ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα -και όχι μόνο- διαγκωνίζονται ακόμη μια φορά για τον έλεγχο των πλούσιων φυσικών πόρων της Αφρικής. Διεθνείς αναλυτές αναφέρονται στην κατάσταση ως τη «νέα διαμάχη για την Αφρική», υπενθυμίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο την πρώτη μεγάλη «μάχη» (πιο σωστά, «πόλεμο») που διεξήχθη μεταξύ 1881 και 1914 και κατέληξε στον διαμοιρασμό της ηπείρου από τις υπερδυνάμεις της εποχής -τις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης- υπό τη μορφή αποικιών. Άραγε, η Αφρική έχει χάσει το παιχνίδι;

ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία, οι «ηγέτιδες» ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και κράτη με μικρότερη επιρροή στην παγκόσμια σκακιέρα, όπως η Ιαπωνία, η Ινδία και η Βραζιλία έχουν αυτή τη στιγμή έντονη «δραστηριότητα» στην Αφρική. Έντονη παρουσία έχουν και κάποιες από τις (πλούσιες ενεργειακά) χώρες του Κόλπου, οι οποίες στοχεύουν όχι μόνο στην εδραίωση των επενδύσεων τους στην ήπειρο, αλλά και στην επέκταση των οικονομιών τους σε τομείς πέρα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.

Η «επέκταση» των ενδιαφερομένων στην Αφρική δεν αφορά ωστόσο, μόνο τις επενδύσεις και τους φυσικούς πόρους. Η παρουσία ξένων στρατιωτικών δυνάμεων αναπτύσσεται με γεωμετρική πρόοδο στο όνομα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας».

Το Τζιμπουτί, στην ανατολική Αφρική, έχει αμερικανικές ναυτικές βάσεις και βάσεις drone. Πρόκειται για τα σημεία από τα οποία ξεκινούν οι επιχειρήσεις που διεξάγονται στο Κέρας της Αφρικής και στην ευρύτερη περιοχή. Στρατιωτικές βάσεις στη χώρα έχουν επίσης, η Γαλλία -ως πρώην αποικιακή δύναμη (το Τζιμπουτί ήταν μέχρι το 1977, η Γαλλική Σομαλία)- η Ιταλία και η Ιαπωνία.

Μάλιστα, η γαλλική στρατιωτική βάση στο Τζιμπουτί φιλοξενεί στρατεύματα από τη Γερμανία και την Ισπανία. Από την άλλη, χώρες του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εγκατέστησαν στρατιωτικές βάσεις στην Ερυθραία (στα παράλια της Ερυθράς Θάλασσας) και τη Σομαλιλάνδη, ενώ η Σομαλία έχει επί τους εδάφους της τουρκικά στρατεύματα.

Επιπλέον, όσο πιο έντονα εμπλέκονται οι ΗΠΑ στο «κυνήγι των τρομοκρατών» στο Σαχέλ (νότια της Σαχάρα), τόσα περισσότερα όπλα και στρατιωτική εκπαίδευση δίνουν στις κυβερνήσεις της περιοχής.

Αυτή τη στιγμή, η ήπειρος δεν διαθέτει μια αξιόπιστη, ενιαία στρατηγική ή τη δυνατότητα να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε επίπεδο θεσμικό στην αποκαλούμενη «νέα διαμάχη για την Αφρική». Το 2016 η Αφρικανική Ένωση παρουσίασε ένα φιλόδοξο στρατηγικό σχέδιο, την «Ατζέντα 2063», υπό την ηγεσία της Nkosazana Dlamini Zuma, πρώην προέδρου της της Ένωσης. Όμως, η εν λόγω ατζέντα δεν περιελάμβανε μια σαφή και συνεκτική στρατηγική για τη συνεχώς αυξανόμενη ξένη παρουσία στην Αφρική και τον ανταγωνισμό που συνεπάγεται. Επιπλέον, οι ηγέτες των αφρικανικών κρατών μάλλον δεν διαθέτουν την απαραίτητη πολιτική βούληση να αντισταθούν στη «διείσδυση» και να προστατεύσουν τα ζωτικά συμφέροντα της ηπείρου.

Έχει χαθεί το παιχνίδι για την Αφρική; Όπως γράφει ο Ahmed H. Adam στο Αljazeera, η Αφρική μπορεί -ακόμα- να ανατρέψει τα δεδομένα, να ανακτήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα και να λάβει τη θέση που της αρμόζει στην παγκόσμια πολιτική σκηνή.


Η αμερικανική βάση στο Τζιμπουτί 

Ο Τραμπ και η Αφρική

Οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρή ξένη δύναμη στην Αφρική, η αλήθεια είναι όμως ότι, χάνουν έδαφος από την Κίνα.

Επένδυσαν επί δεκαετίες ολόκληρες δισεκατομμύρια δολάρια σε προγράμματα βοήθειας, ανάπτυξης, υγείας, πολιτισμικών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων, στήριξαν επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας -και τα συναφή- λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα το δικαίωμα χρήσης των τεράστιων, εξαιρετικά πλούσιων φυσικών πόρων της Αφρικής.

Όμως, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η αμερικανική παρουσία στην Αφρική καθορίστηκε από τη στρατηγική του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Ακόμα και η αμερικανική ανθρωπιστική βοήθεια προς την Αφρική συνδέθηκε με τη συγκεκριμένη ατζέντα. Παρά όμως το γεγονός ότι από το 2007, η AFRICOM, η αμερικανική διοίκηση και ειδική στρατιωτική πτέρυγα για την Αφρική, έχει πρωτεύοντα ρόλο στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και δη, σε όλη την αφρικανική ήπειρο, η έδρα της διοίκησης βρίσκεται στη Γερμανία: Τα αφρικανικά κράτη, καχύποπτα για την ατζέντα της και εκτιμώντας ότι, αποτελεί εν δυνάμει απειλή για την κυριαρχία τους, δήλωσαν απρόθυμα να τη «φιλοξενήσουν». Πόσο μάλλον, όταν οι πολιτικές της Ουάσιγκτον για την Αφρική είναι πια περισσότερο αινιγματικές παρά ποτέ. Η Αφρική δεν ήταν προτεραιότητα στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Ομπάμα -που εστίασε στη Μέση Ανατολή- ούτε και τώρα, στην κυβέρνηση Τραμπ, είναι προτεραιότητα.

Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ δεν επιδιώκει τη δημιουργία μιας ουσιαστικής, αμοιβαία επωφελούς εταιρικής σχέσης με την Αφρική. Οι επιδιώξεις του αφορούν τα στενά αμερικανικά συμφέροντα, ούτως ειπείν, τρομοκρατία και -κατά παράδοση- απόσπαση φυσικών πόρων. Άλλωστε, τόσο στην προεκλογική εκστρατεία του όσο και πριν από μερικούς μήνες, ο Τραμπ προέβη σε μία σειρά «αμφιλεγόμενων» δηλώσεων για την Αφρική -με την αλήστου μνήμης δήλωση για τις «χώρες απόπατους»- που βεβαίως, χαρακτηρίστηκαν από εξόχως προσβλητικές έως καθαρά ρατσιστικές. Και μπορεί ο πρόεδρος των ΗΠΑ να επιχείρησε διόρθωση και αναδίπλωση, ωστόσο έκτοτε η φράση του έγινε σύμβολο της προσβλητικής στάσης του απέναντι στην αφρικανική ήπειρο και τον λαό της. Ακόμα κι αν αποφασίσει να ανεβάσει ψηλά στην ατζέντα του την Αφρική, θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια τεράστια πρόκληση: Πώς να κερδίσει την εμπιστοσύνη και το σεβασμό μίας ολόκληρης ηπείρου.

Αφρική: Η νέα ευκαιρία για τη Ρωσία

Η Ρωσία είναι ένας ακόμη βασικός παίκτης στην Αφρική. Στις αρχές Μαρτίου, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ πραγματοποίησε περιοδεία στην Αφρική, κατά τη διάρκεια της οποίας επισκέφθηκε την Αιθιοπία, τη Ζιμπάμπουε, την Αγκόλα, τη Ναμίμπια και τη Μοζαμβίκη. Στην Αιθιοπία παρακολούθησε συνεδρίαση της κοινής υπουργικής επιτροπής που δημιουργήθηκε για την προώθηση των διμερών σχέσεων, ενώ συνάντησε και τον πρόεδρο της Αφρικανικής Ένωσης στην Αντίς Αμπέμπα. Στόχος της περιοδείας ήταν η ανάπτυξη των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων της Ρωσίας με χώρες της «Μαύρης Ηπείρου» και η βολιδοσκόπηση για ρωσικές επενδύσεις κυρίως στους τομείς των μεταφορών, της γεωργίας, της εξόρυξης μεταλλευμάτων και της ενέργειας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Λαβρόφ επέλεξε να επισκεφτεί μόνο μία χώρα της Ανατολικής Αφρικής -την Αιθιοπία. Όλες οι άλλες χώρες που επισκέφθηκε είναι στα νότια της Αφρικής και διαθέτουν τεράστιους φυσικούς πόρους -πετρέλαιο, ουράνιο, χαλκό, χρυσό και κοβάλτιο. Η επιλογή υπογραμμίζει το προφανές ότι, βασική προτεραιότητα της Ρωσίας στην Αφρική δεν είναι η αναζωογόνηση του κύρους και της επιρροής της Σοβιετικής περιόδου, αλλά οι φυσικοί πόροι. Δεν είναι όμως, ο μοναδικός της στόχος.

Η Ρωσία ενδιαφέρεται επίσης, για τις πωλήσεις όπλων. Ως ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ, πουλάει σε ετήσια βάση σε όλη την Αφρική στρατιωτικό υλικό αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας του επίσκεψης, ο Λαβρόφ υπέγραψε συμφωνία αμυντικής συνεργασίας με τη Μοζαμβίκη. Μετά την επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε., η Ρωσία αναζητά πλέον νέες αγορές και θέλει να κάνει την Αφρική ένα από τα κύρια κέντρα των εξαγωγών της. Με άλλα λόγια, η Ρωσία βλέπει την Αφρική ως μία σημαντική εμπορική ευκαιρία, εξού και ελπίζει στη γρήγορη επέκταση της στην ήπειρο.

Κίνα: Η νέα μεγάλη ξένη στην Αφρική

Η Κίνα, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, έχει καταστεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες ο σημαντικότερος και πιο ισχυρός αναπτυξιακός και εμπορικός εταίρος της Αφρικής. Δεν έχει αποικιακό παρελθόν στην Αφρική και στην πραγματικότητα, όπως και η Ρωσία, υποστήριξε τον απελευθερωτικό αγώνα της Αφρικής στα μέσα του 20ού αιώνα. Η «καθαρή» ιστορική σχέση της Κίνας με την Αφρική διευκολύνει εξαιρετικά τα σχέδια της.

Η επιρροή της Κίνας στην ήπειρο άρχισε να αυξάνεται ραγδαία το 2000, με τη σύσταση του φόρουμ για τη συνεργασία Κίνας - Αφρικής (FOCAC). Από τότε, διεξάγονται φόρουμ συνεργασίας σε σταθερή βάση, εν προκειμένω κάθε τρία χρόνια -το επόμενο θα πραγματοποιηθεί στο Πεκίνο εντός του 2018.

Το 2000, ο όγκος συναλλαγών Κίνας - Αφρικής ήταν μόλις 10 δισ. δολάρια. Μέχρι το 2014, τα συμβόλαια που έκλεισαν οι κινεζικές εταιρείες στην Αφρική έφτασαν τα 75 δισ. δολάρια. Το 2015, η Κίνα δεσμεύτηκε να επενδύσει άλλα 60 δις δολάρια στην Αφρική στον τομέα της βιομηχανίας, του εκσυγχρονισμού της γεωργίας, των υποδομών, της πράσινης ανάπτυξης, του εμπορίου και των επενδύσεων, της πρόνοιας, της δημόσιας υγείας και ασφάλειας.

Εντούτοις, η δράση της Κίνας στην Αφρική έχει προκαλέσει αντιδράσεις -πόσο μάλλον από τη στιγμή που o Τραμπ κήρυξε στην Κίνα εμπορικό πόλεμο. Ο Πίτερ Ναβάρο, διευθυντής του Εθνικού Συμβουλίου Εμπορίου στον Λευκό Οίκο κατηγόρησε την Κίνα ότι «κλείνει στρατηγικής σημασίας φυσικούς πόρους, κλειδώνει αναδυόμενες αγορές και περιορίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες». Άλλοι πάλι, επέκριναν την Κίνα για μία «νέας μορφής αποικιοκρατία» και για «εκτεταμένη αρπαγή πόρων».

Πώς η Αφρική μπορεί να αντιδράσει στη νέα διαμάχη;

Σύμφωνα με τον Ahmed H. Adam, παρά το γεγονός ότι οι τρεις υπερδυνάμεις διαγκωνίζονται για την Αφρική, το επίπεδο εκμετάλλευσης δεν συγκρίνεται με τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της πρώτης εκείνης διαμάχης και επιπλέον, οι λαοί της Αφρικής έχουν ακόμη την ευκαιρία να διαχειριστούν επιτυχώς τη σύνθετη αυτή συνθήκη.

Ίσως η λύση περνάει από την Αφρικανική Ένωση με την ανάπτυξη μίας συνεκτικής, ενιαίας στρατηγικής, με στόχο όχι μόνο τη διαχείριση του ανταγωνισμού των τριών «θηρίων» όσον αφορά τους φυσικούς της πόρους, αλλά και τη δέσμευση τους για συνεργασία αντί για εκμετάλλευση: Μόνο δηλαδή, όταν οι πολιτικές τους είναι επωφελείς για την Αφρική.