Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη συμφωνία για το κλίμα είναι αλήθεια πως δεν ξάφνιασε, όμως αδιαμφισβήτητα προκάλεσε έντονες ανησυχίες. Δεν είναι μόνο το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής και η προώθηση συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων, αλλά και κάτι ακόμα: Είναι το μήνυμα που θέλησε να στείλει ο αμερικανός πρόεδρος στον κόσμο. Εν μέσω του σκανδάλου για τις υπόγειες επαφές με τη Ρωσία, αλλά και το ναυάγιο στις συναντήσεις με τους Ευρωπαίους ηγέτες, ο Ντόναλντ Τραμπ, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το Politico, «σήκωσε το μεσαίο δάχτυλο» στον κόσμο.

Πέρα από τις επιπτώσεις που θα έχει αυτή του η απόφαση στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, ο Τράμπ θέλησε να δείξει στη διεθνή κοινότητα πως αδιαφορεί για κάτι που όλοι οι υπόλοιποι θεωρούν ζωτικής σημασίας για τον πλανήτη και πως η Αμερική «μεγάλη ξανά», όπως ήταν το σύνθημά του, βαδίζει μόνη της, χωρίς κανένας να μπορεί να την ελέγξει.

Σε αυτό το πλαίσιο η ανησυχία για τις επόμενες κινήσεις του αμερικανού γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Τι κάνεις αν είσαι Αμερικανός πρόεδρος, στριμωγμένος στο εσωτερικό από καταγγελίες και έρευνες περί πιθανής συνεργασίας στελεχών σου με τον βασικό εχθρό σου, την Ρωσία, πέφτει η δημοτικότητά σου λόγω της οικονομικής σου πολιτικής έναντι των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, αμφισβητείσαι ακόμη και από τις ρεπουμπλικανικές «δεξαμενές σκέψεις», έχεις καταφέρει να εξοργίσεις την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα υπόλοιπα μέλη του ΝΑΤΟ, σε κατηγορεί όλος ο κόσμος για τη στάση στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής  και σε λένε Τραμπ;

Δυστυχώς, η απάντηση, όπως πολλοί φοβούνται, δεν αποκλείεται να είναι: Πόλεμο. Μέχρι στιγμής και μόλις λίγους μήνες μετά την εκλογή του, ο Τραμπ έχει αναλάβει ή είναι έτοιμος να αναλάβει στρατιωτική δράση σε Συρία, Βόρεια Κορέα, Ιράν, Ιράκ, Υεμένη και Σομαλία. Το ότι πιθανότατα τον «ιντριγκάρει» προσωπικά όλο αυτό και ευχαριστεί τους υποστηρικτές του, σε τίποτα δεν αλλάζει το γεγονός ότι προκαλεί και θα προκαλέσει ακόμη περισσότερο χάος, με απρόβλεπτα παγκόσμια αλυσιδωτά αποτελέσματα.  Φυσικά, όλα τα παραπάνω «μέτωπα» έχουν ανοίξει από τους προηγούμενους προέδρους, ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται η επιθετικότητα του Τραμπ επαναφέρει, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, το, επικίνδυνο, ψυχροπολεμικό γκροτέσκ, τελευταία έκφανση του οποίου, πριν τον Τραμπ, ήταν η προεδρία Μπους του νεότερου.  

Η πυραυλική επίθεση εναντίον της αεροπορικής βάσης στην Συρία στις 7 Απριλίου, ως απάντηση της χρήσης χημικών όπλων που αποδίδεται, από τα περισσότερα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στην κυβέρνηση της Δαμασκού, παρουσιάστηκε ευρέως ως η πρώτη σημαντική χρήση στρατιωτικής ισχύος από τον Τραμπ, από την στιγμή της ανάληψης της προεδρίας.

Η επίθεση, με 59 πυραύλους «Tomahawk», ήταν σίγουρα μια αξιοσημείωτη χρήση στρατιωτικής δύναμης, η οποία προκάλεσε εκτεταμένη ζημιά στην συριακή βάση. Αν όμως κοιτάξουμε πιο προσεκτικά, η επίθεση αυτή θα πρέπει να θεωρείται ως η δεύτερη της προεδρίας Τραμπ, μετά από την ατυχή επιδρομή των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων στην Υεμένη στις 29 Ιανουαρίου. Τότε, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ελικόπτερα «Απάτσι», έψαχναν κρησφύγετα της Αλ Κάιντα μέσα σε σχολεία, τζαμιά και κλινικές. Το βέβαιο είναι ότι μεταξύ των βεβαιωμένων θυμάτων ήταν γυναίκες και παιδιά.

Αλλά η επίθεση στην Συρία μπορεί να θεωρηθεί και ως το «προοίμιο» για περαιτέρω επιδείξεις στρατιωτικής ισχύος, κάθε μία από τις οποίες μπορεί να αποδειχθεί πιο άγρια και πιο επικίνδυνη από τις προηγούμενες. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει ήδη δηλώσει την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει δυναμικότερα την στρατιωτική ισχύ, αναπτύσσοντας μια μοίρα κρούσης του πολεμικού ναυτικού υπό το αεροπλανοφόρο «Carl Vinson» στα ανοιχτά της κορεατικής χερσονήσου και εγκρίνοντας την ρίψη της μεγαλύτερης συμβατικής αμερικανικής βόμβας στο Αφγανιστάν.

Σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο Τραμπ κατέστησε σαφές ότι ήταν απολύτως άνετος με την ιδέα της χρησιμοποίησης στρατιωτικής δύναμης για την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων στο εξωτερικό, παρά τον σκεπτικισμό του προέδρου Ομπάμα και της Χίλαρι Κλίντον (τότε υπουργού Εξωτερικών) για την εμπλοκή των ΗΠΑ σε παρατεταμένους πολέμους στην Μέση Ανατολή.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, ερωτώμενος από δημοσιογράφους πώς θα αντιδρούσε σε ένα περιστατικό κατά το οποίο, ένα σκάφος του ιρανικού ναυτικού έπλευσε επικίνδυνα κοντά σε αμερικανικά πλοία στον Περσικό Κόλπο, ο Τραμπ απάντησε: «Με το Ιράν... όταν κάνουν κύκλους γύρω από τα όμορφα αντιτορπιλικά μας με τα μικρά τους σκάφη, και όταν κάνουν χειρονομίες στους ανθρώπους μας που δεν πρέπει να κάνουν, θα πεταχτούν έξω από το νερό».

Στους λίγους μήνες από τότε που εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ επιδεικνύει ολοένα και μεγαλύτερη άνεση με την χρήση βίας, δίνοντας στους κορυφαίους στρατιωτικούς αξιωματούχους - τους «στρατηγούς μου», όπως του αρέσει να τους αποκαλεί - μεγαλύτερο περιθώριο για διεξαγωγή στρατιωτικών ενεργειών σε ενεργές πολεμικές ζώνες, συμπεριλαμβανομένων του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Λιβύης, της Σομαλίας, της Συρίας και της Υεμένης.

Αυτό έγινε αντιληπτό για πρώτη φορά στα τέλη Ιανουαρίου, όταν ενέκρινε την νυχτερινή επιδρομή σε ένα συγκρότημα κτιρίων στην κεντρική Υεμένη που στέγαζε μαχητές της Αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο. Αν και ο σχεδιασμός για την επιδρομή είχε αρχίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων της διοίκησης του Ομπάμα, ο Τραμπ έδωσε το πράσινο φως γι’ αυτήν την αποστολή, σε μια συνάντηση στην οποία συμμετείχαν ο ειδικός σύμβουλός του σε θέματα διακυβέρνησης και στρατηγικής, Στηβ Μπάνον, ο επίσης σύμβουλός του και γαμπρός του, Τζάρεντ Κούσνερ, ο υπουργός Άμυνας, Τζέιμς Ματτίς και ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, Μάικλ Φλιν.

Ο καθηγητής παγκόσμιας ασφάλειας στο Hampshire College της Μασαχουσέτης Michael T. Klare γράφει στη Monde Diplomatique, πως είτε εξαιτίας του κακοφτιαγμένου σχεδιασμού είτε της ανεπαρκούς επιτήρησης του Λευκού Οίκου (ή και ενός συνδυασμού και των δύο), η επιδρομή κατέληξε σε καταστροφή, με πολλούς άμαχους νεκρούς, καθώς και έναν νεκρό Αμερικανό πεζοναύτη. Παρά το παραπάνω φιάσκο, ο Τραμπ  ενίσχυσε την εξουσία των στρατιωτικών στην λήψη αποφάσεων, διευκολύνοντας τους να ξεκινήσουν πολεμικές επιχειρήσεις σε μισή ντουζίνα χώρα. Ο ίδιος απάντησε θετικά στο αίτημα του Πενταγώνου να οριστούν τρεις επαρχίες της Υεμένης ως «περιοχές ενεργών εχθροπραξιών», δίνοντας στους διοικητές των αμερικανικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή την εξουσία να διενεργούν επιδρομές και επιθέσεις με drone, εναντίον «ύποπτων ενόπλων», χωρίς να διαβουλεύονται με ανώτερους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου.

Τις εβδομάδες που ακολούθησαν την επιδρομή - φιάσκο στην Υεμένη, οι ΗΠΑ διενέργησαν πάνω από 70 επιθέσεις με drone στην χώρα, αριθμός μεγαλύτερος από αυτόν που ενέκρινε ο Ομπάμα για όλο το 2016. Αναλόγως, ο Τραμπ όρισε τμήματα της Σομαλίας ως «περιοχές ενεργών εχθροπραξιών», δίνοντας στους αξιωματικούς της αμερικανικής διοίκησης της Αφρικής (Africom) αυξημένο περιθώριο ελιγμών για να πραγματοποιούν επιδρομές και χτυπήματα εναντίον της οργάνωσης Al-Shabab, της ντόπιας εκδοχής της Al-Qaida. «Είναι πολύ σημαντικό και πολύ χρήσιμο για εμάς να έχουμε λίγη περισσότερη ευελιξία, λίγο πιο έγκαιρη, όσον αφορά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων», δήλωσε ο στρατηγός Thomas Waldhauser, διοικητής της Africom. «Μας επιτρέπει να καταδιώκουμε τους στόχους πιο γρήγορα».

Οι αξιωματικοί της κεντρικής διοίκησης (Centcom), υπεύθυνοι για τις αμερικανικές πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράκ και την Συρία, μίλησαν επίσης θετικά για τη μεγαλύτερη ευελιξία που τους έδωσε ο Τραμπ. «Αναγνωρίσαμε ότι η φύση της μάχης θα αλλάξει και ότι έπρεπε να διασφαλίσουμε ότι οι αρχές [sic] θα έφταναν στο σωστό επίπεδο και ότι θα εξουσιοδοτούσαμε αξιωματικούς επί του πεδίου της μάχης», δήλωσε ο διοικητής της Centcom, Τζόζεφ Βότελ, στα τέλη Μαρτίου.

Αυτή η ανάθεση των «αρχών» σε χαμηλόβαθμους διοικητές, οδήγησε τον Βότελ να στείλει επιπλέον 400 στρατιώτες στην Συρία τον Μάρτιο, χωρίς να εξασφαλίσει την έγκριση ή την ενημέρωση του προέδρου. Ο Λευκός Οίκος ενημερώθηκε μόνο αφού ο υπουργός Άμυνας είχε δώσει την έγκρισή του και η ανάπτυξη των στρατιωτών βρισκόταν σε εξέλιξη. Πολλοί παρατηρητές και στρατιωτικοί αναλυτές θεωρούν, ότι η προσέγγιση του «άστο πάνω στους τοπικούς διοικητές» ήταν εν μέρει υπεύθυνη για την επιδρομή της 17ης Μαρτίου στην δυτική Μοσούλη που άφησε πίσω της πάνω από 200 άμαχους νεκρούς, συμπεριλαμβανομένων πολλών παιδιών.

Η πυραυλική επίθεση στην Συρία στις 7 Απριλίου πρέπει να ειδωθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Στην διάρκεια των 76 ημερών από την ορκωμοσία του και την απόφασή του για την πυραυλική επίθεση, ο Τραμπ ένιωθε όλο και πιο άνετα με την χρήση στρατιωτικής δύναμης, επιτρέποντας την κλιμάκωση των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλη την Μέση Ανατολή. Δεν δίσταζε στο να διατάζει χτυπήματα. Δεν υπήρχε καμία ανησυχία για το διεθνές δίκαιο, για την ανάγκη να συμβουλευθεί το Κογκρέσο, τον αντίκτυπο στις εξωτερικές σχέσεις των ΗΠΑ, ή άλλα ζητήματα που θα απασχολούσαν τον Ομπάμα.

Μπορούμε επίσης να είμαστε βέβαιοι ότι ο Τραμπ είναι πολύ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα. Όχι μόνο πολλά ρεπουμπλικανικά γεράκια, συμπεριλαμβανομένων των γερουσιαστών, Τζον Μακέιν και Λίντσεϊ Γκράχαμ, επαίνεσαν αυτές τις κινήσεις, αλλά το ίδιο έκαναν και πολλοί από τους πιο σφοδρούς Δημοκρατικούς επικριτές του, συμπεριλαμβανομένου του γερουσιαστή, Chuck Schumer. Η μεγαλύτερη ανησυχία έγκειται στο ότι όλα τα παραπάνω, μάλλον πρέπει να θεωρηθούν ως μέρος μιας «τραμπιανής» «καμπύλης μάθησης», όπου ο πρόεδρος αποκτά πείρα και ικανοποίηση χρησιμοποιώντας στρατιωτική ισχύ εναντίον όσων είναι πιο αδύναμοι από τις ΗΠΑ. Πρόκειται για μια διαδικασία που δεν θα ολοκληρωθεί μόνο με ένα χτύπημα εναντίον της Συρίας. Θα υπάρξουν και άλλα διαδοχικά βήματα κλιμάκωσης.

Στην πραγματικότητα, δεν χρειάστηκε πολύς καιρός για τον Τραμπ να προβάλει «φρέσκες» δηλώσεις της προτίμησής του για στρατιωτική δράση. Στις 13 Απριλίου, η Centcom έριξε το ισχυρότερο συμβατικό όπλο των ΗΠΑ, το GBU-43/B Massive Ordnance Air Blast, σε ένα συγκρότημα σηράγγων στο οποίο υποτίθεται ότι βρίσκονταν ένοπλοι του ISIS, στο Αφγανιστάν. Ζυγίζοντας 22.000 λίβρες και κοστίζοντας 16 εκατομμύρια δολάρια, αυτή η «μητέρα όλων των βομβών», μπορεί να εξαλείψει τα πάντα σε ακτίνα 900 μέτρων. Αν έπεφτε σε αστικό περιβάλλον θα μπορούσε να σκοτώσει χιλιάδες άμαχους και έτσι η κυβέρνηση Ομπάμα επέλεξε να μην την χρησιμοποιήσει ποτέ. Το γεγονός ότι ο Τραμπ επέτρεψε την χρήση ενός τέτοιου όπλου τόσο σύντομα μετά από την πυραυλική επίθεση στην Συρία, δείχνει την τάση να χρησιμοποιηθούν ακόμη πιο θανατηφόρα εργαλεία πολέμου.

Τι θα ακολουθήσει; Κανείς δεν μπορεί να αποκλήσει προληπτικές στρατιωτικές επιθέσεις κατά της Βόρειας Κορέας ή/και του Ιράν. Ο Τράμπ είχε μόλις τελειώσει δίνοντας την εντολή να επιτεθεί στη Συρία το απόγευμα της 6ης Απριλίου την ώρα που υπονοούσε στον Κινέζο πρόεδρο Ξι Τζιπίνγκ (κατά την διάρκεια δείπνου στην Φλόριντα) ότι η Κορέα θα μπορούσε να είναι η επόμενη σε αυτόν τον κατάλογο των αμερικανικών στόχων, εάν δεν σταματήσει το διηπειρωτικό πυραυλικό της πρόγραμμα. Μετά το δείπνο, ο υπουργός Εξωτερικών, Ρεξ Τίλλερσον, δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι ο Τραμπ είχε ενημερώσει τον Κινέζο ηγέτη πως οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να λάβουν απροσδιόριστα μονομερή βήματα αν η Κίνα αποτύχει να συγκρατήσει τους Βορειοκορεάτες.

Μέσα σε λίγες ώρες, το αεροπλανοφόρο Carl Vinson και τα πλοία συνοδείας του, μεταξύ αυτών και αντιτορπιλικά που φέρουν πυραύλους όπως αυτούς βομβάρδισαν την συριακή βάση, διατάχθηκαν να διακόψουν τις κοινές ασκήσεις με το πολεμικό ναυτικό της Αυστραλίας και να κατευθυνθούν προς την κορεατική χερσόνησο. Εκπρόσωποι της στρατιωτικής διοίκησης ανέφεραν ότι αυτή η κίνηση είχε σαν στόχο να προσφέρει πρόσθετή δύναμη πυρός στην περίπτωση που αποφάσιζε να χτυπήσει την Βόρεια Κορέα, είτε προληπτικά - καταστρέφοντας σιλό πυραύλων - είτε σε απάντηση μια ιδιαίτερα «προκλητικής» πράξης, όπως μια πυρηνική δοκιμή ή μια δοκιμαστική εκτόξευση διηπειρωτικού πυραύλου.

Η έλευση του «Carl Vinson» και η πολεμική ρητορική της Ουάσιγκτον που την συνόδευε προκάλεσε έντονο άγχος και νευρικότητα στην περιοχή, κυρίως στην Κίνα, την Ιαπωνία και την Νότια Κορέα, όπου οι συνέπειες από την αμερικανική στρατιωτική τακτική θα είναι και αμεσότερες. Οι Βορειοκορεάτες έχουν απειλήσει ότι θα απαντήσουν στα χτυπήματα των ΗΠΑ με επιθέσεις στην Νότια Κορέα και την Ιαπωνία, πιθανόν με χρήση πυρηνικών ή χημικών όπλων. Η Βόρεια Κορέα μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει το πυροβολικό της εναντίον της Σεούλ, μια πόλη 10 εκατομμυρίων κατοίκων, από οχυρωμένες θέσεις ακριβώς στα βόρεια της αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης. Ακόμη και μια περιορισμένη χρήση αυτής της επιλογής, θα προκαλούσε τεράστιες απώλειες μεταξύ των αμάχων.

Μια παρόμοια προοπτική προκύπτει από οποιαδήποτε επίθεση των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν. Στις αρχές του περασμένου Φεβρουαρίου, έπειτα από μια δοκιμή βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, Μάικλ Φλιν, προειδοποίησε το Ιράν για λήψη μέτρων, που δεν προσδιόρισε, εναντίον του. Μπορεί ο Φλιν, γνωστός «ιρανοφοβικός» να απομακρύνθηκε από την θέση του στις 13 Φεβρουαρίου, αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι τόσο ο Τραμπ, όσο και ο υπουργός Άμυνας του, Ματτίς - γνωστός για τις αντι-ιρανικές θέσεις του - θα βγάλουν από το τραπέζι την επιλογή στρατιωτικής δράσης.

Όπως και στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας, έτσι και για το Ιράν, η ανάληψη αμερικανικής στρατιωτικής δράσης εναντίον του θα έχει παγκόσμιες συνέπειες. Οι Ιρανοί έχουν απειλήσει πολλές φορές ότι θα εμποδίσουν την κυκλοφορία πετρελαίου μέσω των στενών του Ορμούζ προκαλώντας μια παγκόσμια οικονομική κρίση και θα μπορούσαν εύκολα να προκαλέσουν βίαιες αναταραχές μεταξύ των ομάδων σιιτών σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, υπονομεύοντας την θέση των ΗΠΑ στην περιοχή.

Μπορεί το χτύπημα στην Συρία να μην είχε άμεσο αντίκτυπο στις ΗΠΑ, περισσότερο λόγω της επιλογής των αντιπάλων της να μην απαντήσουν σε αυτήν την φάση. Αλλά δεν θα είναι πάντα τόσο εύκολο για την Ουάσιγκτον: Αργά ή γρήγορα, οι στόχοι της αμερικανικής στρατιωτικής δράσης θα γυρίσουν εναντίον της.