'Ενα νομοσχέδιο για τις στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, την προσωρινή παύση πωλήσεων όπλων στην Τουρκία, δημιουργεί συνθήκες κλιμάκωσης της ήδη παρατεταμένης κρισιακής κατάστασης στις σχέσεις των δύο χωρών αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Οι διατάξεις του νομοσχέδιου που αφορούν την Τουρκία, είναι το τελευταίο επεισόδιο έντασης μεταξύ των άλλοτε στενών συμμάχων. 

Το νομοσχέδιο προβλέπει ένα θηριώδες στρατιωτικό κονδύλι ύψους 717 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τις αμυντικές ανάγκες των ΗΠΑ, την ώρα που, όπως αναφέρεται στο κείμενό του, απαγορεύει «οποιαδήποτε ενέργεια για την εκτέλεση παράδοσης σημαντικού στρατιωτικού εξοπλισμού στην Τουρκία μέχρι την υποβολή της απαιτούμενης έκθεσης στις ειδικές επιτροπές του Κογκρέσου».

Η Τουρκία ήθελε να αγοράσει 116 αεροσκάφη F-35 και πυραύλους Patriot. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, χαρακτήρισε «λανθασμένη και παράλογη» την αμερικανική πρόθεση να επιβληθούν κυρώσεις στον αμυντικό τομέα της χώρας του. Προειδοποίησε ότι η προσέγγιση των ΗΠΑ στο θέμα αυτό δεν αρμόζει σε συμμαχικές χώρες και ότι η Άγκυρα θα προχωρήσει σε αντίποινα, εφόσον διακοπούν οι πωλήσεις αμυντικών συστημάτων. Το τελευταίο, πρόσθεσε, «δεν θα θέλαμε να το κάνουμε»…

Ο Μενσούρ Αγκούν, πρόεδρος του τμήματος διεθνών σχέσεων στο ιδιωτικό Kultur University, της Κωνσταντινούπολης, δήλωσε ότι η κίνηση των ΗΠΑ δεν θα επηρεάσει την δυνατότητα της Τουρκίας να αποκτήσει τα όπλα που της χρειάζονται, αλλά σίγουρα θα επιφέρει μια νέα κρίση στις διμερείς σχέσεις. «Η Τουρκία παράγει ολοένα και περισσότερα δικά της όπλα με την πάροδο του χρόνου. Τα όπλα υψηλής τεχνολογίας που δεν μπορούν να παραχθούν στην Τουρκία μπορούμε να τα προμηθευτούμε από άλλες χώρες. Η Τουρκία ήδη αυξάνει σταδιακά τις αγορές όπλων από τη Ρωσία», λέει ο Αγκούν στο Al Jazeera. Ετσι, συνεχίζει, «η επίπτωση θα ήταν περισσότερο ψυχολογική. Η ήδη διαταραγμένη εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών θα βάθαινε εάν υιοθετηθούν αυτά τα μέτρα. Και οι δύο πλευρές θα πληρώσουν το τίμημα μιας τέτοιας κίνησης, η οποία βλάπτει τα περιφερειακά συμφέροντα και των δύο χωρών».

Τεταμένες σχέσεις

Σε μια εξαιρετικά ασυνήθιστη κίνηση για ένα μέλος του ΝΑΤΟ, η Τουρκία έκλεισε μια συμφωνία με τη Ρωσία τον Δεκέμβριο για να αγοράσει το σύστημα πυραυλικής άμυνας S-400, στο πλαίσιο της αλματώδους εξομάλυνσης των διμερών τους σχέσεων, ιδιαίτερα όσον αφορά τον πόλεμο στη Συρία και μετά από την κρίση μεταξύ Μόσχας και ‘Αγκυρας που προκάλεσε η κατάρριψη του ρωσικού βομβαρδιστικού από τουρκικό μαχητικό πάνω από την Συρία, κοντά στα τουρκικά σύνορα, τον Νοέμβριο του 2015.

Οι S-400 είναι ασύμβατοι με τα οπλικά συστήματα του ΝΑΤΟ και αυτή η αγορά ανησύχησε διάφορες χώρες μέλη της Συμμαχίας, οι οποίες προειδοποίησαν την Τουρκία για απρόβλεπτες συνέπειες. Το αμερικανικό νομοσχέδιο μάλιστα απαιτεί μια αξιολόγηση αυτής της αγοράς και των πιθανών συνεπειών αυτής της κίνησης στις διμερείς σχέσεις.

Σύμφωνα με τον Χαλ Γκάρντνερ, επικεφαλής του τμήματος διεθνών σχέσεων στο αμερικανικό πανεπιστήμιο του Παρισιού, ο Τραμπ ελπίζει ότι οι περιορισμοί στις πωλήσεις όπλων  στην Τουρκία θα του επιτρέψουν να αποτρέψει την πώληση των ρωσικών S-400, ποντάροντας, πιθανά, στην μεγάλη εξάρτηση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων από τα αμερικανικά όπλα. Όμως, «ο κίνδυνος είναι ότι το νομοσχέδιο του Κογκρέσου θα αποξενώσει περαιτέρω την Τουρκία, στρέφοντάς την όχι μόνο στις ευρωπαϊκές αγορές όπλων αλλά και σε στενότερους αμυντικούς δεσμούς τόσο με τη Ρωσία όσο και με την Κίνα» εκτιμά ο Γκάρντνερ στο Al Jazeera.

Επιπλέον, η  Ρωσία και το Ιράν, που υποστηρίζουν το καθεστώς του Ασάντ στην Συρία, καθώς και η Τουρκία, που υποστηρίζει τη μετριοπαθή συριακή αντιπολίτευση, συνεργάστηκαν στενά στις συνομιλίες της Αστανά, στο Καζαχστάν, για την εξεύρεση λύσης στον επταετή πόλεμο στην Συρία. Επίσης, η Άγκυρα εισέβαλε τον Ιανουάριο στην Συρία, με στόχο τον κουρδικό θύλακα της Αφρίν στα βορειοδυτικά, ώστε να εκδιώξει από τα σύνορά της τους μαχητές των κουρδικών Μονάδων Προστασίας του Λαού (YPG), οι οποίες υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ. Μια εισβολή που πραγματοποιήθηκε παρά την αποδοκιμασία της Ουάσιγκτον. Αμερικανοί αξιωματούχοι καταδίκασαν την επίθεση υποστηρίζοντας ότι υπονόμευε τον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους, στον οποίο συνέβαλαν καταλυτικά οι Κούρδοι.

Από την άλλη, η Τουρκία έχει εδώ και καιρό εξαγριωθεί με τις ΗΠΑ, λόγω της πολύπλευρης υποστήριξης που παρέχουν στους Κούρδους, μέσω της οργάνωσης - «ομπρέλα» των «Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων», στην οποία συμμετέχει μια ευρεία και ετερόκλητη «γκάμα» και αραβόφωνων μαχητών, με κοινό χαρακτηριστικό τους την αντίθεσή τους στην Δαμασκό. Η Άγκυρα θεωρεί το Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα (PYD) στη Συρία και την ένοπλη πτέρυγά του, YPG ως «τρομοκρατικές ομάδες» με δεσμούς με το απαγορευμένο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK).

Ο «πόλεμος» της βίζας

Τον περασμένο Οκτώβριο, οι διπλωματικές αντιπροσωπείες των ΗΠΑ στην Τουρκία διέκοψαν τις θεωρήσεις διαβατηρίων, μετά τη σύλληψη ενός εργαζομένου στο αμερικανικό προξενείο από την τουρκική αστυνομία. Η ‘Αγκυρα απάντησε, σταματώντας τις θεωρήσεις σε πολίτες των ΗΠΑ κατά την άφιξή τους. Ο Τούρκος πολίτης που εργαζόταν για το αμερικανικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη κατηγορήθηκε ότι είχε «σχέσεις» με την οργάνωση του Φετουλάχ Γκιουλέν, του εξόριστου στις ΗΠΑ θρησκευτικού ηγέτη και επιχειρηματία, τον οποίο ο Ερντογάν «δείχνει» ως τον οργανωτή του αποτυχημένου πραξικοπήματος εναντίον του τον Ιούλιο  του 2016.

Ουσιαστικά, είναι η απροθυμία των ΗΠΑ να εκδώσουν τον Γκιουλέν στην Τουρκία η αιτία που επηρέασε αρνητικά τις διμερείς σχέσεις έχει καταγγελθεί επανειλημμένα από τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Από την άλλη, τόσο οι ΗΠΑ, όσο και άλλοι σύμμαχοι και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, έχουν καταδικάσει επανειλημμένα το μαζικό «πογκρόμ» συλλήψεων που εξαπέλυσε ο Ερντογάν με αφορμή την απόπειρα πραξικοπήματος. Υπάρχουν και Αμερικανοί πολίτες μεταξύ των φυλακισμένων με κατηγορίες για «τρομοκρατία», συμπεριλαμβανομένου του πάστορα, Αντριου Μπράνσον, επικεφαλής μιας μικρής Προτεσταντικής εκκλησίας στη Σμύρνη. Η περίπτωση του Μπράνσον, ο οποίος αντιμετωπίζει κατηγορίες που μπορούν να επιφέρουν ακόμη και 35 χρόνια φυλάκιση, έχει καταδικαστεί από τον Τραμπ. «Ο πάστορας Αντριου Μπράνσον, ένας καλός κύριος και Χριστιανός ηγέτης στις ΗΠΑ, διώκεται στην Τουρκία χωρίς λόγο», έγραψε ο Τραμπ στο Twitter. «Τον αποκαλούν κατάσκοπο, αλλά εγώ είμαι περισσότερο κατάσκοπος απ’ ό,τι είναι αυτός».

Τόσο τουρκικές, όσο και διεθνείς οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα κατηγορούν την τουρκική κυβέρνηση ότι χρησιμοποίησε την απόπειρα πραξικοπήματος ως πρόσχημα για να φιμώσει την αντιπολίτευση στη χώρα. Η ‘Αγκυρα απαντά ότι οι πράξεις είναι σύμφωνες με το κράτος δικαίου και αποσκοπούν στην απομάκρυνση των «υποστηρικτών» του Γκιουλέν από τον κρατικό μηχανισμό.

Μέσα από τις προτεινόμενες, στο νομοσχέδιο, κυρώσεις, το Κογκρέσο ελπίζει να πιέσει τον Ερντογάν να τερματίσει τις κατασταλτικές ενέργειές του στο εσωτερικό της χώρας και, παράλληλα, να «τραβήξει» την Άγκυρα πιο κοντά στις ΗΠΑ και μακριά από τη Ρωσία, λέει ο Γκάρντνερ. Προσθέτει, ωστόσο, πως αν ο Τραμπ δεν λύσει σύντομα τις διαφορές του με την Τουρκία, οι πιέσεις του Κογκρέσου «θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα» και η ‘Αγκυρα θα μπορούσε να καταλήξει πιο κοντά στην Μόσχα και την Τεχεράνη, οι οποίες επίσης υπόκεινται σε αμερικανικές κυρώσεις.