έχει τη μορφή ημερολόγιου, περιγράφει τις πραγματικές περιπέτειες μιας παρέας που από το 1968 έχει αρχίσει να παίρνει ναρκωτικά. Ο πιο γνωστός της παρέας αυτής είναι ο Κώστας Θεοφιλόπουλος που στα 1975 δημοσίευσε και το Έπος του Βόλου στο περιοδικό Σήμα.


Κώστα Θεοφιλόπουλος θεωρητικός του Κίτρινου Σούρουπου. Δεξιά του ο μουσικός Δημήτρης Πολύτιμος

Περιγράφει, όπως ένα γνήσιο ημερολόγιο τοξικομανή, πως μπούκαραν στα φαρμακεία για να βρουν μορφίνη και άλλες ουσίες. Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το κείμενο του με τίτλο «Προβλήματα επικοινωνίας» που διηγείται για πρώτη φορά τα συναισθήματα και τι σκέψεις αυτών των ανθρώπων. Υπογραμμίζει μάλιστα ότι όλες αυτές οι καταχρήσεις γίνονται επειδή ψάχνουν μάταια έναν τρόπο επικοινωνίας τον οποίο δεν μπορούν να βρούνε. Δεν μπορούσαν να προσαρμοστούνε στην κοινωνία κι ήταν αναγκασμένοι να έχουν ένα αδιέξοδο. Το κείμενο αν και έχει ένα θυμό απέναντι στην κοινωνία, εξηγεί γλαφυρά γιατί μπαίνουν σε αυτό το «ταξίδι».

Παρόλο που πολλοί κατηγόρησαν τα έργα του κίτρινου σούρουπου, ότι προτρέπουν στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αυτό δεν είναι αντιπροσωπευτικό. Στην πραγματικότητα τα έργα τους αποτυπώνουν τους φόβους τους, το δράμα τους και τον εφιαλτικό τρόπο ζωής τους. Περιγράφουν τον τρόμο τους και την αγωνιώδη προσπάθεια να βρούνε διέξοδο για να ξαναβγούνε στη ζωή.

Στο κίτρινο σούρουπο, βλέπουμε όλα σχεδόν τα πρόσωπα να πάσχουν από ανεξήγητες μεταπτώσεις πολύ πριν αρχίσουν τα ναρκωτικά. Καταθλίψεις, ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές, κρίσεις πανικού, εκρήξεις θυμού… Αυτή είναι μια τρανταχτή απόδειξη ότι η καρδιά του Κίτρινου Σούρουπου χρησιμοποιούσε τα ναρκωτικά για καταπολεμήσει τον πόνο και τον φόβο, αλλά και να βρει μια χαμένη γνησιότητα.

Πρόκειται για ανθρώπους που ήταν άρρωστοι και δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από αυτή τη μάστιγα. Δεν χρησιμοποίησαν ποτέ τα ναρκωτικά για τραβήξουν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους, είχαν πραγματικό πρόβλημα και χρειάζονταν ένα χέρι βοήθειας, κάτι που δεν το κατάλαβε ούτε ο οικογενειακός κύκλος τους, ούτε η κοινωνία.  Αυτό που μας μαθαίνουν κυρίως τα έργα τους είναι το αδιέξοδο που βρίσκονται.

Για τον τρόπο που τους βλέπει η κοινωνία ο Παύλος είχε γράψει στο «Εν κατακλείδι» τους στίχους: «Εσείς που είσαστε υγιείς και αξιοπρεπείς βοηθήστε μας και λίγο, δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή, μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο». Η ομάδα του κίτρινου σούρουπο έχοντας βιώσει ως το μεδούλι την ιδεολογία των ναρκωτικών, τώρα επιδιώκει να τραυματιστεί όσο περισσότερο γίνεται για να φτάσει μοιραία στο θάνατο.

Η ώρα του stuff - Στίχοι

Κίτρινο το σούρουπο η ώρα έξι και μισή
πες μου κάτι μίλησε δεν αντέχω στη σιωπή
κλείσε το παράθυρο, τρέμω και το σκέπασμα βαρύ
τούτη η πόλη γίνηκε ανυπόφορη πληγή

"Δες βραδιάζει, μη μιλάς
μον’ έλα λίγο πιο κοντά"

Ξέρω πως ανάσκελα θα μας βρούνε ένα πρωί
σέρνοντας στο βλέμμα μας κάποια σιωπηλή κραυγή
άδειο θαν’ το πρόσωπο κι η ματιά τους αδειανή
με έναν αργό θάνατο να μας λειώνει το κορμί

"Μη φοβάσαι σβήσ’ το φως
δεν υπάρχει πού, πότε και πώς"

"Πριν τελειώσει η νύχτα αυτή
πριν μας έβρει το πρωί"

Πες μου αν μ’ αγάπησες όσο ο ήλιος την αυγή
όσο ο γκρίζος ουρανός κάποιας άνοιξης βροχή
αν τον φόβο μου έβλεπες πίσω από κάθε μου φιλί
πες μου αν μ’ αγάπησες όσο η νύχτα την σιωπή

* Στο θέμα συνέβαλε ο Μανώλης Νταλούκας με τις σημαντικές πληροφορίες και το φωτογραφικό του υλικό. Ο Μανώλης Νταλούκας είναι δημοσιογράφος, παραγωγός και συγγραφέας. Έχει γράψει, βιβλία που αφορούν στις νεανικές δράσεις, όπως το «Ελληνικό ροκ. Η ιστορία της νεανικής κουλτούρας 1945-1990» και το «Το βιβλίο των ηρώων του τρόμου».