Η συντονισμένη επίθεση ΗΠΑ, Γαλλίας, Βρετανίας το περασμένο Σάββατο στη Συρία, σε επιλεγμένους στόχους σε Δαμασκό και Χομς, με τουλάχιστον 100 πυραύλους -από τους οποίους οι 71 αναχαιτίστηκαν, σύμφωνα με τη Ρωσία- ουδένα αποτέλεσμα είχε, πέραν της αναζωπύρωσης του νέου, από καιρό κλιμακούμενου, Ψυχρού Πολέμου. Ο συνωστισμός των μεγάλων δυνάμεων στην ανατολική Μεσόγειο και τη Συρία -με αφορμή τη φερόμενη επίθεση χημικών- περιορίστηκε τελικά, σε μία άνευ λόγου και ουσίας επίδειξη δύναμης και όχι στην επικίνδυνη επιλογή μίας ευθείας στρατιωτικής αναμέτρησης.

Ενδεικτική του κλίματος που έχει διαμορφωθεί είναι η δήλωση του Σεργκέι Λαβρόφ τη Δευτέρα στο BBC. «Οι σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση είναι χειρότερες από εκείνες της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, επειδή τότε λειτουργούσαν δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών και δεν υπήρχε η αρρώστια της ρωσοφοβίας, η οποία μοιάζει με απόπειρα γενοκτονίας μέσω κυρώσεων».

Ο Ψυχρός Πόλεμος του 21ου αιώνα -με όλες τις πιθανές και επικίνδυνες ανατροπές- έχει ήδη ξεκινήσει και ο αμερικανικός στρατός έχει «κλειδώσει» τους στόχους του. Και επιπλέον, η νέα στρατηγική έχει εκπονηθεί προτού ο Τραμπ διαβεί το κατώφλι του Λευκού Οίκου.

Η νέα γεωπολιτική σκακιέρα

Το 2006, το αμερικανικό Πεντάγωνο δήλωνε ότι πρωταρχική αποστολή του ήταν ο «μακροχρόνιος πόλεμος» κατά της τρομοκρατίας: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους είναι διατεθειμένες να διεξάγουν τον πόλεμο σε πολλά σημεία του κόσμου ταυτόχρονα και για αρκετά χρόνια». Δώδεκα χρόνια μετά, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε επισήμως ότι ο πολυετής πόλεμος φτάνει στο τέλος, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να υπάρχουν τουλάχιστον επτά εστίες συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής και ενώ ένας νέος μακροχρόνιος πόλεμος -πιο σωστά, εκστρατεία- για τον περιορισμό της Κίνας και της Ρωσίας στην Ευρασία, είναι σε εξέλιξη. Πλέον, η σύγκρουση δεν αφορά την τρομοκρατία, αλλά, όπως δεκαετίες πριν, τις σφαίρες επιρροής.

Διαβάστε ακόμα: «Η εκδίκηση της γεωγραφίας» του Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν

«Είναι ολοφάνερο ότι Κίνα και Ρωσία θέλουν να διαμορφώσουν έναν κόσμο σύμφωνα με τις αυταρχικές αρχές τους και ότι στην πορεία, θα αντικαταστήσουν την ελεύθερη και ανοιχτή τάξη πραγμάτων που έφερε την παγκόσμια ασφάλεια και ευημερία μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο» έλεγε τον περασμένο Ιανουάριο ο David Norquist, υψηλόβαθμο στέλεχος του Πενταγώνου.

Σύμφωνα με τη Monde Diplomatique, ο αμερικανικός στρατός έχει ήδη «κλειδώσει» τους στόχους του: Η γεωπολιτική αναμέτρηση με την Κίνα και τη Ρωσία διεξάγεται ταυτόχρονα σε τρία μέτωπα: Ασία, Ευρώπη, Μέση Ανατολή.

Για τη σημαντική στρατηγική μετατόπιση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δεν θα ακούσει κανείς να μιλά τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δεν διαθέτει την ευρύτητα σκέψης που απαιτείται για τη χάραξη μακροπρόθεσμης πολιτικής και επιπλέον, αντιλαμβάνεται τον Βλαντιμίρ Πούτιν και τον Σι Ζιπίνγκ περισσότερο ως «εχθρούς που παρουσιάζονται σαν φίλοι», παρά ως «die hard» αντιπάλους.

Όμως, οι σημαντικές αλλαγές στον αμερικανικό στρατιωτικό σχεδιασμό αποτυπώνονται πλήρως στα έγγραφα του Πενταγώνου: Στον προϋπολογισμό και στις ετήσιες εκθέσεις -«δηλώσεις κατάστασης»- των περιφερειακών διοικητών οι οποίοι επιβλέπουν ήδη την εφαρμογή της στρατηγικής των τριών μετώπων.

Η νέα αντίληψη των ΗΠΑ για την Κίνα και τη Ρωσία όσον αφορά τον στρατιωτικό σχεδιασμό αντικατοπτρίζεται στον τρόπο με τον οποίο κορυφαίοι αξιωματούχοι του στρατού επανεξετάζουν την παγκόσμια εξίσωση. Μάλιστα σύμφωνα με τη Monde Diplomatique, η διαδικασία άρχισε προτού ο Τραμπ αναλάβει καθήκοντα στον Λευκό Οίκο.

Παρά το γεγονός ότι μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι επικεφαλής του στρατού ενστερνίστηκαν πλήρως την ιδέα του πολυετούς πολέμου κατά της τρομοκρατίας, ο ενθουσιασμός τους για τις ατέρμονες αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, που ουσιαστικά δεν οδηγούσαν παρά σε απομακρυσμένες και συχνά στρατηγικά ασήμαντες θέσεις, άρχισε να ξεφουσκώνει τα τελευταία χρόνια, ενώ έβλεπαν Κίνα και Ρωσία να εκσυγχρονίζουν τον στρατό τους, επιδεικνύοντάς τον σε επιχειρήσεις εκφοβισμού των γειτόνων τους.

Ενώ ο πολυετής πόλεμος κατά της τρομοκρατίας πυροδότησε την (τεράστια) επέκταση των ειδικών επιχειρησιακών δυνάμεων του Πενταγώνου (SOF), αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας μυστικός στρατός 70.000 στρατιωτών για τη δράση του οποίου ελάχιστα είναι γνωστά: Ταξιαρχίες αρμάτων μάχης, μονάδες του Ναυτικού, μοίρες βομβαρδιστικών και άλλα.

Μπορεί η Πολεμική Αεροπορία να είχε σημαντικά υποστηρικτικό ρόλο στις πρόσφατες επιχειρήσεις στο Ιράκ και τη Συρία, αλλά ο τακτικός στρατός έχει παραμεριστεί σε μεγάλο βαθμό από τις ελαφρώς εξοπλισμένες δυνάμεις των SOF και τα drones.

Ο σχεδιασμός ενός «πραγματικού πολέμου» εναντίον ενός «ισότιμου αντιπάλου» (με δυνάμεις και όπλα που μοιάζουν με τα αμερικανικά) είχε μέχρι πρόσφατα πολύ μικρότερη προτεραιότητα σε σχέση με τις ατελείωτες συγκρούσεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Η τακτική αυτή ανησύχησε και μάλιστα εξόργισε πολλούς στον αμερικανικό στρατό -εκείνους που από ό,τι φαίνεται αναλαμβάνουν τώρα δράση.

«Σήμερα, βγαίνουμε από μια εν υπνώσει περίοδο, γνωρίζοντας ότι το ανταγωνιστικό στρατιωτικό πλεονέκτημα μας έχει διαβρωθεί» δηλώνει το Πεντάγωνο.

«Είμαστε αντιμέτωποι με μια διαρκώς αυξανόμενη παγκόσμια αναταραχή, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι η παρακμή της επί μακρόν διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες» -«παρακμή» ενός συστήματος που για πρώτη φορά  αποδίδεται επίσημα όχι στην Αλ Κάιντα και στον ISIS, αλλά στην επιθετική πολιτική της Κίνας και της Ρωσίας. Το Ιράν και η Βόρεια Κορέα αναγνωρίζονται επίσης ως μείζονες απειλές, αλλά με σαφώς δευτερεύοντα ρόλο σε σύγκριση με την απειλή που εγείρουν οι δύο μεγάλοι ανταγωνιστές των ΗΠΑ.

Όπως είναι αναμενόμενο η μετατόπιση αυτή απαιτεί όχι μόνο υψηλότερες δαπάνες για πανάκριβο στρατιωτικό εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας, αλλά και επαναχάραξη του παγκόσμιου στρατηγικού χάρτη.

Στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας η γεωγραφία και τα σύνορα δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία, οι τρομοκρατικές οργανώσεις χτυπούσαν όπου το έδαφος και οι συνθήκες ήταν πρόσφορες.

Ωστόσο, στον νέο γεωπολιτικό χάρτη, οι ΗΠΑ θεωρούν ότι έχουν απέναντί τους καλά οπλισμένους αντιπάλους οι οποίοι είναι σε θέση να προστατεύσουν τα σύνορά τους.

Στην Ασία, οι Η.Π.Α. και οι βασικοί σύμμαχοί τους (Νότια Κορέα, Ιαπωνία, Φιλιππίνες και Αυστραλία) καλούνται να αντιμετωπίσουν την Κίνα σε μία γραμμή που εκτείνεται από την Κορεατική χερσόνησο στις θάλασσες της Ανατολικής και της Νότιας Κίνας, καθώς και του Ινδικού Ωκεανού.

Στην Ευρώπη, οι Η.Π.Α. και οι σύμμαχοί τους στο ΝΑΤΟ έχουν «απέναντί» τους τη Ρωσία σε ένα μέτωπο που εκτείνεται από τη Σκανδιναβία και τις χώρες της Βαλτικής προς τη Ρουμανία και στη συνέχεια ανατολικά κατά μήκος της Μαύρης Θάλασσας στον Καύκασο.

Μεταξύ αυτών των δύο «θεάτρων της έριδας» βρίσκεται η ολοένα και πιο ταραγμένη Μέση Ανατολή, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους δύο βασικούς συμμάχους τους, το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία, «απέναντι» στις βάσεις της αεροπορίας και του ναυτικού που διατηρεί η Ρωσία στη Συρία και το όλο και περισσότερο διεκδικητικό Ιράν, που προσεγγίζουν Κίνα και Ρωσία.

Αυτός είναι ο χάρτης που «κοιτάζει» το αμερικανικό Πεντάγωνο τώρα και στο άμεσο μέλλον. Εξού και αναμένονται αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες και στα τρία σώματα του αμερικανικού στρατού - ξηρά, αεροπορία, ναυτικό- προς ενίσχυση της δύναμης τους κατά μήκος των γραμμών αυτών, με στόχο τον εντοπισμό των τρωτών σινο-ρωσικών σημείων.

Οι ετήσιες εκθέσεις των εν λόγω διοικήσεων -Διοίκηση Ειρηνικού (PACOM), υπεύθυνη για όλες τις δυνάμεις των ΗΠΑ στην Ασία, Ευρωπαϊκή Διοίκηση (EUCOM), που καλύπτει τις δυνάμεις των ΗΠΑ από τη Σκανδιναβία μέχρι τον Καύκασο και Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM), στην οποία υπάγεται η Μέση Ανατολή και η Κεντρική Ασία, (όπου ακόμη μαίνονται οι «μάχες» κατά της τρομοκρατίας)- είναι ενδεικτικές.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι επικεφαλής των «μετα-οργανισμών» αυτών έχουν τη μεγαλύτερη δύναμη στις «περιοχές ευθύνης» τους (AOR) από κάθε Αμερικανό της δημόσιας διοίκησης, πολύ μεγαλύτερη από όποιον Αμερικανό πρέσβη βρίσκεται στην περιοχή (ακόμη, κατά περίπτωση και από αρχηγούς κρατών).

Αυτό κάνει τις δηλώσεις τους και τις λίστες με τις αγορές όπλων -που πηγαίνουν μαζί τους- εξαιρετικής σημασίας για όποιον επιχειρεί να κατανοήσει τη στρατηγική του Πενταγώνου για το μέλλον των ΗΠΑ.

Το μέτωπο Ινδίας - Ειρηνικού

Ο διοικητής της PACOM, ναύαρχος Harry Harris Jr., στην ετήσια έκθεση του, που παραδόθηκε στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας στις 15 Μαρτίου, κατέγραψε μία ζοφερή εικόνα όσον αφορά τη θέση των ΗΠΑ στην περιοχή Ασίας - Ειρηνικού. Εκτός από τους κινδύνους της «πυρηνικής» Βόρειας Κορέας, η Κίνα συνιστά κατά τον Harry Harris Jr, μια τεράστια απειλή για τα ζωτικά συμφέροντα της Αμερικής, επισημαίνοντας την ανάπτυξη πυραύλων μέσου βεληνεκούς (IRBM) και τα προηγμένης τεχνολογίας πλοία του πολεμικού ναυτικού. Τέτοιοι πύραυλοι, σύμφωνα με την έκθεση του, θα μπορούσαν να χτυπήσουν τις βάσεις των ΗΠΑ στην Ιαπωνία ή στο νησί Γκουάμ, ενώ το κινεζικό ναυτικό θα μπορούσε να απειλήσει το ναυτικό των ΗΠΑ στις θάλασσες της Κίνας και ίσως κάποια στιγμή ακόμη και την αμερικανική διοίκηση του δυτικού Ειρηνικού. «Αν αυτό το πρόγραμμα [ναυπήγησης στόλου] συνεχιστεί», δήλωσε, «η Κίνα θα ξεπεράσει τη Ρωσία και θα καταστεί η δεύτερη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη του κόσμου έως το 2020, από άποψη υποβρυχίων και φρεγατών». Για την αποτροπή των εν δυνάμει αντιπάλων σε Ινδικό και Ειρηνικό, ο διοικητής της PACOM ζητά αύξηση δαπανών και περαιτέρω ενίσχυση των δεσμών με τους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή.

Στην Ευρώπη

Για τον στρατηγό Curtis Scaparrotti, διοικητή της EUCOM, η Ρωσία είναι η άλλη Κίνα. «Η Ρωσία επιδιώκει αλλαγή της διεθνούς τάξης, διάσπαση του ΝΑΤΟ και υπονόμευση της αμερικανικής ηγεσίας προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντά της, να επιβεβαιώσει την κυριαρχία επί των γειτόνων της και να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή επιρροή σε ολόκληρο τον πλανήτη... Η Ρωσία έχει καταδείξει την προθυμία και την ικανότητά της να παρεμβαίνει σε χώρες της περιοχής της και να προβάλλει αξιώσεις -ειδικά στη Μέση Ανατολή» γράφει στην έκθεση του. Τα συμπεράσματα αυτά δεν ακούγονται από τον Τραμπ, ο οποίος δείχνει απρόθυμος να επικρίνει τον Πούτιν ή, να αναφερθεί στη Ρωσία χαρακτηρίζοντάς την ως τον μεγάλο αντίπαλο. Ωστόσο, για τους Αμερικανούς στρατιωτικούς και τις μυστικές υπηρεσίες, η Ρωσία αποτελεί αδιαμφισβήτητα την πρωταρχική απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ευρώπη.

Μάλιστα, ο τρόπος με τον οποίον καταγράφεται η εν λόγω απειλή ανακαλεί μνήμες από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. «Η υψηλότερη στρατηγική προτεραιότητά μας» επιμένει ο Scaparrotti, «είναι η αποτροπή της Ρωσίας από περαιτέρω επιθετικότητα και άσκηση επιρροής στους συμμάχους και εταίρους μας. [Για το σκοπό αυτό]... αναπροσαρμόζουμε τα επιχειρησιακά σχέδιά μας προκειμένου να παρέχουμε επιλογές στρατιωτικής αντίδρασης για την υπεράσπιση των Ευρωπαίων συμμάχων μας από τη ρωσική επιθετικότητα».

Αιχμή της αντιρωσικής στρατηγικής της EUCOM είναι η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Αποτροπής (EDI), project που ξεκίνησε το 2014 ο Ομπάμα, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία. Αρχικός στόχος του EDI ήταν να ενισχύσει τις δυνάμεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ που αναπτύσσονται στις «πρώτες γραμμές» -Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία και Πολωνία- στο λεγόμενο «Ανατολικό Μέτωπο» του ΝΑΤΟ.

Σύμφωνα με το Πεντάγωνο, το 2019 θα διατεθούν περίπου 6,5 δισ. δολάρια στο EDI για πυρομαχικά στις χώρες της πρώτης γραμμής, για υποδομές των αεροπορικών βάσεων, για τις κοινές (με τους συμμάχους των ΗΠΑ) στρατιωτικές ασκήσεις και την ενίσχυση στην περιοχή με επιπλέον αμερικανικό στρατό. Το σχέδιο περιλαμβάνει ακόμη, ενίσχυση της Ουκρανίας με στρατιωτικό εξοπλισμό 200 εκατ. δολαρίων.

Στην ίδια γραμμή με τον ομόλογό του της PACOM, ο Scaparrotti, παρουσίασε επίσης, μία λίστα με ακριβά «ψώνια» -αεροσκάφη, πυραύλους και λοιπά- ενώ αναγνωρίζοντας την  επάρκεια της Ρωσίας στο cyberwarfare, ζήτησε επενδύσεις στην τεχνολογία του κυβερνοχώρου, χωρίς να παραλείψει μία αναφορά στην ανάγκη για αυξημένες επενδύσεις σε πυρηνικά όπλα που θα μπορούσαν να «χρησιμοποιηθούν» μελλοντικά σε ευρωπαϊκό πεδίο μάχης.

Μεταξύ Δύσης και Ανατολής: Κεντρική Διοίκηση

Η τεράστια και εξαιρετικά ασταθής περιοχή που εκτείνεται από το δυτικό όριο της PACOM μέχρι το ανατολικό τμήμα της EUCOM είναι η κεντρική διοίκηση των ΗΠΑ. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ιστορίας της, η CENTCOM επικεντρώθηκε στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και στους πολέμους στο Ιράκ, τη Συρία και το Αφγανιστάν. Όμως, πλέον, η Διοίκηση έχει αρχίσει να τοποθετείται για τις ανάγκες του νέου Ψυχρού Πολέμου.

Ο διοικητής της CENTCOM, στρατηγός Joseph Votel επικεντρώθηκε μεν στις αμερικανικές  επιχειρήσεις εναντίον του ISIS στη Συρία και των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, αλλά επιβεβαίωσε ότι ο περιορισμός της Κίνας και της Ρωσίας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της μελλοντικής στρατηγικής αποστολής της CENTCOM: «Η έκθεση για την εθνική αμυντική στρατηγική που δημοσιεύθηκε πρόσφατα αναγνωρίζει ορθώς την αναζωπύρωση του μεγάλου ανταγωνισμού ως τη μεγάλη πρόκληση για την εθνική μας ασφάλεια και βλέπουμε ήδη τα αποτελέσματα του ανταγωνισμού αυτού σε όλη την περιοχή». Ο Votel αναφέρθηκε ενώπιον της Γερουσίας στη στήριξη της Ρωσίας στο καθεστώς Άσαντ, σημειώνοντας ότι η Κίνα επιδιώκει επίσης να ενισχύσει τη γεωπολιτική της επιρροή τόσο οικονομικά όσο και μέσω μιας μικρής αλλά αυξανόμενης στρατιωτικής παρουσίας. Ιδιαίτερες ανησυχίες προκαλεί, δήλωσε ο Votel, το λιμάνι του Γκουαντάρ στο Πακιστάν στον Ινδικό Ωκεανό και μια νέα κινεζική βάση στο Τζιμπουτί της Ερυθράς Θάλασσας, απέναντι από την Υεμένη και τη Σαουδική Αραβία. Τέτοιες διευκολύνσεις, όπως υποστήριξε, συμβάλλουν στην «στρατιωτική προβολή της κινεζικής δύναμης» και αποτελούν σημάδια ενός μέλλοντος γεμάτο προκλήσεις για τον στρατό των ΗΠΑ.

Τα φιλόδοξα -τεράστιας κλίμακας- σχέδια του αμερικανικού στρατού θέτουν ένα ερώτημα στο οποίο η Ουάσιγκτον δεν είναι σε θέση να απαντήσει: Για ποιόν λόγο γίνεται αυτή η καταρχήν πολιτική επιλογή; Δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι για να αντιμετωπίσουν οι ΗΠΑ την Κίνα και τη Ρωσία; Κατά τη Monde Diplomatique, η μεγαλύτερη ανησυχία όσον αφορά τη στρατηγική των τριών μετώπων δεν είναι ο «μεγαλόπνοος σχεδιασμός», αλλά οι λανθασμένες εκτιμήσεις, η κλιμάκωση και εν τέλει, ο πραγματικός πόλεμος.