Η λέξη « Σκίνχεντ» είναι αρνητικά στιγματισμένη. Οι Σκίνχεντ για τους περισσότερους είναι μια βίαιη και ρατσιστική ομάδα ανθρώπων. Αναμφισβήτητα πολλοί Σκίνχεντ έχουν ανακατευτεί με ακροδεξιές οργανώσεις ή έχουν υιοθετήσει ρατσιστικές, ακόμη και νεοναζιστικές ιδέες, αλλά η καταγωγή της Σκίνχεντ κουλτούρας είναι στενά συνδεδεμένη με την πολυφυλετική εργατική τάξη παρά με την «περηφάνια» της λευκής φυλής. Αναμφίβολα πρόκειται για μια παραβατική νεανική υποκουλτούρα, με «παράξενη» ιστορία.

Η κουλτούρα των Σκίνχεντ ξεπήδησε ως το αποτέλεσμα αλλαγών στη βρετανική κουλτούρα και κοινωνία. Στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 60. Αρχικά το κίνημα των Μοντς που είχε γίνει τόσο δημοφιλές ανάμεσα στη βρετανική νεολαία είχε αρχίσει να χωρίζεται σε διάφορα κομμάτια. Ενώ οι Μοντς της μεσαίας τάξης ήταν σε θέση να συνεχίσουν να αγοράζουν τα τελευταία «μοντελάκια» από την Carnaby Street και να μοδάτα κουρέματα, αυτό ήταν απαγορευτικό για την τσέπη των περισσότερων Μοντς της εργατικής τάξης. Σε μια σκηνή τόσο πολύ βασισμένη στον καταναλωτισμό, η συμμετοχή των νεολαίων της εργατικής τάξης υπονομευόταν. Αυτό οδήγησε στην εμφάνιση των «Χαρντ Μοντς», που ξεχώριζαν από τα κοντοκουρεμένα κεφάλια τους, τα στενά τζην, τις τιράντες και τις εργατικά άρβυλα. Αυτό το στιλ, βασισμένο στην τυπική εικόνα των Βρετανών εργατών, τους διαχώριζε από τους παλιούς Μοντς και τους χίπηδες της μεσαίας τάξης της γενιάς τους.. ήταν μια συνειδητή προσπάθεια της νεολαίας της εργατικής τάξης στη δραματοποίηση και στη λύση του προβλήματος της περιθωριοποίησής της σε μια ταξικά δομημένη κοινωνία.

Την ίδια περίοδο, έχουμε και το μεταναστευτικό κύμα των Τζαμαϊκανών στο Λονδίνο, που έφεραν μαζί τους τη Τζαμαϊκάνικη κουλτούρα των Ρουντ Μπόις, της Ρέγγε και του Σκα. Πολλοί από αυτούς πήγαν να δουλέψουν στις προβλήτες του Λονδίνου και ζούσαν στις κοινότητες της εργατικής τάξης στο Ιστ Εντ. Σαν αποτέλεσμα της συμβίωσης οι ντόπιοι Χαρντ Μοντς αναμίχθηκαν με τους Τζαμαϊκανούς Ρουντ Μπόις , αντάλλαξαν τρόπους συμπεριφοράς και αργκό λεξιλόγιο, χορεύοντας μαζί στις αίθουσες χορού των Γουέστ Ίντιας όλες τις τελευταίες κυκλοφορίες δίσκων Σκα, Ρέγκε, Ροκστέντι και Σόουλ.

Μέσα από αυτή τη ζύμωση γεννήθηκαν οι Σκίνχεντ, μια  υποκουλτούρα της πολυφυλετικής εργατικής τάξης με μια σαφώς καθορισμένη επιθετική στάση απέναντι στην αστυνομία, την κυβέρνηση και τα αφεντικά όντας επίσης και ένα μέσο έκφρασης της δυσαρέσκειας που ένιωθαν πολλοί νέοι εκείνη την εποχή. Αυτή η κουλτούρα θα ανθούσε για πολύ λίγο, φτάνοντας στο απόγειο το 1969 και σβήνοντας σχεδόν στις αρχές του 1970 ανάμεσα στο ξέσπασμα της εσωτερικής βίας και την υστερία των μίντια.

Στα τέλη της δεκαετίας του 70 οι Σκίνχεντ επέστρεψαν και απλώθηκαν διεθνώς, στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Δυστυχώς, η αναγέννηση του κινήματος στην Βρετανία ακολουθήθηκε από μια θεμελιώδη πολιτική στροφή. Οι Σκινάδες δεν χόρευαν πλέον πλάι στους Τζαμαϊκανούς Ρούντις, ήταν περισσότερο συνδεδεμένοι με το ανερχόμενο Πάνκ κίνημα και αποτελούσαν εύκολη λεία για στρατολόγηση από ακροδεξιές ομάδες, όπως το Εθνικό Μέτωπο και το πιο ακραίο Βρετανικό Κίνημα. Οι φασιστικές οργανώσεις ξεκίνησαν σκοπίμως να στρατολογούν ρατσιστές  Σκίνχεντ (που οι αντιρατσιστές Σκίνχεντ αποκαλούν Μπόουνχεντς) στις μάχες δρόμου με εθνικές μειοψηφίες και ακροαριστερούς. Αυτή η διαδικασία υποβοηθήθηκε και από τα μίντια που φρόντισαν να φτιάξουν ένα πορτρέτο της νέας υποκουλτούρας άκρως ρατσιστικό.

Το κίνημα σκίνχεντ αναδύεται και πάλι ως απάντηση στην πανκ. Αυτό σπρώχνει το Εθνικό Μέτωπο, κόμμα ρατσιστικό σε πλήρη εκλογική υποχώρηση, να προσανατολιστεί προς αυτό το κίνημα, ενώ την ίδια στιγμή αρχίζει να προσεγγίζει και τον χώρο των χούλιγκαν. Η μουσική σκηνή των σκίνχεντ συγκροτείται γύρω από τη νέα τους μουσική (μια παραλλαγή του πανκ, την «Oi!» σύμφωνα με μια λέξη που προέρχεται από τη συντόμευση του «Hey, you!», με προφορά κόκνεϋ). Το Ροκ ενάντια στον κομμουνισμό (R.A.C.), που εμφανίστηκε στην Αγγλία το 1982, ως απάντηση στην κίνηση Ροκ ενάντια στον φασισμό, αποτέλεσε τον ιμάντα μεταβίβασης του Εθνικού Μετώπου στον χώρο της σκίνχεντ νεολαίας, και ξεκίνησε από τον Ίαν Στιούαρτ, ηγέτη του συγκροτήματος Skrewdriver, που αποτελούν μύθο για τους Ευρωπαίους σκίνχεντ.

[jwplayer | file=http://www.youtube.com/watch?v=Qsg6f_ovDZg&bpctr]

Επίσης από τα μέσα της δεκαετίας του 80 η ακροδεξιά μουσική σκηνή Blood & Honour, είχε γίνει το κύριο μέσο προπαγάνδας με πολλές ναζί Σκίνχεντ και Πάνκ μπάντες, οργανώνοντας μεγάλες συναυλίες και εκδίδοντας περιοδικά.

Το κίνημα αυτο-διαμορφώνεται στη συνέχεια, αφού διασπαστεί (1985) με το White Noise Club, που προωθούσε το Εθνικό Μέτωπο, για να δημιουργήσει το κίνημα Αίμα και Τιμή, το οποίο χρησιμοποιεί σαν έμβλημά του ένα ναζιστικό σύμβολο. Η κίνηση αυτή κάνει έκκληση για ενότητα των σκίνχεντ και βρίσκεται κοντά στη «Διεθνή» των σκίνχεντ, την Combat 18. Η τελευταία αντιπροσωπεύει ευρέως τον κόσμο των σκίνχεντ. Λογότυπο της είναι το Totenkopf S.S., η διάσημη νεκροκεφαλή των Ες Ες, που είχαν αναλάβει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ ο αριθμός «18» αναφέρεται στον πρώτο και το όγδοο γράμμα της αλφαβήτου, «A.H.», δηλαδή «Adolph Hitler».

Ο ακροδεξιός ακτιβισμός ήταν ένα κοινό θέμα στη βορειοαμερικανική σκηνή των Σκίνχεντ και ακόμα περισσότερο στην Ευρώπη. Οι ρατσιστές Σκίνχεντ στις Η.Π.Α. ήταν οι πρώτοι που οργανώθηκαν σε συμμορίες και έκαναν επιθέσεις εναντίον Πάνκηδων, μη λευκών και αντιρατσιστών Σκίνχεντ. Βέβαια, με την κλιμακούμενη βία των νέο-Ναζί, δεν εκπλήσσει καθόλου που οι αντιρατσιστές Σκίνχεντ άρχισαν να οργανώνονται.

Το 1985, δημιουργείται το πρώτο πολιτικό έντυπο των σκίνχεντ. Το χέρι υψώνεται σε χιτλερικό χαιρετισμό. Είναι επίσης η χρονιά που το συγκρότημα Evilskins υπογράφει μια από τις μεγαλύτερες σκίνχεντ επιτυχίες, τα λόγια της οποίας είναι η απόλυτη πρόκληση («Ο Φύρερ επιστρέφει / Θα ξανανάψουμε τους φούρνους / Θα ξετυλίξουμε τα συρματοπλέγματα/ Και θα ετοιμάσουμε το Zyklon Β»), καθώς και άλλα τραγούδια του ιδίου φυράματος («Τους κομμουνιστές πρέπει να τους σκοτώσουμε / Στο δρόμο να τους αρπάξουμε, να τους σταυρώσουμε / Πριν προλάβουν να βγάλουν τσιμουδιά / Θα βρεθούν όλοι στον θάλαμο αερίων»).

Το 1986, οι Baldies, συστήθηκαν στη Μινεάπολη. Ήταν η πρώτη ξεκάθαρα αντιρατσιστική ομάδα Σκίνχεντ με σκοπό να αγωνιστεί ενάντια στους White Knights (Λευκοί Ιππότες) , μια συμμορία νέο-Ναζί. Το 1987, ιδρύθηκε στη Νέα Υόρκη η πρώτη ομάδα SHARP (Σκίνχεντ Ενάντια στη Φυλετική Προκατάληψη) με στόχο την πολεμική ενάντια στον τρόπο που παρουσίαζαν τα μίντια τους Σκίνχεντ ως βίαιους ρατσιστές και τη διάδοση της πληροφορίας για την πολυφυλετική ιστορία της κουλτούρας των Σκίνχεντ. Δεσμεύτηκαν ακόμα να καθαρίσουν τη Νέα Υόρκη από τις ομάδες ρατσιστών Σκίνχεντ που υπήρχαν εκείνη την περίοδο. Το μοντέλο των SHARP απλώθηκε γρήγορα στην Αμερική και την Ευρώπη και μέχρι το 1988 υπήρχαν ομάδες στην Αμερική και στην Ευρώπη. Υπήρξαν και άλλα αντιφασιστικά κινήματα Σκίνχεντ, με αξιοσημείωτους τους RASH (Κόκκινοι και Αναρχικοί Σκίνχεντ).

Μετά τις μαζικές ρατσιστικές βιαιότητες, που πραγματοποίησαν οι Σκίνχεντ, όπως στη Ρουέν και τη Βρέστη, απομονώθηκαν πολιτικά, αφού ακόμα και οι μικρές ομάδες της ριζοσπαστικής άκρας δεξιάς τρόμαξαν από τη συμπεριφορά τους. Η απομόνωση και η καταστολή οδήγησαν πολλούς Σκίνχεντ να κρεμάσουν τις αρβύλες, ενώ άλλοι προτίμησαν να περάσουν στον χουλιγκανισμό.

Σήμερα, οι Σκίνχεντ συνεχίζουν να υπάρχουν ως νεολαιίστικη υποκουλτούρα διεθνώς. Αν και πολλοί απ αυτούς ακόμα διατηρούν τα ρατσιστικά στοιχεία του παρελθόντος, χάρη στις προσπάθειες αφοσιωμένων αντιφασιστών εντός και εκτός της σκηνής, έχουν πεταχτεί στο περιθώριο. Μεγάλες φασιστικές συναυλίες έχουν εμποδιστεί να πραγματοποιηθούν, μαγαζιά που διακινούσαν μουσική ναζί έχουν δεχτεί επιθέσεις ως του σημείου να σταματήσουν να μοιράζουν τέτοιο υλικό και ολόκληρη η σκηνή των ναζί Σκίνχεντ έχει οδηγηθεί στην αφάνεια. Μέχρι σήμερα στη Βρετανία, οι ναζί Σκίνχεντ οργανώνουν τις συναυλίες τους στα κρυφά και νοικιάζουν χώρους με ψεύτικα ονόματα.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Νικολά Λεμπούρ, ο οποίος έχει μελετήσει αυτό το κοινωνιολογικό φαινόμενο, για τους Σκίνχεντ «το σύστημα έχει εγκαταλείψει τους φτωχοδιάβολους και η συμμορία αποτελεί μια αντι-κοινωνία όπου βρίσκουν ικανοποίηση και αλληλεγγύη. Όταν ολόκληρα τμήματα του πληθυσμού εγκαταλείπονται στην απόλυτη οικονομική βία, ελλείψει ενός κοινωνικού κινήματος ικανού να κατακτήσει τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, τότε θα κυριαρχήσει ο ρατσιστικός λόγος και θα ξεδιπλωθεί η φυλετική και ρατσιστική βία».